| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12586 | διαμορφώσιμος | , η, ο δι-α-μορ-φώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαμορφωθεί: ~ος: σωλήνας. ~ο: υλικό. Βλ. ευμετάβλητος, -ιμος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: εμφάνιση (: προγράμματος). [< αγγλ. formable] | |
| 12587 | διαμορφωσιμότητα | δι-α-μορ-φω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαμορφώσιμου. Βλ. ευελιξία, προσαρμογή, -ότητα. [< αγγλ. formability] | |
| 12588 | διαμορφωτής | δι-α-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. διαμορφώτρια} (μτφ.) αυτός που μορφοποιεί, διαμορφώνει: ~ της κοινής γνώμης/πολιτικής/συνειδήσεων. Βλ. δημιουργός, ρυθμιστής. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή που μετατρέπει μια ακολουθία δυαδικών ψηφίων σε αναλογικό ή ψηφιακό σήμα: τηλεοπτικός ~. ~ εικόνας και ήχου. Βλ. απο~, μόντεμ. [< 2: αγγλ. modulator, 1952] | |
| 12589 | διαμορφωτικός | , ή, ό δι-α-μορ-φω-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που συντελεί στη διαμόρφωση: ~ός: λόγος/ρόλος. ~ή: επίδραση. ~ά: στοιχεία. Βλ. διαπλαστικός.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: αξιολόγηση. Βλ. ανατροφοδοτικός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που δίνει μορφή σε κάτι: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Αυτόματα ~ά χαρτοκιβωτίων. ● επίρρ.: διαμορφωτικά [< μτγν. διαμορφωτικός ‘αυτός που διαπλάθει’, αγγλ. formative] | |
| 12590 | διαμπερής | , ής, ές δι-α-μπε-ρής επίθ. {διαμπερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που φτάνει ή περνά από το ένα άκρο στο άλλο: ~ές: διαμέρισμα (: με μπαλκονόπορτες ή παράθυρα σε δύο διαμετρικά αντίθετες πλευρές του).|| (σπανιότ.) ~ής: αερισμός/χώρος. ~ής: κυκλοφορία. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμπερές τραύμα: ΙΑΤΡ. με οπή στα σημεία εισόδου και εξόδου: Στον θώρακα φέρει ~ ~ από όπλο. ΑΝΤ. τυφλό τραύμα ● επίρρ.: διαμπερώς [-ῶς] [< αρχ. διαμπερής] | |
| 12591 | διαμφισβήτηση | δι-αμ-φι-σβή-τη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): πλήρης αμφισβήτηση. [< αρχ. διαμφισβήτησις ‘φιλονικία, αντιπαράθεση’] | |
| 12592 | διαμφισβητώ | [διαμφισβητῶ] δι-αμ-φι-σβη-τώ ρ. (μτβ.) {διαμφισβητ-είς ... | -είται, -ήθηκε, -ούμενος} (σπάν.-λόγ.) ΣΥΝ. διαφιλονικώ 1. θέτω υπό αμφισβήτηση, αμφισβητώ εντελώς: ~ τα επιχειρήματα/τις θέσεις (κάποιου). ~είται το αποτέλεσμα των εκλογών/η εξουσία/το κύρος/η ορθότητα (μιας άποψης). ~ούμενο: ζήτημα (= αμφιλεγόμενο). 2. (κατ' επέκτ.) διεκδικώ: ~ εδάφη. ~ούμενες: περιοχές. [< 1: αρχ. διαμφισβητῶ] | |
| 12593 | διάνα | διά-να επίρρ. (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: (πέτυχε/έκανε/έπεσε/χτύπησε) διάνα!: για απόλυτη επιτυχία: Δοκίμασα την τύχη μου και πέτυχα ~. Έπεσε ~ στις προβλέψεις του.|| (ως επιφών.) ~! Σωστά μάντεψες! Πβ. μπίνγκο. [< ισπ. dar en la diana] | |
| 12594 | διανεμητής | δι-α-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή συσκευή διανομής: ~ δημητριακών (: σε ξενοδοχεία, για το πρωινό)/καφέ/(κρύων) ροφημάτων/χυμών. Αυτόματος ~ χρημάτων (βλ. ATM). 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα του λειτουργικού συστήματος που καθορίζει τη σειρά με την οποία αποκτούν πρόσβαση στην κεντρική μονάδα οι εργασίες που είναι έτοιμες για εκτέλεση. 3. (σπάν.) πρόσωπο που διανέμει: Εργάζεται ως ~ Τύπου/φυλλαδίων. Βλ. διανομέας. [< 1: αγγλ. dispenser, 1947, 2: αγγλ. dispatcher 3: μτγν. διανεμητής] | |
| 12595 | διανεμητικός | , ή, ό δι-α-νε-μη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διανομή: ~ή: εταιρεία/πολιτική. ~ό: εμπόριο/κέντρο/σύστημα (ασφάλισης). ~ές: δραστηριότητες/συναλλαγές. Ειδικός ~ λογαριασμός (οικογενειακών επιδομάτων). Χρηματοδότηση σε ~ή βάση. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διανεμητική δικαιοσύνη: ΦΙΛΟΣ. σύμφωνα με την οποία ο καθένας λαμβάνει αυτό που του αναλογεί, του αξίζει ή δικαιούται: ~ ~ υπέρ των ασθενέστερων. [< γαλλ. justice distributive] [< αρχ. διανεμητικός ‘αυτός που μοιράζει’] | |
| 12596 | διανέμω | δι-α-νέ-μω ρ. (μτβ.) {διένειμα, διανείμει, διανεμ-ήθηκε, -ηθεί (μτχ. -ηθείς, -ηθείσα, -ηθέν), -ημένος, διανέμ-οντας} (λόγ.): μοιράζω, κάνω διανομή: ~ (έντυπο/πληροφοριακό) υλικό/(ενημερωτικά) φυλλάδια (πβ. διακινώ). ~ει (δίκαια) την περιουσία (πβ. διαμοιράζω). Η εταιρεία διένειμε τα κέρδη/το μέρισμα στους μετόχους (πβ. κατανέμω). Θα διανείμουν ανθρωπιστική βοήθεια/προμήθειες/ρούχα στους σεισμόπληκτους. Το σύγγραμμα ~εται στους φοιτητές δωρεάν. ~ημένοι: ρόλοι. Βλ. ανα~. ● Μτχ.: διανεμημένος , η, ο: ΠΛΗΡΟΦ. κατανεμημένος σε πολλούς υπολογιστές: ~ημένη: επεξεργασία. [< αγγλ. distributed] ● ΣΥΜΠΛ.: (μη) διανεμηθέντα κέρδη βλ. κέρδος [< αρχ. διανέμω] | |
| 12597 | διανθίζω | δι-αν-θί-ζω ρ. (μτβ.) {διάνθι-σε, διανθί-σει, -στηκε, -σμένος, διανθίζ-οντας} (λόγ.): προσθέτω κυρ. στον λόγο μου στοιχεία που τον καθιστούν πιο ευχάριστο, πλούσιο ή εκφραστικό, στολίζω: ~ει το κείμενό του με αρχαία ρητά/μεταφορές και παροιμίες/παραδείγματα. Ιστορία ~σμένη με ανέκδοτα. Πβ. κοσμώ, ποικίλλω. Βλ. γαρνίρω.|| (ειρων.) ~σε την ομιλία του με έντονη κριτική κατά ... [< μτγν. διανθίζω ‘διακοσμώ’] | |
| 12598 | διάνθισμα | δι-άν-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {διανθίσμ-ατα} (λόγ.): στοιχείο στολισμού, εξωραϊσμού και ειδικότ. μουσική φιοριτούρα: γλωσσικά/ρητορικά/φιλολογικά ~ατα. Ομιλία χωρίς περιττά ~ατα.|| (ΜΟΥΣ.) Αυτοσχεδιαστικά/μελωδικά ~ατα. Πβ. ποίκιλμα. Βλ. καντέντσα. | |
| 12599 | διανθρώπινος | , η, ο δι-αν-θρώ-πι-νος επίθ.: που υπάρχει, αναπτύσσεται, πραγματοποιείται μεταξύ ανθρώπων: ~ος: δεσμός. ~η: επαφή/επικοινωνία/σχέση. Πβ. διαπροσωπικός. [< αγγλ. interhuman] | |
| 12600 | διανθρωπισμός | δι-αν-θρω-πι-σμός ουσ. (αρσ.): μετανθρωπισμός. [< αγγλ. transhumanism, 1957, γαλλ. transhumanisme, 2003] | |
| 12601 | διανόημα | δι-α-νό-η-μα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): βαθιά σκέψη για ένα σοβαρό θέμα, στοχασμός: Διατυπώνει/εκφράζει δύσκολα/υψηλά ~ατα. Πβ. συλλογισμός. Βλ. επι-, υπο-νόημα. [< αρχ. διανόημα] | |
| 12602 | διανόηση | δι-α-νό-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) το σύνολο των διανοουμένων, κυρ. μιας συγκεκριμένης κοινωνίας ή/και ιστορικής εποχής: ευρωπαϊκή/παγκόσμια/προοδευτική ~. Οι άνθρωποι/οι κύκλοι της ~ης. Ο κόσμος της τέχνης και της ~ης. Πβ. άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι, ιντελιγκέντσια, πνευματική ηγεσία. 2. συστηματική συλλογιστική διαδικασία σε ουσιώδη, φιλοσοφικά κυρ. ζητήματα: προϊόν της ~ης. Πβ. νόηση, στοχασμός. [< αρχ. διανόησις ‘σκέψη (ως ικανότητα)] | |
| 12603 | διανοητής | δι-α-νο-η-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διανοήτρια}: στοχαστής: ~ του διαφωτισμού. Σύγχρονοι ~ές και φιλόσοφοι. Πβ. άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι, διανοούμενος. [< μτγν. διανοητής] | |
| 12604 | διανοητικοποίηση | δι-α-νο-η-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΑΝ. μηχανισμός άμυνας που συνίσταται στην εκλογίκευση δυσάρεστων, αγχογόνων συναισθηματικών καταστάσεων με σκοπό την υποβάθμισή τους και την αποφυγή αντιμετώπισής τους. Βλ. απώθηση, προβολή, -ποίηση. [< γαλλ. intellectualisation] | |
| 12605 | διανοητικός | , ή, ό δι-α-νο-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου: ~ός: κόσμος/ορίζοντας/πλούτος. ~ή: ανεπάρκεια/δραστηριότητα/ζωή/κατάπτωση (: βλάβη των γνωστικών λειτουργιών και σοβαρή διαταραχή της προσωπικότητας)/υγεία. ~ό: επίπεδο/κατασκεύασμα. ~ές: ασθένειες/ικανότητες/παθήσεις. Πβ. πνευματικός. Βλ. εγκεφαλ-, συναισθηματ-, ψυχ-ικός, ψυχο~. ● επίρρ.: διανοητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διανοητική σύγχυση βλ. σύγχυση, νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση βλ. υστέρηση, πνευματική ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, πνευματική/διανοητική ηλικία βλ. ηλικία, ψυχική/διανοητική διαταραχή βλ. διαταραχή [< αρχ. διανοητικός, αγγλ. mental] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ