Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13480-13500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12606διανοητικότηταδι-α-νο-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στοχαστική ικανότητα: μειωμένη/περιορισμένη/υψηλή ~. Πβ. νοητικ-, πνευματικ-ότητα. Βλ. συναισθηματικότητα. [< γαλλ. intellectualité]
12607διάνοιαδι-ά-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας} 1. άνθρωπος με υψηλό βαθμό ευφυΐας, μεγαλοφυΐα: επιστημονική/μαθηματική ~. Είναι ~ στη φυσική. Πβ. ιδιοφυΐα. Βλ. IQ, δείκτης νοημοσύνης. 2. {χωρ. πληθ.} νοητική ικανότητα, νους, πνεύμα: άνθρωπος με φωτισμένη ~. Η λειτουργία της ~ας. Η ~ ως μέσο για την απόκτηση γνώσης. Πβ. μυαλό. Βλ. εξυπνάδα, λογική, λόγος. ● ΣΥΜΠΛ.: προϊόντα/έργα της διάνοιας & (λόγ.) διανοίας: ΝΟΜ. δημιουργήματα του πνεύματος. Βλ. πνευματικά δικαιώματα, πνευματική ιδιοκτησία. ● ΦΡ.: ούτε κατά διάνοια: με τίποτα, σε καμία περίπτωση, επ' ουδενί: Αυτό που λες δεν μπορεί να ισχύσει ~ ~! Πβ. με κανέναν τρόπο., να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω [< αρχ. διάνοια ΄σκέψη, έννοια, σκοπός’]
12608διανοίγωδι-α-νοί-γω ρ. (μτβ.) {διάνοι-ξε, διανοί-ξει, -χθηκε, -χθεί, -γμένος, διανοίγ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) δημιουργώ, ανοίγω: Οι πρόσφατες εξελίξεις ~ουν νέους δρόμους/ορίζοντες. ~ονται δυνατότητες/ευκαιρίες/προοπτικές για τη χώρα (= εμφανίζονται, παρουσιάζονται). 2. δημιουργώ άνοιγμα, πέρασμα: Ο μετροπόντικας θα ~ξει τη σήραγγα. ~χθηκε η διώρυγα/δρόμος/ορειβατικό μονοπάτι/τούνελ. Σπήλαια ~γμένα σε βράχους. [< αρχ. διανοίγω]
12609διάνοιξηδι-ά-νοι-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία ανοίγματος, περάσματος: ~ αντιπυρικών ζωνών/οπής/φρεάτων (ύδατος). ~ και διαπλάτυνση οδού. ~ με γκρέιντερ/μπουλντόζα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ αποστήματος/αρτηρίας (με μπαλονάκι).|| (μτφ.) ~ νέων εμπορικών δρόμων/πεδίων δράσης. [< μτγν. διάνοιξις]
12610διανομέαςδι-α-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διανομ-είς, -έων} 1. πρόσωπο που κάνει διανομή προϊόντων· ειδικότ. εταιρεία που μεσολαβεί μεταξύ παραγωγών και επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου: ταχυδρομικός ~ (πβ. ταχυδρόμος). ~ πίτσας/φαγητού (πβ. ντελιβεράς, πιτσαδόρος)/Τύπου. Βλ. ταχυ~.|| Αποκλειστικός/εμπορικός/εξουσιοδοτημένος ~. ~ αυτοκινήτων/τροφίμων/φυσικού αερίου. Επίσημος αντιπρόσωπος και ~.|| (ΚΙΝΗΜ.) Παραγωγοί και ~είς ταινιών. Βλ. προμηθευτής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή συσκευή διανομής· ειδικότ. ντιστριμπιτέρ: ~ λιπασμάτων/νερού (= διανεμητής).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ θερμότητας. [< 1: μτγν. διανομεύς ‘αυτός που διανέμει’ 2: γαλλ. distributeur]
12611διανομήδι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.): διαχωρισμός συνόλου σε μέρη και παράδοσή τους σε έναν αριθμό ατόμων, συνήθ. δικαιούχων, μοίρασμα· κατ' επέκτ. παράδοση, παροχή σε διάφορους αποδέκτες ή στο ευρύτερο κοινό: δωρεάν/ελεύθερη/ψηφιακή ~. ~ εισιτηρίων/εντύπων (= διάθεση, διακίνηση)/καυσίμων/κερδών/κληρονομιάς/λογισμικού/τροφίμων (σε καταυλισμό)/Τύπου (: εφημερίδων και περιοδικών)/φαγητού (πβ. ντελίβερι)/φαρμάκων. Δίκτυο ~ής ηλεκτρικής ενέργειας. ~ κατ' οίκον. ~ ρόλων (πβ. κάστινγκ). Κέντρο/πρακτορείο ~ής. Ζητούνται άτομα για ~ές διαφημιστικού υλικού.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Σύστημα ~ής αέρα (κλιματιστικού).|| (ΚΙΝΗΜ.) Εταιρεία ~ής ταινιών σε κινηματογράφους.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ εισοδήματος και πλούτου (: ο τρόπος κατανομής τους μεταξύ των κοινωνικών ομάδων ενός κράτους ή μεταξύ των κρατών). ~ μερίσματος ... ευρώ ανά μετοχή. Κανάλι ~ής (: μηχανισμός ή σύστημα πώλησης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών απευθείας ή μέσω εμπόρων, καταστημάτων, πωλητών). Πβ. επι-, κατα-μερισμός. Βλ. ανα~, εντυπο~, ταχυ~. [< αρχ. διανομή, γαλλ.-αγγλ. distribution]
12612διανοούμαι[διανοοῦμαι] δι-α-νο-ού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διανο-είσαι ... | διανο-ήθηκα, διανο-ηθεί} 1. (με άρνηση ή σε ερώτηση) σκέφτομαι, βάζω με τον νου μου: Χόρεψε με τραυματισμένο πόδι, το ~είσαι (: το αντιλαμβάνεσαι, μπορείς να το φανταστείς); Μην ~ηθείς να βγεις στον ήλιο χωρίς καπέλο! Ούτε καν το ~ήθηκα! Δεν/ούτε που το ~ήθηκε να ... Πβ. μου μπήκε μια ιδέα. 2. (σπανιότ.-λόγ.) στοχάζομαι, συλλογίζομαι: Οι μαθητές μαθαίνουν να ~ούνται σωστά, υπεύθυνα και ελεύθερα. Πβ. διαλογίζομαι. [< αρχ. διανοοῦμαι]
12613διανοουμενίστικος, η, ο δι-α-νο-ου-με-νί-στι-κος επίθ. (μειωτ.): που παριστάνει τον καλλιεργημένο, που μιμείται τον διανοούμενο ή τα χαρακτηριστικά του: ~ος: ελιτισμός. ~η: γλώσσα. ~ο: στιλ/ύφος. Πβ. (ψευτο)κουλτουριάρικος. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: διανοουμενίστικα
12614διανοούμενοςδι-α-νο-ού-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} , διανοούμενη (η): πνευματικός άνθρωπος, διανοητής: κορυφαίοι/προοδευτικοί/φιλελεύθεροι ~οι. Πβ. άνθρωποι των γραμμάτων, διανόηση, ιντελιγκέντσια, πνευματική ηγεσία.|| Δήθεν ~ (πβ. ψευτο~, ψευτοκουλτουριάρης).|| (ως επίθ.) ~ος: καλλιτέχνης. ● ΣΥΜΠΛ.: οργανικός διανοούμενος βλ. οργανικός [< αρχ. μτχ. διανοούμενος, γαλλ. intellectuel]
12615διάνοςδιά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. αρσενική γαλοπούλα. ΣΥΝ. γάλος, κούρκος ● ΦΡ.: φουσκώνει σαν διάνος (ειρων.): καμαρώνει, υπερηφανεύεται σε υπερβολικό βαθμό: Όταν μιλά για τον γιο του, ~ει ~. [< Ινδιάνος]
12616διαντίδρασηδι-α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που υποστηρίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων: κοινωνική/συμβολική ~. Πβ. διάδραση.
12617διανυκτέρευσηδι-α-νυ-κτέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. νυχτερινή διαμονή σε μέρος εκτός της μόνιμης κατοικίας: δωρεάν/υποχρεωτική ~. ~ σε δωμάτιο/στο καταφύγιο/στο κρατητήριο/σε σκηνή/στο ύπαιθρο. Τιμές ανά ~ (: σε ξενοδοχείο, πανσιόν). Δυνατότητα/έξοδα/κόστος ~ης. Πβ. κατάλυση. Βλ. διημέρευση. 2. ΣΤΡΑΤ. άδεια που χορηγείται σε οπλίτη να παραμείνει εκτός στρατοπέδου από την καθορισμένη ώρα εξόδου της μονάδας του έως το πρωινό προσκλητήριο της επόμενης ημέρας. 3. λειτουργία καταστήματος ή νοσοκομείου κατά τη διάρκεια της νύχτας. Βλ. εφημερία. [< μτγν. διανυκτέρευσις ‘ολονύκτια αγρυπνία’]
12618διανυκτερεύωδι-α-νυ-κτε-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {διανυκτέρευ-σα, (λόγ.) μτχ. διανυκτερεύ-ων, -ουσα, -ον}: περνώ τη νύχτα μένοντας εκτός της μόνιμης κατοικίας: ~σαν σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Η αποστολή ~σε στη ... Πβ. καταλύω, σταθμεύω.διανυκτερεύει: λειτουργεί, παραμένει ανοιχτό κατά τη διάρκεια της νύχτας: Το φαρμακείο ~. ~οντα: βενζινάδικα (= ~οντα πρατήρια υγρών καυσίμων)/νοσοκομεία (βλ. εφημερεύων). Βλ. διημερεύει. [< αρχ. διανυκτερεύω]
12619διάνυσηδι-ά-νυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του διανύω: ~ μεγάλων αποστάσεων. Χρόνος ~ης διαδρομών. Βλ. διάσχιση.|| (μτφ.) ~ μέρους των σπουδών σε ξένα πανεπιστήμια. [< μτγν. διάνυσις]
12620διάνυσμαδι-ά-νυ-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. προσανατολισμένο ευθύγραμμο τμήμα (ΑΒ) με ορισμένη διεύθυνση, φορά και μέτρο: ορθογώνια ~ατα (: των οποίων το εσωτερικό γινόμενο ισούται με το μηδέν). ΣΥΝ. άνυσμα [< μτγν. διάνυσμα ‘απόσταση που έχει διανυθεί’, γαλλ. vecteur]
12621διανυσματικός, ή, ό δι-α-νυ-σμα-τι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με το διάνυσμα: ~ή: ανάλυση/συνάρτηση. ~ό: άθροισμα/γινόμενο/δυναμικό/μέγεθος. Βλ. βαθμωτός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: επεξεργαστής. ΣΥΝ. ανυσματικός ● ΣΥΜΠΛ.: βάση διανυσματικού χώρου βλ. βάση, διάσταση διανυσματικού χώρου βλ. διάσταση [< γαλλ. vectoriel]
8473διανύω

βα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {βάδι-σα, βαδίζ-οντας} 1. περπατώ με αργά και σταθερά βήματα, διανύω απόσταση με τα πόδια. Πβ. βηματίζω. 2. κινούμαι προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση: (ΙΣΤ.) Ο στρατός ~σε εναντίον του ...|| (μτφ.) ~ει σε αδιέξοδο/στα τυφλά (= πηγαίνει). Η υπόθεση ~ει (= βαίνει) προς το τέλος της. Πβ. κατευθύνομαι, οδεύω, οδηγούμαι. Βλ. συμ~. 3. (μτφ.) προχωρώ σε συγκεκριμένες ενέργειες ή πράξεις: ~ει βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου (= κινείται). ● ΦΡ.: ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί [< αρχ. βαδίζω, γαλλ. marcher]

12622διανύωδι-α-νύ-ω ρ. (μτβ.) {διάνυ-σα (λόγ.) διήνυ-σα (εσφαλμ.) διένυ-σα, διανύ-θηκε (μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -οντας, -όμενος} 1. (μτφ.) βρίσκομαι σε μία εξελισσόμενη κατάσταση ορισμένης διάρκειας, περνώ: ~ουμε προεκλογική περίοδο/μια πολύ καλή χρονιά (πβ. διέρχομαι). ~ει το εικοστό έτος της ηλικίας του/τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να ~σουμε, για να φτάσουμε σε ικανοποιητικό επίπεδο. 2. διασχίζω, διατρέχω μια ορισμένη απόσταση: Σε πόσο χρόνο ~εις (= κάνεις) τη διαδρομή; ~όμενα: μίλια/χιλιόμετρα. ΣΥΝ. καλύπτω (4) [< αρχ. διανύω, γαλλ. parcourir]
12203διανύω

δια-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διάβηκε (λόγ.) διέβη, διαβεί, διαβαίν-οντας} (λόγ.) 1. διασχίζω, περνώ: ~ τα βουνά/τη γέφυρα/το μονοπάτι/τον ποταμό. Βλ. περι~.|| (μτφ.) Ο δρόμος που πρέπει να διαβεί δεν είναι εύκολος. Διάβηκε το κατώφλι/την πόρτα της φυλακής.|| (προφ.) Κάντε τόπο να διαβώ! 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) κυλά, παρέρχεται, φεύγει: ~ει η ζωή/ο καιρός. ● ΦΡ.: αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει (παροιμ.): η τύχη παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας., διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα (απαιτ. λεξιλόγ.): έλαβε κρίσιμη, τολμηρή και αμετάκλητη απόφαση, ξεπέρασε ένα εμπόδιο: ~ ~ και αποφάσισε να εκφράσει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του. [< γαλλ. franclir le Rubicon][< αρχ. διαβαίνω]

12623διαξιφισμόςδι-α-ξι-φι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): ανταλλαγή καυστικών ή επικριτικών εκφράσεων σε έντονο ύφος, λεκτική αντιπαράθεση: δημόσιοι ~οί. ~ (μεταξύ) υπουργών. Πβ. αντεγκλήσεις, αψιμαχία, διαπληκτισμός, κόντρα, λογομαχία. [< μτγν. διαξιφισμός ‘μάχη με ξίφος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.