Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13500-13520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12624διαξονικός, ή, ό βλ. -αξονικός, δι-
12625διαολεμένος, η, ο βλ. διαβολεμένος
12626διαολιάβλ. διαβολιά
12627διαόλιαδια-ό-λια ουσ. (ουδ.) (τα) & διαβόλια (μτφ.-προφ.) 1. ως χαρακτηρισμός για μικρά και άτακτα παιδιά: Τρέχουν σαν τα ~ στον δρόμο. Πβ. διαβολάκι, τερατάκι. 2. ως έκφραση εκνευρισμού με αναφορά συνήθ. σε συσκευές της σύγχρονης τεχνολογίας: Δεν έχω υπομονή εγώ με αυτά τα ~! Πβ. μαραφέτι. Βλ. γκάτζετ. ● ΦΡ.: έχω/με πιάνουν τα διαόλια μου: εκνευρίζομαι. Πβ. αγανακτώ, εξοργίζομαι.
12628διαολίζωδια-ο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {διαόλι-σα, διαολί-σει, -στηκα, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): εκνευρίζω, εξοργίζω: Αυτό που με ~ει (= θυμώνει) είναι που/ότι ... Πβ. φουρκίζω.
12629διαολο-βλ. διαβολο-
12630διάολοςβλ. διάβολος
12631διαολοστέλνωδια-ο-λο-στέλ-νω ρ. (μτβ.) & διαβολοστέλνω (προφ.): βρίζω κάποιον λέγοντάς του "άι στο διάολο", τον διώχνω, εκφράζοντας οργή ή αγανάκτηση. Πβ. εξυβρίζω, περιλούζω με βρισιές, σιχτιρίζω. ΣΥΝ. στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε
12632διαπαιδαγώγησηδι-α-παι-δα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαπαιδαγωγώ: κατάλληλη/ορθή ~. Δημοκρατική/ειδική (βλ. ειδική αγωγή)/ηθική/θρησκευτική/κοινωνική/πνευματική/σχολική ~. ~ των νέων/των παιδιών. Σύστημα/τρόπος ~ης. ~ μέσα στην οικογένεια και το σχολείο. Πβ. αγωγή, εκπαίδευση, παιδαγώγηση, παιδαγωγία. Βλ. ανατροφή, γαλούχηση, μόρφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση βλ. αγωγή
12633διαπαιδαγωγικός, ή, ό δι-α-παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: επίδραση. Ο ~ χαρακτήρας του θεάτρου. Πβ. εκπαιδευτικός, παιδαγωγικός.
12634διαπαιδαγωγώ[διαπαιδαγωγῶ] δι-α-παι-δα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {διαπαιδαγωγ-είς ..., -ώντας | διαπαιδαγώγ-ησε, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: καλλιεργώ πνευματικά και ηθικά νέο κυρ. άτομο, με συστηματικό και μεθοδικό συνήθ. τρόπο: ~ τους μαθητές/τους πολίτες κατάλληλα. ~ούν τη νεολαία με το φωτεινό τους παράδειγμα. Τα έργα του ~ησαν μια ολόκληρη γενιά. Πβ. εκπαιδεύω, παιδαγωγώ. Βλ. ανατρέφω, γαλουχώ, διαμορφώνω, διαπλάθω, διδάσκω. [< αρχ. διαπαιδαγωγῶ ‘εποπτεύω (για την εκπαίδευση), καθοδηγώ’]
12635διαπάληδι-α-πά-λη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονος ανταγωνισμός και αντιπαράθεση ανάμεσα σε αντίπαλες πλευρές: εσωκομματική/εσωτερική/ιδεολογική/ταξική ~. ~ μεταξύ αντίθετων απόψεων. Η ~ της εξουσίας/των ιδεών. Πβ. διαμάχη, πάλη. [< μτγν. διαπάλη ‘σθεναρή πάλη’]
12636διαπανεπιστημιακός, ή, ό δι-α-πα-νε-πι-στη-μι-α-κός επίθ.: που γίνεται μεταξύ πανεπιστημίων: ~ή: συνεργασία. ~ό: κέντρο/σεμινάριο/συνέδριο. ~ό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών. ~οί: (αθλητικοί) αγώνες. Βλ. διατμηματικός.|| ~ Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ακρ. ΔΟΑΤΑΠ). [< αγγλ. interuniversity]
12638διαπαραταξιακός, ή, ό δι-α-πα-ρα-τα-ξι-α-κός επίθ.: που αφορά δύο ή περισσότερες παρατάξεις: ~ή: εκπροσώπηση/επιτροπή/συνάντηση. ~ό: προεδρείο. Πβ. διακομματικός. Βλ. ενδοπαραταξιακός.
12639διαπασών[διαπασῶν] δι-α-πα-σών ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. {θηλ.} νότα αναφοράς (η λα της τρίτης οκτάβας του πιάνου) με βάση τη συχνότητα της οποίας εναρμονίζονται οι φωνές και τα όργανα: οι βαθμίδες της ~. Πβ. ογδόη. 2. {θηλ.} έκταση των ήχων της φωνής ή των οργάνων από τον χαμηλότερο στον οξύτερο. 3. {ουδ.} μικρό μεταλλικό όργανο με λαβή και δύο στελέχη σε σχήμα U, με το οποίο παράγεται η νότα λα για το κούρδισμα των μουσικών οργάνων. ● ΦΡ.: στη διαπασών (μτφ.): πάρα πολύ δυνατά, στη μεγαλύτερη ένταση: μουσική/τηλεόραση ~ ~. Ούρλιαζε/φώναζε ~ ~. [< αρχ. διαπασῶν < διὰ πασῶν χορδῶν, γαλλ.-αγγλ. diapason]
12640διάπαυσηδι-ά-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. αναστολή των λειτουργιών κυρ. των εντόμων σε ορισμένο στάδιο του βιολογικού τους κύκλου: θερινή/χειμερινή ~. Προνύμφη σε ~. Βλ. λήθαργος, νάρκη. [< αρχ. διάπαυσις 'διακοπή', αγγλ. diapause]
12641διαπεραίωσηδι-α-πε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): μεταφορά συνήθ. από τη μια ακτή ή όχθη στην άλλη: ~ στην Κέρκυρα με φεριμπότ. Πβ. διαπέραση, μετάβαση, πέρασμα. Βλ. διαβίβαση. [< μτγν. διαπεραίωσις]
12642διαπέρασηδι-α-πέ-ρα-ση 1. πέρασμα από τη μία πλευρά στην άλλη: πλήρης ~ του οστού/των τοίχων. Πβ. τρύπημα.|| Εναέρια ~ (ποταμού). Πβ. διαπεραίωση. 2. (ειδικότ.) διείσδυση ρευστού σε κάποιο υλικό: ~ υγρασίας/υγρών. Αντίσταση ~ης από νερό. Πβ. διαπερατότητα. 3. ΦΥΣ. η ικανότητα του γυαλιού να επιτρέπει τη διέλευση του φωτός ή/και της θερμότητας: θερμική/οπτική ~. [< 2: γαλλ. pénétration]
12643διαπεραστικός, ή, ό δι-α-πε-ρα-στι-κός επίθ.: έντονος, οξύς: ~ός: ήχος/θόρυβος/πόνος (πβ. σουβλερός). ~ή: φωνή (πβ. στριγκιά, τσιριχτή). ~ό: κρύο (πβ. δριμύ, τσουχτερό)/σφύριγμα.|| ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Πβ. διεισδυτικός. ● επίρρ.: διαπεραστικά [< γαλλ. pénétrant]
12644διαπεραστικότηταδι-α-πε-ρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαπεραστικού: ~ της φωνής. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. pénétrabilité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.