Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13520-13540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12645διαπερατός, ή, ό δι-α-πε-ρα-τός επίθ. (επιστ.): (για υλικό) που επιτρέπει να το διαπεράσουν: ~ή: επιφάνεια. ~ό: πέτρωμα/σκυρόδεμα/φίλτρο.|| (ΒΙΟΛ.) Εκλεκτικά ~ή μεμβράνη (: του κυττάρου). Βλ. αερο~, φωτο~. ΣΥΝ. περατός (1) ΑΝΤ. αδιαπέραστος (1) [< γαλλ. perméable]
12646διαπερατότηταδι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τα διαπερατά σώματα: (ΓΕΩΛ.) ~ του εδάφους/πετρώματος. Βλ. αερο~, διαπέραση.|| (ΦΥΣ.) Ηλεκτρική/θερμική/οπτική ~. ~ του φωτός (= διαπεραστικότητα, φωτο~). Βλ. αγωγιμότητα.|| (ΙΑΤΡ.-ΑΝΑΤ.) Εντερική ~. ~ των αγγείων.|| (ΒΙΟΛ.) Εκλεκτική ~ (: της πλασματικής μεμβράνης του κυττάρου). Βλ. διάχυση, όσμωση, -ότητα. ΑΝΤ. αδιαπερατότητα ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική διαπερατότητα: ΦΥΣ. σταθερά που εκφράζει τον βαθμό διέλευσης της μαγνητικής ροής από ένα υλικό: απόλυτη/σχετική ~ ~. [< γαλλ. perméabilité]
12647διαπεριφερειακός, ή, ό δι-α-πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ.: που συντελείται μεταξύ δύο ή περισσότερων περιφερειών: ~ή: μετακίνηση/μετανάστευση/συμφωνία. ~ό: δίκτυο/συνέδριο. Βλ. διαδημοτικός, διακρατικός, διατοπικός. [< γαλλ. interrégional, 1906]
12648διαπερνώ[διαπερνῶ] δι-α-περ-νώ ρ. (μτβ.) {διαπερν-άς, -ά κ. -άει ..., -ούσε, -ώντας | διαπέρα-σα, διαπερά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} & διαπερνάω 1. περνώ διαμέσου, από τη μια άκρη στην άλλη: Το φως ~ά μια επιφάνεια κάθετα/οριζόντια. Το ηλεκτρικό ρεύμα ~ά το καλώδιο. Η βροχή/η υγρασία ~σε τα ρούχα μας (πβ. διαποτίζω, μουσκεύω). Ο οισοφάγος φτάνει μέχρι το στομάχι, ~ώντας το διάφραγμα. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) διεισδύω: Το βλέμμα της με ~ούσε. Ένα ρίγος με ~σε. [< μεσν. διαπερνώ]
12649διαπίδυσηδι-α-πί-δυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. διαχωρισμός μακρομορίων από ιόντα και συστατικά χαμηλού μοριακού βάρους σε διάλυμα ή αιώρημα βάσει της άνισης διάχυσής τους μέσω ημιπερατής μεμβράνης. 2. ΧΗΜ. διάχυση δύο αερίων ή υγρών μέσα από το πορώδες διάφραγμα που τα χωρίζει, με αποτέλεσμα την ανάμειξή τους. 3. ΒΙΟΛ. μετακίνηση ή διέλευση λευκοκυττάρων του αίματος στα τριχοειδή αγγεία. 4. (μτφ.) αμοιβαία διείσδυση, αλληλεπίδραση: ~ επιστημών/ιδεών. Πβ. μπόλιασμα, όσμωση. [< αρχ. διαπίδυσις 1,2: γαλλ. dialyse 3: γαλλ. diapédèse, αγγλ. diapedesis]
37115διαπιδυση

[ὄσμωση] ό-σμω-ση ουσ. (θηλ.) & ώσμωση 1. ΧΗΜ. διαδικασία κατά την οποία τα μόρια ενός διαλύτη διαχέονται από το αραιότερο προς το πυκνότερο διάλυμα μέσω μιας ημιπερατής μεμβράνης, προκειμένου να ισοσταθμιστεί η διαφορά στη μοριακή συγκέντρωση των δύο διαλυμάτων. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) αλληλεπίδραση και ειδικότ. σταδιακή και ασυνείδητη διαδικασία αφομοίωσης ή απορρόφησης: κοινωνική/πολιτική ~. ~ των αντιθέσεων/απόψεων/πολιτισμών. Πβ. διαπίδυση, μπόλιασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίστροφη όσμωση βλ. αντίστροφος [< γαλλ. osmose, αγγλ. osmosis < αρχ. ὠσμός ‘ώθηση’]

12650διαπιστευμένος, η, ο δι-α-πι-στευ-μέ-νος επίθ. 1. (για διπλωματικό αντιπρόσωπο) που έχει διοριστεί επίσημα σε ξένο κράτος. 2. που έχει εξουσιοδοτηθεί ως εκπρόσωπος: ~ος: σύμβουλος. 3. πιστοποιημένος: ~η: εταιρεία. ~ες: υπηρεσίες. Πβ. εγκεκριμένος. Βλ. τεκμηριωμένος. ● βλ. διαπιστεύω [< γαλλ. accredité]
12651διαπίστευσηδι-α-πί-στευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσημος διορισμός διπλωματικού εκπροσώπου σε ξένο κράτος: παράλληλη ~. ~ του πρέσβη της Γαλλίας στην Ελλάδα. 2. βεβαίωση των στοιχείων κάποιου και εξουσιοδότησή του ως εκπροσώπου σε χώρο, διοργάνωση· συνεκδ. το σχετικό δελτίο: κάρτες ~ης των συνέδρων. Οι ~εύσεις των εκπροσώπων του Τύπου. Πβ. διαπιστευτήρια. 3. (κατ΄ επέκτ.) πιστοποίηση καταλληλότητας για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών: ~ βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων. Εθνικό Σύστημα ~ης (ακρ. Ε.ΣΥ.Δ.). [< γαλλ. accréditation]
12652διαπιστευτήριαδι-α-πι-στευ-τή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {διαπιστευτηρί-ων | σπάν. στον εν. διαπιστευτήριο} 1. επίσημα έγγραφα με τα οποία πιστοποιείται ο διορισμός διπλωματικού αντιπροσώπου σε ξένο κράτος: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχεται τα ~ των ξένων πρεσβευτών (= επίδοση των ~ίων). 2. ειδικά δελτία που επιβεβαιώνουν τα στοιχεία κάποιου και τον εξουσιοδοτούν ως εκπρόσωπο σε χώρο, διοργάνωση: τα ~ των δημοσιογράφων. Πβ. διαπίστευση.|| (κατ' επέκτ.) Ακαδημαϊκά ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως αποδεικτικό των ικανοτήτων, της αξίας κάποιου: Δίνω/καταθέτω/παρουσιάζω τα ~ιά μου. Πβ. δείγμα γραφής. [< γαλλ. lettres de créance]
12653διαπιστεύωδι-α-πι-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {διαπίστευ-σα | συνήθ. μεσοπαθ. -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος} 1. διορίζω διπλωματικό αντιπρόσωπο σε ξένο κράτος: Ο πρέσβης της χώρας μας ~θηκε στο Μεξικό (= επέδωσε τα διαπιστευτήριά του). 2. εξουσιοδοτώ κάποιον ως εκπρόσωπο: Στο Κέντρο Τύπου ~θηκαν χίλιοι δημοσιογράφοι. 3. πιστοποιώ την καταλληλότητα φορέα, επιχείρησης για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών: Η εταιρεία ~τηκε κατά/με ISO. ● βλ. διαπιστευμένος [< πβ. αρχ. διαπιστεύω ‘έχω εμπιστοσύνη’, γαλλ. accréditer]
12654διαπιστωμένος, η, ο δι-α-πι-στω-μέ-νος επίθ.: που έχει διαπιστωθεί, εξακριβωμένος: ~ος: κίνδυνος. ~η: ανεπάρκεια/έλλειψη/παράβαση. ~ο: γεγονός. ~οι: λόγοι. ~ες: παραβιάσεις/παρατυπίες. ~α: προβλήματα. Εμπειρικά/ιστορικά ~ο (: επιβεβαιωμένο). ● επίρρ.: διαπιστωμένα
12655διαπιστώνωδι-α-πι-στώ-νω ρ. (μτβ.) {διαπίστω-σα (λόγ.) διεπίστω-σα, διαπιστώ-σει, -θηκε (λόγ. διεπιστώ-θη, -θησαν, μτχ. διαπιστω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος, διαπιστών-οντας}: εξακριβώνω, συμπεραίνω κάτι ύστερα από έλεγχο: Από τη συζήτηση ~σα την άγνοιά του. Άργησα να το ~σω (πβ. αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ). Στο νοσοκομείο ~θηκε απλώς ο θάνατός της. Είναι ~μένο ότι η έλλειψη ύπνου προκαλεί ... Πβ. διακριβώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~θηκε σφάλμα κατά την ανάκτηση των πληροφοριών. Πβ. εντοπίζω. [< γαλλ. constater]
12656διαπίστωσηδι-α-πί-στω-ση ουσ. (θηλ.): εξακρίβωση, συμπέρασμα: δικαστική/έγκαιρη/οδυνηρή ~ (πβ. συνειδητοποίηση). Κριτήρια ~ης-πιστοποίησης της ελληνομάθειας (πβ. διακρίβωση). Αποτελεί γενική/κοινή ~ ότι ...|| Αρχικές ~ώσεις. Έκανε τις ~ώσεις του (= έβγαλε τα συμπεράσματά του). Πβ. πόρισμα. [< γαλλ. constatation]
12657διαπιστώσιμος, η, ο δι-α-πι-στώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαπιστωθεί: άμεσα/δύσκολα/εμπειρικά/εύκολα ~ο γεγονός. Πβ. εξακριβώσιμος, επαληθεύσιμος. Βλ. -ιμος.
12658διαπιστωτικός, ή, ό δι-α-πι-στω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που στοχεύει στη διαπίστωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: πράξη. ~ό: έγγραφο. ~ά: κριτήρια/τεστ (βλ. διαγνωστικός).
12659διαπλάθωδι-α-πλά-θω ρ. (μτβ.) {διέπλα-σε (λόγ.) & διάπλα-σε, διαπλά-σει, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -στεί, διαπλάθ-οντας} & (σπάν.) διαπλάσσω (λόγ.): διαμορφώνω πνευματικά, ηθικά ή/και σωματικά: Η εκπαίδευση ~ει προσωπικότητες/συνειδήσεις (πβ. διαπαιδαγωγώ). Ο αθλητισμός ~ει τον χαρακτήρα. Η νεολαία ~εται ανάλογα με τα πρότυπα της κοινωνίας. Πβ. καλλιεργώ. [< αρχ. διαπλάσσω]
12660διαπλανητικός, ή, ό δι-α-πλα-νη-τι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που βρίσκεται ή γίνεται ανάμεσα σε πλανήτες: ~ός: χώρος. ~ή: τροχιά/ύλη. ~ό: διάστημα.|| ~ό: ταξίδι. Πβ. μεσοπλανητικός. Βλ. διαγαλαξιακός, διαστρικός. [< γαλλ. interplanétaire]
12661διάπλασηδι-ά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ηθική, πνευματική ή/και σωματική διαμόρφωση του ανθρώπου: αισθητική ~. ~ της διάνοιας/του χαρακτήρα. Πβ. διαπαιδαγώγηση.|| Ανατομική/μυϊκή/φυσική ~ του εμβρύου. Πβ. ανάπτυξη. 2. ΟΙΚΟΛ. βιοκοινότητα με αλληλεξαρτώμενα φυτά και ζώα προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένο κλίμα και έδαφος μιας μεγάλης γεωγραφικής περιοχής: θαμνώδεις/φυτικές ~άσεις. Πβ. οικοσύστημα. Βλ. βιότοπος. 3. ΓΕΩΛ. σχηματισμός: ~ του εδάφους. ● ΣΥΜΠΛ.: σωματική διάπλαση: δομή του σώματος: ~ ~ ανάλογη με το ύψος, το βάρος, το φύλο, την ηλικία. Έχει ισχυρή/κανονική/σωστή ~ ~. [< 1: μτγν. διάπλασις, γαλλ. formation 2: αγγλ. biome, 1916, 3: γαλλ. formation]
12662διαπλάσσωβλ. διαπλάθω
12663διαπλαστικός, ή, ό δι-α-πλα-στι-κός επίθ.: που επιδρά στη διάπλαση ή σχετίζεται με αυτή:~ή: επίδραση. ~ές: ανωμαλίες (= δυσπλασίες) της μήτρας. Βλ. διαμορφωτικός.|| (ΝΟΜ.) ~ή: αγωγή (: για δημιουργία, μεταβολή ή κατάργηση έννομης σχέσης με δικαστική απόφαση, π.χ. αγωγή διαζυγίου). ~ό: δικαίωμα (: για σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιώματος, π.χ. καταγγελία σύμβασης εργασίας). ● επίρρ.: διαπλαστικά [< μτγν. διαπλαστικός ‘διαμορφωτικός’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.