| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12664 | διάπλατος | , η, ο διά (& δι-ά)-πλα-τος επίθ.: εντελώς ανοιχτός, ορθάνοιχτος: Άφησε ~η την πόρτα.|| (μτφ.) Ο δρόμος για την επιτυχία είναι ~. ● επίρρ.: διάπλατα: Άνοιξα ~ τα παράθυρα/(μτφ.) την αγκαλιά μου. Πβ. τέντα. | |
| 12665 | διαπλάτυνση | δι-α-πλά-τυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαπλατύνω: ~ της διώρυγας/του λιμανιού/των πεζοδρομίων. Έργα διάνοιξης και ~ης οδικών αρτηριών. Πβ. πλάτ-εμα, -υνση, φάρδεμα. | |
| 12666 | διαπλατύνω | δι-α-πλα-τύ-νω ρ. (μτβ.) {διαπλάτυν-ε, διαπλατύν-ει, διαπλατυν-θεί} (λόγ.): πλαταίνω, φαρδαίνω: ~εται ο δρόμος/η γέφυρα/η λεωφόρος. Πβ. διευρύνω. [< αρχ. διαπλατύνω] | |
| 12667 | διαπλέκω | δι-α-πλέ-κω ρ. (μτβ.) {διέπλε-ξα, διαπλέ-ξει, -χθηκε (λόγ.) διεπλάκ-η, διαπλακεί, διαπλεκ-όμενος, συνήθ. μεσοπαθ.}: συνδέω στοιχεία, ώστε να αποκτήσουν πολύ στενή σχέση: H ιστορία ~ει το ιστορικό με το μυθικό στοιχείο. Πβ. διασταυρώνω, συμπλέκω, συνυφαίνω. ● Παθ.: διαπλέκομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: αναπτύσσω σχέσεις διαπλοκής: Ευνοούνται επιχειρηματίες που ~ονται με το κράτος. Βλ. αλληλοδιαπλέκονται. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπλεκόμενα (συμφέροντα): γύρω από τα οποία αναπτύσσονται αθέμιτες συναλλαγές και εξαρτήσεις ανάμεσα κυρ. σε φορείς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Βλ. διαπλοκή. [< αρχ. διαπλέκω] | |
| 12668 | διάπλευση | δι-ά-πλευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάσχιση θάλασσας, λίμνης, ποταμού: ~ της διώρυγας/του ωκεανού. Πβ. διάπλους. [< μεσν. διάπλευσις] | |
| 12669 | διαπλέω | δι-α-πλέ-ω ρ. (μτβ.) {διέπλευ-σα, διαπλεύ-σει, διαπλέ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): διασχίζω θάλασσα, λίμνη, ποταμό: Τα πλοία ~ουν το πέλαγος/τον πορθμό/τα χωρικά ύδατα. [< αρχ. διαπλέω] | |
| 12670 | διαπληκτίζομαι | δι-α-πλη-κτί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαπληκτί-στηκα (λόγ.) -σθηκα} (απαιτ. λεξιλόγ.): τσακώνομαι, λογομαχώ: ~ονται δημοσίως. ~στηκε με συνάδελφό του. Αποβλήθηκαν οι παίκτες που ~στηκαν μεταξύ τους (πβ. ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια). Πβ. αντιδικώ, καβγαδίζω, λογο-μαχώ, -φέρνω, μαλώνω, φιλονικώ. Βλ. διαφωνώ, διχογνωμώ, συγκρούομαι. [< μτγν. διαπληκτίζομαι ‘συγκρούομαι, μάχομαι με κτυπήματα’]Ι | |
| 12671 | διαπληκτίζομαι | δι-α-πλη-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διαπληκτίζομαι: έντονοι/σκληροί/φραστικοί ~οί. Οι αντεγκλήσεις και οι ~οί κυριάρχησαν στη συνεδρίαση. Πβ. αντιδικία, καβγάς, λογομαχία, φιλονικία, φραστικό επεισόδιο. Βλ. διαφωνία, -ισμός. [< μτγν. διαπληκτισμός ‘συμπλοκή’] | |
| 12672 | διαπλοκή | δι-α-πλο-κή ουσ. (θηλ.): δημιουργία βλαπτικών για το δημόσιο συμφέρον σχέσεων ανάμεσα κυρ. σε πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες ενός τόπου: επιχειρηματική ~. Παιχνίδια/σκάνδαλα/φαινόμενα ~ής. Αντιμετώπιση/καταπολέμηση/πάταξη της ~ής. Βλ. διαφθορά, κομπίνα, παρακράτος. [< αρχ. διαπλοκή 'σύναψη, συμπλοκή'] | |
| 12673 | διαπλοκολογία | δι-α-πλο-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): κύκλος συζητήσεων για τα διαπλεκόμενα συμφέροντα: Αποφεύγει να εμπλακεί στη ~. Πβ. σκανδαλολογία. Βλ. -λογία. | |
| 12674 | διάπλους | δι-ά-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): διάπλευση: ~ του καναλιού/των στενών. Βλ. απόπλους. [< αρχ. διάπλους] | |
| 12675 | διαπνέει | δι-α-πνέ-ει ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. μεσοπαθ., διαπνε-όμενος}: αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα: Το πάθος/η φιλοσοφία που ~ το έργο του ... Ένας βαθύς λυρισμός ~ τα ποιήματά του (= διακρίνει). ● Παθ.: διαπνέομαι: χαρακτηρίζομαι από κάτι: ~εται από τις αρχές της δημοκρατίας, της διαφάνειας, της αξιοκρατίας. ~ονται από αισθήματα εκτίμησης/θαυμασμού. ~όταν από το όραμα της ... Πβ. διαποτίζω. ΣΥΝ. διακατέχομαι, εμφορούμαι [< αρχ. διαπνέω, γαλλ. s΄ inspirer] | |
| 12685 | διαπνέω | δι-α-πο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {διαπότι-σε, -στηκε, -σμένος, διαποτίζ-οντας} 1. (μτφ.) επηρεάζω έντονα: Η αγάπη πρέπει να ~ει (= διακατέχει) την ύπαρξή μας. Η σκέψη του είχε ~στεί (= διαπνεόταν, εμφορούνταν) από προοδευτικές ιδέες/τα ρομαντικά ιδεώδη. Πβ. εμποτίζω. 2. διαβρέχω, μουσκεύω: Ρούχα που έχουν ~στεί από την υγρασία. Ύφασμα ~σμένο με νερό. Πβ. (εμ)ποτίζω. [< μεσν. διαποτίζω, γαλλ. imprégner, imbiber] | |
| 12676 | διαπνοή | δι-α-πνο-ή ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. διαδικασία κατά την οποία τα φυτά αποβάλλουν νερό με τη μορφή υδρατμών, κυρ. από τα φύλλα. Βλ. άδηλη αναπνοή. [< αρχ. διαπνοή ‘εφίδρωση, εξάτμιση’, γαλλ. transpiration] | |
| 12677 | διαποίμανση | δι-α-ποί-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. (για ιεράρχη) το έργο της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών και της διοίκησης μιας επισκοπής. | |
| 12678 | διαπολιτισμικός | , ή, ό δι-α-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που αφορά τις σχέσεις μεταξύ πολιτισμών: ~ός: διάλογος. ~ή: αγωγή/επικοινωνία/έρευνα/κατανόηση/συνεργασία/ψυχολογία. ~ό: κέντρο/περιβάλλον/σχολείο/φεστιβάλ. Βλ. μονο-, πολυ-πολιτισμικός. ΣΥΝ. διαπολιτιστικός ● ΣΥΜΠΛ.: διαπολιτισμική εκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. εκπαιδευτική προσέγγιση που στοχεύει στην αντιμετώπιση των μορφωτικών αναγκών σε σχολεία όπου συνυπάρχουν μαθητές με διαφορετική εθνική, πολιτισμική προέλευση: αρχές/πρόγραμμα ~ής ~ης. Η ~ ~ αποσκοπεί στην εξάλειψη των διακρίσεων. Βλ. αντισταθμιστική εκπαίδευση. [< αγγλ. intercultural, 1937, cross-cultural, περ. 1942, transcultural, 1951, γαλλ. transculturel, περ. 1950], intercultural, περ. 1970-1980] | |
| 12679 | διαπολιτισμικότητα | δι-α-πο-λι-τι-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αλληλεπίδραση και συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες ενός κοινωνικού συνόλου: αρχές/προώθηση της ~ας. Βλ. μονο-, πολυ-πολιτισμικότητα, -ότητα. [< αγγλ. interculturality, interculturalism] | |
| 12680 | διαπολιτισμός | δι-α-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φιλοσοφία αλληλεπίδρασης και συνεργασίας ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες ενός πολυπολιτισμικού κοινωνικού συνόλου: ~ και αλληλοκατανόηση των λαών. Βλ. επι-, πολυ-πολιτισμός. [< αγγλ. interculture] | |
| 12681 | διαπολιτιστικός | , ή, ό δι-α-πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: διαπολιτισμικός. | |
| 12682 | διαπόμπευση | δι-α-πό-μπευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημόσιος εξευτελισμός, διασυρμός: κοινωνική/πολιτική/τηλεοπτική ~. ~ ανηλίκων/των κατηγορουμένων. ~ ανθρώπων και σπίλωση προσωπικοτήτων. Πβ. ατίμωση, ρεζίλεμα, στιγματισμός, ταπείνωση. Βλ. γελοιοποίηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ