| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12683 | διαπομπεύω | δι-α-πο-μπεύ-ω ρ. (μτβ.) {διαπόμπευ-σα, διαπομπεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): διασύρω κάποιον δημόσια: ~ουν τους θεσμούς/πρόσωπα. Πβ. ατιμάζω, προπηλακίζω, ρεζιλεύω, στιγματίζω, ταπεινώνω. Βλ. γελοιοποιώ, χλευάζω. ΣΥΝ. εξευτελίζω (1) [< μεσν. διαπομπεύω] | |
| 12684 | διαπορώ | [διαπορῶ] δι-α-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {διαπορ-είς ..., μτχ. διαπορ-ών, κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρχαιοπρ.): απορώ, βρίσκομαι σε πλήρη αμηχανία: έκπληκτος και ~ών. Βλ. απορώ και εξίσταμαι. [< αρχ. διαπορῶ] | |
| 12686 | διαπότιση | δι-α-πό-τι-ση ουσ. (θηλ.) & διαποτισμός (ο): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διαποτίζω: ~ ξύλου εις βάθος/υφάσματος με νερό. Πβ. διαβροχή, μούσκεμα.|| ~ του εδάφους. Βλ. διήθηση.|| (μτφ.) Δογματικός/ιδεολογικός ~. ~ του ατόμου με (ανθρωπιστικές) αρχές. Πβ. εμποτισμός. Βλ. επηρεασμός. | |
| 12687 | διαπραγματεύομαι | δι-α-πραγ-μα-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διαπραγματεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -θείς, -θείσα, -θέν} 1. κάνω διαπραγματεύσεις: ~ την αγορά/πώληση/τιμή/τον τρόπο εξόφλησης ακινήτου (πβ. παζαρεύω). ~ καλή τη πίστει/με τους δικούς μου όρους. ~ονται την απελευθέρωση των αιχμαλώτων. Αρνήθηκε να ~τεί με την κυβέρνηση. Η ~θείσα συμφωνία. Βλ. επανα~.|| (+ για) Μπορούν να ~τούν για να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση.|| (εσφαλμ.) Οι μετοχές που ~τηκαν σήμερα στο Χρηματιστήριο Αθηνών (= έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης). 2. (σπανιότ.) αναπτύσσω διεξοδικά ένα θέμα, πραγματεύομαι: Τα ζητήματα που ~εται ο συγγραφέας είναι ... [< 1: γαλλ. négocier 2: αρχ. διαπραγματεύομαι] | |
| 12688 | διαπραγμάτευση | δι-α-πραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} διαδικασία συζητήσεων που διεξάγουν άτομα ή φορείς για επίτευξη συμφωνίας: διπλωματικές/ενταξιακές/εξαντλητικές/επίσημες/μυστικές/σκληρές ~εύσεις (πβ. διαβουλεύσεις). Όροι ~ης. Άκαρπες οι ~εύσεις για τον αφοπλισμό/τα πυρηνικά/την τύχη των ομήρων. Αποτυχία/δεύτερος γύρος/διακοπή/διευκόλυνση των ~εύσεων. Γίνονται ~εύσεις προκειμένου να ... Ξεκίνησαν/έληξαν/επαναλαμβάνονται οι ~εύσεις. Συμμετέχει στις ~εύσεις. Βρισκόμαστε στο στάδιο των ~εύσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ συναλλάγματος/χρεογράφων. Αναστολή/έναρξη/παύση ~ης μετοχών εταιρείας. Σύμβαση ειδικής ~ης. Αποτελεί αντικείμενο ~ης. Βλ. (επ)ανα~. 2. {χωρ. πληθ.} (σπανιότ.) διεξοδική ανάπτυξη θέματος, πραγμάτευση: εκτενής/λεπτομερής ~ του προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: συλλογικές διαπραγματεύσεις: ΠΟΛΙΤ. διαβούλευση για την από κοινού ρύθμιση των όρων εργασίας ανάμεσα στους εκπροσώπους των εργαζομένων και των εργοδοτών: ~ ~ και εργασιακές σχέσεις. ~ ~ στη δημόσια διοίκηση. Σε αδιέξοδο οδηγούνται οι ~ ~. Βλ. κοινωνικός διάλογος. [< αγγλ. collective bargaining, 1923] ● ΦΡ.: τραπέζι των διαπραγματεύσεων & τράπεζα των διαπραγματεύσεων: για διεξαγωγή συνομιλιών μεταξύ επίσημων φορέων, οι οποίες οδηγούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Οι δύο πλευρές επέστρεψαν/κάθισαν/προσήλθαν/συμμετείχαν στο ~ ~. Πβ. τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων. [< γαλλ. table de négociations] , υπό διαπραγμάτευση (λόγ.): σε διαδικασία συζητήσεων με στόχο τη συμφωνία, την αποδοχή ή την απόρριψη: αιτήματα/δικαιώματα ~ ~. Ομόλογα που τελούν ~ ~. Τα πάντα τίθενται ~ ~. [< μεσν. διαπραγμάτευσις, 1: γαλλ. négociation] | |
| 12689 | διαπραγματεύσιμος | , η, ο δι-α-πραγ-μα-τεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, που επιδέχεται συζήτηση: ~ος: μισθός. ~η: τιμή (πβ. συζητήσιμη). Τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων δεν είναι ~α.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~οι: τίτλοι. ~α: αξιόγραφα/αμοιβαία κεφάλαια/συμβόλαια. Ελεύθερα ~α επιτόκια. ΑΝΤ. αδιαπραγμάτευτος [< γαλλ. négociable] | |
| 12690 | διαπραγματευσιμότητα | δι-α-πραγ-μα-τευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΟΙΚΟΝ.): η ιδιότητα του διαπραγματεύσιμου, δυνατότητα διαπραγμάτευσης: ελεύθερη/χαμηλή ~ των μετοχών. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. négociabilité] | |
| 12691 | διαπραγματευτής | δι-α-πραγ-μα-τευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διαπραγματεύτρια}: πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διεξαγωγή διαπραγμάτευσης: ανώτατος/εμπορικός ~. Συνάντηση των ~ών στις συνομιλίες για την ένταξη νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. (δια)μεσολαβητής. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπραγματευτής της Αστυνομίας: αστυνομικός ειδικά εκπαιδευμένος για να διεξάγει συνομιλίες με δράστες, συνήθ. σε περιπτώσεις απαγωγής ή ομηρίας., ειδικός διαπραγματευτής: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται σε συνεχή βάση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αναλαμβάνει να συναλλάσσεται για ίδιο λογαριασμό, αγοράζοντας και πουλώντας χρηματοπιστωτικά μέσα, έναντι δικών του κεφαλαίων, σε τιμές που έχει καθορίσει το ίδιο. [< γαλλ. négociateur] | |
| 12692 | διαπραγματευτικός | , ή, ό δι-α-πραγ-μα-τευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διαπραγμάτευση: ~ός: γύρος/ρόλος. ~ή: διαδικασία/δύναμη/θέση/ικανότητα/ισχύς. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπραγματευτικό χαρτί/ατού (μτφ.-προφ.): στοιχείο ή επιχείρημα που χρησιμοποιείται ως πλεονέκτημα σε διαπραγμάτευση: ισχυρό ~ ~. | |
| 12693 | διάπραξη | δι-ά-πρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκτέλεση αξιόποινης πράξης ή σφάλματος: ~ εγκλήματος/κλοπών/πειθαρχικού παραπτώματος/ποινικού αδικήματος/φόνου. [< πβ. αρχ. διάπραξις ‘πραγματοποίηση’, γαλλ. perpétration] | |
| 12694 | διαπράττω | δι-α-πράτ-τω ρ. (μτβ.) {διέπρα-ξα, διαπρά-ξει, διαπρά-χθηκε (σπανιότ.) -χτηκε (λογιότ.) διεπρά-χθη, διαπράττ-οντας} (λόγ.): κάνω αξιόποινη ή λανθασμένη πράξη: ~χθη κακούργημα/ληστεία.|| ~ξε ατόπημα/σφάλμα. Πβ. (εκ)τελώ. [< πβ. αρχ. διαπράττω ‘πραγματοποιώ, ολοκληρώνω’, γαλλ. perpétrer] | |
| 12695 | διαπρεπής | , ής, ές δι-α-πρε-πής επίθ. {διαπρεπέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): διακεκριμένος, επιφανής, ονομαστός: ~ής: επιστήμονας/καθηγητής/νομικός. ~ές: στέλεχος. Πβ. εξαίρετος,καταξιωμένος, λαμπρός, πρωτοκλασάτος, φημισμένος. Βλ. -πρεπής. [< αρχ. διαπρεπής] | |
| 12696 | διαπρέπω | δι-α-πρέ-πω ρ. (αμτβ.) {διέπρε-ψα, διαπρέ-ψει, κυρ. στο γ΄ προς, διαπρέπ-οντας} (λόγ.): σημειώνω επιτυχία, διακρίνομαι σε κάποιον τομέα: ~ει στη δημόσια ζωή/στο εξωτερικό/στην ιατρική. ~ψε ως νομικός. ~ψαν στις τέχνες και τα γράμματα. Πβ. αριστεύω, πρωτεύω, (δια)λάμπω, ξεχωρίζω.|| (ειρων.) Μπράβο, ~ψες πάλι (= απέτυχες)! [< αρχ. διαπρέπω] | |
| 12697 | διαπροσωπικός | , ή, ό δι-α-προ-σω-πι-κός επίθ.: που υπάρχει, αναπτύσσεται ή συντελείται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: επαφή/επικοινωνία. ~ά: προβλήματα. Σε ~ό επίπεδο. Πβ. διανθρώπινος, διατομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπροσωπικές σχέσεις: σχέσεις μεταξύ προσώπων: Η αμοιβαιότητα αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο των ~ών ~εων. [< αγγλ. interpersonal relationships] [< γαλλ. interpersonnel, 1920] | |
| 12698 | διαπρύσιος | , α, ο δι-α-πρύ-σι-ος επίθ. (λόγ.): που κάνει κάτι με ζήλο, πάθος: ~ος: οπαδός του καπιταλισμού/υπερασπιστής της αλήθειας. Πβ. παθιασμένος, φλογερός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διαπρύσιος κήρυκας: ένθερμος υποστηρικτής: ~ ~ της ανθρωπιάς.|| (ειρων.) Εμφανίζονται (ως) ~οι ~ες της εντιμότητας/ηθικής. Πβ. υπέρμαχος. [< αρχ. διαπρύσιος ‘(για ήχο) οξύς, διαπεραστικός, μτφ. γνήσιος’] | |
| 12699 | διαπύηση | δι-α-πύ-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση πύου σε σημείο του σώματος: βρογχική ~. ~ της κύστης/του τραύματος. Βλ. απόστημα, πυόρροια, συρίγγιο. [< μτγν. διαπύησις] | |
| 12700 | διάπυρος | , η/ος, ο δι-ά-πυ-ρος επίθ. 1. (επιστ.) πυρακτωμένος: ~η: μάζα/σφαίρα. ~ο: μίγμα. ~α: αέρια. Από τον κρατήρα εκσφενδονίζονταν ~α κομμάτια πετρωμάτων (: σε ~η κατάσταση). Πβ. πύρινος, πυριφλεγής, πυρώδης, πυρωμένος. 2. (μτφ.-λόγ.) ένθερμος, φλογερός: ~ος: πόθος. ~η: αγάπη/επιθυμία. Πβ. διακαής. ● επίρρ.: διάπυρα & (λόγ.) διαπύρως ● ΦΡ.: διάπυρος προς Θεόν/προς Κύριον ευχέτης βλ. ευχέτης [< αρχ. διάπυρος] | |
| 12701 | διαρθρωμένος | , η, ο δι-αρ-θρω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): δομημένος, συγκροτημένος: ~ος: διάλογος (στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας). ~ο: σύνολο. Τμήμα ~ο σε τομείς. Πβ. οργανωμένος. ΑΝΤ. αδιάρθρωτος [< αρχ. διηρθρωμένος, αγγλ. structured] | |
| 12702 | διαρθρώνω | δι-αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {διάρθρω-σα, διαρθρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): συνδέω, δομώ τα στοιχεία συνόλου: Οριοθετεί και ~ει μεθοδικά την αφήγησή του/το υλικό του σε ενότητες. Η διεύθυνση/υπηρεσία ~εται λειτουργικά σε τμήματα/τομείς. Η έκθεση (του μουσείου) ~εται σε τρεις θεματικές ενότητες. Πβ. οργανώνω, συγκροτώ. Βλ. ανα~, συναρθρώνω. ΑΝΤ. αποδιαρθρώνω [< αρχ. διαρθρῶ ‘διακρίνω, περιγράφω’, αγγλ. structure] | |
| 12703 | διάρθρωση | δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η οργάνωση των στοιχείων συνόλου, δομή: διοικητική/εταιρική/θεσμική/οργανωτική/χρονολογική ~. ~ της ανώτατης εκπαίδευσης/του δήμου/της κοινωνίας/οργανισμού/υπηρεσίας. ~ του χώρου (πβ. διαρρύθμιση, διάταξη). Ηλικιακή ~ του πληθυσμού (= σύνθεση). Βλ. ανα~. ΑΝΤ. απο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Κεφαλαιακή ~. Κλαδική ~ της απασχόλησης/της βιομηχανίας/των επιχειρήσεων/της οικονομίας.|| Κοινωνικές/οικονομικές ~ώσεις. Γεωργικές περιοχές με παραδοσιακές ~ώσεις παραγωγής. 2. ΑΝΑΤ. κινητή άρθρωση οστών: κροταφογναθική ~. Μετακάρπιες ~ώσεις. Βλ. αρμός, κλείδωση, συνάρθρωση. [< 2: αρχ. διάρθρωσις, αγγλ. structure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ