| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 351 | αγκαθερός | , ή, ό [ἀγκαθερός] α-γκα-θε-ρός επίθ. (συνήθ. λογοτ.) 1. γεμάτος αγκάθια: ~ός: αχινός/βάτος/θάμνος/σκαντζόχοιρος. ~ή: τριανταφυλλιά. ~ό: λουλούδι/ψάρι. ΣΥΝ. αγκάθινος, αγκαθωτός (1), ακανθώδης (1) 2. αιχμηρός σαν αγκάθι: ~ό: συρματόπλεγμα.|| (μτφ.) ~ό: ζήτημα/πρόβλημα (= δύσκολο, ακανθώδες). Βλ. -ερός. [< μεσν. αγκαθερός] | |
| 352 | αγκάθι | [ἀγκάθι] α-γκά-θι ουσ. (ουδ.) {αγκαθ-ιού} 1. κάθε μυτερό και συνήθ. μικρό και σκληρό τμήμα φυτού, ζώου: δηλητηριώδες ~. ~ κάκτου/φραγκοσυκιάς. Μύτη ~ιού. Τρυπήθηκα από ~. Αγκινάρα/γιούκα με ~ια.|| ~ αστερία/αχινού/εντόμου (: κεντρί)/σκορπίνας/ψαριού (: κόκαλο). Βλ. α(γ)κίδα, ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι. 2. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί εμπόδιο σε μια ομαλή συνήθ. κατάσταση: οικονομικό/πολιτικό ~. ~ στις διαπραγματεύεις/συνομιλίες/σχέσεις των δύο κρατών. Η ζήλια ~ στην καρδιά.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Πρόβλημα-~. 3. ΒΟΤ. διετής αγκαθωτή πόα που έχει φύλλα με οδοντωτές αποφύσεις και κατ' επέκτ. κάθε αγκαθωτό φυτό: Το ~ του Χριστού (= γκι). Το ~ της θάλασσας (επιστ. ονομασ. Eryngium maritimum). Δρόμος γεμάτος ~ια και ζιζάνια/τριβόλια. Βλ. γαϊδουράγκαθο. ● Υποκ.: αγκαθάκι (το) ● Μεγεθ.: αγκάθα (η) ● ΦΡ.: αγκάθια έχει ο κώλος σου; (αργκό): σε άτομο υπερκινητικό, που δεν κάθεται ήσυχα., ξυπόλυτος στ' αγκάθια (αργκό): για πρόσωπο που μπαίνει σε δοκιμασία ή επιχειρεί κάτι, συχνά επισφαλές ή επικίνδυνο, χωρίς εφόδια, προφυλάξεις ή κατάλληλη προετοιμασία: Βαδίζω/περπατώ/πορεύομαι/προχωρώ ~ ~. Πού πας ~ ~;, από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο βλ. ρόδο, δρόμος στρωμένος με αγκάθια βλ. στρώνω, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο [< μεσν. αγκάθι] | |
| 353 | αγκαθιά | [ἀγκαθιά] α-γκα-θιά ουσ. (θηλ.) 1. φυτό ή θάμνος με αγκάθια και (κατ' επέκτ. συνήθ. στον πληθ.) τόπος με αγκάθια ή/και αγκαθωτά φυτά: Δύσβατα μονοπάτια με βάτα και ~ιές. 2. (σπάν.) γρατζουνιά από αγκάθι. [< μτγν. ἀκανθέα] | |
| 354 | αγκάθινος | , η, ο [ἀγκάθινος] α-γκά-θι-νος επίθ. & αγκαθένιος: που έχει αγκάθια, που είναι φτιαγμένος ή σχηματισμένος από αγκάθια: ~ος: κάκτος. ~ο: λουλούδι/σύρμα. ~α: φυτά.|| (μτφ.) ~α: λόγια (: που πληγώνουν). Ο ~ (: βασανιστικός, μαρτυρικός) δρόμος της προσφυγιάς. ΣΥΝ. αγκαθερός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος [< μτγν. ἀκάνθινος] | |
| 355 | αγκαθωτός | , ή, ό [ἀγκαθωτός] α-γκα-θω-τός επίθ. 1. που είναι γεμάτος αγκάθια: ~ός: αχινός/θάμνος/σκαντζόχοιρος/φράχτης. ~ή: βλάστηση/φραγκοσυκιά. ~ό: φυτό. ~ά: κλαδιά/φύλλα. ΣΥΝ. αγκαθερός (1), ακανθώδης (1) 2. (μτφ.) που αγκυλώνει, που είναι αιχμηρός όπως το αγκάθι: ~ή: βελόνα/πέτρα. ~ό: συρματόπλεγμα (= κονσερτίνα). ~ά: γένια.|| (μτφ.) ~ή: αλήθεια (: πικρή). [< μτγν. ἀκανθωτός] | |
| 356 | αγκαλά | [ἀγκαλά] α-γκα-λά σύνδ. (λογοτ.-ιδιωμ.-παλαιότ.) (συνήθ. + και): ενώ, αν και, μολονότι. [< μεσν. αγκαλά] | |
| 357 | αγκάλη | [ἀγκάλη] α-γκά-λη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αγκαλιά, κόρφος, στήθος και κατ' επέκτ. θαλπωρή, στοργή: ζεστή/πλατιά/τρυφερή ~. Έγειρε/έπεσε στην ~ του. Τον βάσταξε/δέχτηκε στην ~ της. Άνοιξε την ~ σου. Έλα στην ~ μου. Βρήκε παρηγοριά στην ~ της οικογένειάς του.|| (μτφ.) Η ~ της γης/του Θεού. Ξανάγινε δεκτός στις ~ες της πατρίδας του. 2. (μτφ.-λογοτ.) μικρός κόλπος ή όρμος: Η βαρκούλα έστριψε στη γραφική ~. ● ΦΡ.: με ανοιχτές αγκάλες: με μεγάλη χαρά, ευχαρίστηση και προθυμία: Μας περίμεναν/υποδέχτηκαν ~ ~ (: εγκάρδια, ζεστά). [< γαλλ. à bras ouverts] , αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας [< αρχ. ἀγκάλη] | |
| 359 | αγκαλιάζω | [ἀγκαλιάζω] α-γκα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {αγκάλια-σα, -στηκε, -σμένος, αγκαλιάζ-οντας} 1. παίρνω, βάζω, κλείνω κάποιον ή κάτι στην αγκαλιά μου: ~ τα παιδιά μου. ~ το μαξιλάρι.|| (μεσοπαθ.) ~ονται και φιλιούνται. ~ονται με πάθος/με συγκίνηση. ~στηκαν θερμά/σφιχτά. Κοιμήθηκαν/ξύπνησαν/περπατούσαν ~σμένοι. ~σμένα: ζευγάρια/παιδιά/σώματα. 2. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) περικλείει, περιτριγυρίζει: Τα βουνά ~ουν το χωριό. Το βλέμμα/μάτι ~ει τον χώρο. Η παραλία ~εται (: περιβάλλεται) από βράχια. 3. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) περιλαμβάνει, καλύπτει· αφορά: Πόλη που ~ει όλες τις μορφές τέχνης.|| Το οικολογικό πρόβλημα ~ει ολόκληρο τον πλανήτη. 4. στηρίζω, υποστηρίζω, βοηθώ: Οι οπαδοί της ομάδας ~ουν την προσπάθεια των παικτών. Το κοινό τον ~σε με ενθουσιασμό/θέρμη. Οι πολίτες ~σαν (: ασπάστηκαν, υιοθέτησαν) την ιδεολογία/πολιτική του. Θεσμοί που ~στηκαν (: έγιναν αποδεκτοί) από τον λαό. 5. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) είναι ή βρίσκεται πολύ κοντά: Ομάδα που ~ει το κύπελλο (: είναι πολύ κοντά στην κατάκτησή του). ● Παθ.: αγκαλιάζομαι {στον αόρ.} (σπάν.-μτφ.-οικ.): συγκρούομαι: ~στηκαν αστυνομικοί με αναρχικούς. [< μεσν. αγκαλιάζω, γαλλ. embrasser] | |
| 360 | αγκάλιασμα | [ἀγκάλιασμα] α-γκά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {αγκαλιάσμ-ατος | -ατα} 1. το κλείσιμο κάποιου στην αγκαλιά: ερωτικό/ζεστό/μητρικό/προσποιητό/σφιχτό/τρυφερό/φιλικό ~. ~ μάνας και παιδιού. Φιλιά και ~ατα. Τους υποδέχτηκαν με ~ατα και εγκάρδιες χειραψίες.|| (μτφ.) Θανατηφόρο ~ οχημάτων (= τρακάρισμα). ΣΥΝ. εναγκαλισμός (1), περίπτυξη 2. (μτφ.) πλήρης υποστήριξη και αποδοχή: ~ αιτήματος/θεσμού/πρωτοβουλίας. ~ ενός καλλιτέχνη από το ευρύ κοινό. 3. (μτφ.-λογοτ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιβάλλω: Το ~ της λίμνης από τα βουνά. [< μεσν. αγκάλιασμα] | |
| 361 | αγκαλιαστός | , ή, ό [ἀγκαλιαστός] α-γκα-λια-στός επίθ.: (για πρόσωπο) που τον έχουν αγκαλιά, αγκαλιασμένος: Κατεβαίνουν τις σκάλες ~οί.|| (ως ουσ.) Χόρευαν τον ~ό (: παραδοσιακός, τελετουργικός χορός). ● επίρρ.: αγκαλιαστά [< μεσν. αγκαλιαστός] | |
| 362 | αγκαλίτσας | [ἀγκαλίτσας] α-γκα-λί-τσας ουσ. (αρσ.): (οικ.) χαδιάρης, παιχνιδιάρης και κατ’ επέκτ. μυγιάγγιχτος, μαλθακός: Είναι πολύ τρυφερό παιδάκι, ένας ~! Βλ. χουχούλιασμα.|| (ειρων.) Προσέχει μην τον στενοχωρήσει τον ~α! Βλ. μη μου άπτου.|| ~ και χαζοχαρούμενος! Βλ. λαπάς. | |
| 363 | αγκίδα | [ἀγκίδα] α-γκί-δα ουσ. (θηλ.) & αγκίθα: μυτερό κομματάκι ξύλου: ~ες βελανιδιάς. Προσπαθεί να βγάλει την ~ που μπήκε στο δάχτυλό/νύχι του. Πβ. ακίδα. ΣΥΝ. σκλήθρα (2), σχίζα [< μεσν. αγκίδα] | |
| 39206 | ΑΓΚΙΝΑΡΑ | πα-τρι-δο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) σχολικό μάθημα των πρώτων τάξεων του δημοτικού που είχε ως αντικείμενο κυρ. τη γεωγραφία, τη λαογραφία και την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας των μαθητών. 2. η γνώση της ιδιαίτερης πατρίδας κάποιου από ιστορική, γεωγραφική, λαογραφική πλευρά. Βλ. -γνωσία. | |
| 364 | αγκινάρα | [ἀγκινάρα] α-γκι-νά-ρα ουσ. (θηλ.) & αγγινάρα: ΒΟΤ. πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Cynara scolymus) που καλλιεργείται για τις εδώδιμες ταξιανθίες του με τα πολλά αλληλοκαλυπτόμενα, αιχμηρά φύλλα και (κυρ. συνεκδ.) η ίδια η ταξιανθία: άγρια (βλ. αγρι~)/ωμή ~. Καρδιές ~ας. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες αβγολέμονο/αλά πολίτα/στο λάδι/ογκρατέν. Κατσικάκι με ~ες. Βράζω/καθαρίζω/στραγγίζω τις ~ες. Τρίβετε καλά την καθαρισμένη ~ με λεμόνι, για να μη μαυρίσει. ● ΦΡ.: (έχει) καρδιά αγκινάρα (μτφ.-ειρων.): είναι ανοιχτόκαρδος, διαχυτικός, αγαπά ή ερωτεύεται εύκολα. [< γαλλ. (avoir un) cœur d΄ artichaut] [< μεσν. αγκινάρα] | |
| 365 | αγκίστρι | [ἀγκίστρι] α-γκί-στρι ουσ. (ουδ.) {αγκιστριού}: εργαλείο ψαρέματος, μεταλλικό, καμπυλωτό και με μυτερή άκρη που στερεώνεται σε πετονιά ή δίχτυ και τοποθετείται πάνω του δόλωμα: Δολώνω το/ρίχνω το/ψαρεύω με ~. Κυκλικά ~ια. Τ' ~ια του παραγαδιού.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οστέινα ~ια μεσολιθικής εποχής. ● Υποκ.: αγκιστράκι (το) ● ΦΡ.: πιάστηκε στ' αγκίστρι/αγκίστρια (μτφ.): έπεσε στην παγίδα: Θέλησε να τον εξαπατήσει, αλλά πιάστηκε ο ίδιος ~. Πβ. (πιάνω) στην απόχη., ρίχνω αγκίστρι/αγκίστρια (μτφ.-προφ.): επιδιώκω να επωφεληθώ, προσπαθώ να δελεάσω κάποιον: ~ει ~ στους αφελείς κι αυτοί τσιμπάνε! [< μεσν. αγκίστριν] | |
| 366 | άγκιστρο | [ἄγκιστρο] ά-γκι-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίστρου} (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή τμήμα εργαλείου με κυρτή και αιχμηρή άκρη, για ποικίλες χρήσεις (κρέμασμα, ανάρτηση ή σύνδεση αντικειμένων): αλιευτικό/μεταλλικό/οβάλ/ορθοδοντικό/περιστρεφόμενο/πλευρικό/πτυσσόμενο/σιδερένιο/συρμάτινο/χαλύβδινο/χειρουργικό ~. ~ ανύψωσης/αποσκευών/ασφαλείας/ασφάλισης (σε κλειδαριά)/γερανού/ελατηρίου/έλξης (σε τρακτέρ)/ζεύξης/καλωδίων/κουμπώματος/κουρτίνας (: γαντζάκι)/ρυμούλκησης/στήριξης/σφαγείων (: τσιγκέλι)/φωτιστικού. Απασφαλίζω το ~. ~ με ιμάντα/κλιπ. Πβ. γάντζος, κρεμαστάρι. Βλ. πολυ~, -τρο. 2. {κυρ. στον πληθ.} καθένα από τα τυπογραφικά σημεία ή σύμβολα { } που χρησιμοποιούνται κατά ζεύγη: (ΓΛΩΣΣ.) ~α για δήλωση μορφημάτων/γραμματικών πληροφοριών στο παρόν λεξικό.|| (ΜΑΘ.) ~α για αλγεβρικές/αριθμητικές παραστάσεις/για δήλωση συνόλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α αποθήκευσης/μνήμης. Λειτουργικό ~. Εντολές μέσα σε ~α (πβ. μπλοκ). Πβ. μύστακας. Βλ. αγκύλη, παρένθεση. [< αρχ. ἄγκιστρον, 1: αγγλ. hook 2: αγγλ. brace] | |
| 367 | αγκιστροειδής | , ής, ές [ἀγκιστροειδής] α-γκι-στρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα του αγκιστριού: ~ής: (ΙΑΤΡ.) απόφυση. ~ές: εργαλείο. ~είς: αγκύλες ({} = άγκιστρα, μύστακες). ~ή: μουσικά σημεία. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. αγκιστρωτός [< μτγν. ἀγκιστροειδής] | |
| 369 | αγκιστρώνω | [ἀγκιστρώνω] α-γκι-στρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αγκίστρω-σα, -θηκε, -μένος} ΑΝΤ. απαγκιστρώνω 1. στερεώνω κάτι συνήθ. σε άγκιστρο ή με αυτό: ~ τον κρίκο στον γάντζο (πβ. γαντζώνω).|| Μηχανισμός που ~ει σε δύο θέσεις. Το μικρόφωνο ~ει πάνω στο ρούχο.|| (μτφ.) ~ (: προσελκύω, τραβώ) τον αναγνώστη/την προσοχή (κάποιου). 2. τοποθετώ αγκίστρι στην πετονιά ή πιάνω με το αγκίστρι: ~ ψάρια.|| ~ (= δολώνω) την πετονιά με γαρίδα. ● Παθ.: αγκιστρώνομαι: (μτφ.) προσκολλώμαι σε κάποιον ή κάτι: ~θηκαν στην εξουσία/στον πλούτο (πβ. γαντζώνομαι, εξαρτώμαι). Έχει ~θεί σε παρωχημένα συνθήματα. ~μένος πάνω μου/στα αξιώματα.|| Οι ιοί ~ονται πάνω στο κύτταρο. [< μτγν. ἀγκιστρῶ] | |
| 368 | αγκίστρωση | [ἀγκίστρωμα] α-γκί-στρω-μα ουσ. (ουδ.): πιάσιμο με αγκίστρι ή άγκιστρο· κατ' επέκτ. προσκόλληση, εξάρτηση: θανατηφόρα ~ώματα μικρών ψαριών.|| Αυτόματο ~. Ιμάντας για οπίσθιο ~.|| (μτφ.) ~ στην εξουσία/παράδοση. ΣΥΝ. αγκίστρωση (1) | |
| 370 | αγκίστρωση | [ἀγκίστρωση] α-γκί-στρω-ση ουσ. (θηλ.) {αγκιστρ-ώσεις} (λόγ.) ΑΝΤ. απαγκίστρωση 1. σύνδεση, στερέωση με άγκιστρο· κατ' επέκτ. προσκόλληση: ~ του μοχλού/των στηριγμάτων. Σημεία ~ης και στήριξης των αντικειμένων. ~ώσεις και σύνδεσμοι θυρών.|| (μτφ.) Δογματικές ~ώσεις. ~ στην εξουσία (= γάντζωμα)/στα κεκτημένα/στο παρελθόν. ΣΥΝ. αγκίστρωμα 2. ΣΤΡΑΤ. σύγκρουση μεταξύ δύο αντίπαλων στρατιωτικών τμημάτων κατά την οποία οι επιτιθέμενοι επιδιώκουν να αποτρέψουν την υποχώρηση ή σύμπτυξη των αμυνομένων, καθηλώνοντάς τους σε συγκεκριμένο σημείο: ~ των δυνάμεων του εχθρού. [< 2: γαλλ. accrochage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ