| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12704 | διαρθρωτικός | , ή, ό δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη διάρθρωση, δομικός: ~ός: μετασχηματισμός. ~ή: πολιτική. ~ές: αλλαγές/μεταρρυθμίσεις/παρεμβάσεις. ~ά: μέτρα. Βλ. ανα~. ΑΝΤ. απο~.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: λέξεις/φράσεις (: που συμβάλλουν στη συνοχή του κειμένου, όπως: δηλαδή, επειδή, επομένως, όμως, ωστόσο, για να γίνω πιο σαφής, αξίζει να σημειωθεί ότι ...). ● επίρρ.: διαρθρωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: Διαρθρωτικά Ταμεία βλ. ταμείο, διαρθρωτική/δομική ανεργία βλ. ανεργία [< μτγν. διαρθρωτικός ‘ικανός να διαμορφώσει, αυτός που διακρίνει ευκρινώς ή ςξηγεί με σαφήνεια’, αγγλ. structural] | |
| 12705 | διαρκεί | [διαρκεῖ] δι-αρ-κεί ρ. (αμτβ.) {διάρκε-σε (λόγ.) διήρκε-σε, διαρκέ-σει | σπάν. σε α' κ. β' πρόσ.} 1. έχει διάρκεια, συντελείται σε ορισμένο χρονικό διάστημα: Η παράσταση δεν ~ πολύ. Οι σπουδές ~ούν οκτώ εξάμηνα. Η συνάντηση ~σε μία ώρα. Οι εκδηλώσεις θα ~σουν ένα τριήμερο. Η κακοκαιρία/ο καύσωνας θα ~σει ως το τέλος της εβδομάδας. Πβ. βαστά, κρατά. Βλ. τραβάει. 2. έχει μεγάλη διάρκεια, αντέχει στον χρόνο, συνεχίζεται: Απαλότητα/άρωμα που ~. ● ΦΡ.: διαρκούντος του/διαρκούσης της ... (επίσ.): κατά τη διάρκεια: ~ούντος του (σχολικού) έτους/πολέμου. ~ούσης της επισκέψεώς/θητείας του. ~ούντων των μαχών/συγκρούσεων/συνομιλιών. [< αρχ. διαρκῶ] | |
| 12706 | διάρκεια | δι-άρ-κει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. η χρονική έκταση που καταλαμβάνει κυρ. κάποιο γεγονός: ~ διαδρομής/συνομιλίας. (Ελάχιστη) χρονική ~. Στάθμευση μικρής ~ας. Η ~ της θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι δύο χρόνια. Η μεγαλύτερη/μικρότερη σε ~ μέρα του χρόνου. Το μάθημα έχει ~ (= διαρκεί) 45 λεπτά/λεπτών. Βλ. περίοδος.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιτόκιο πενταετούς, σταθερής ~ας.|| (ΓΡΑΜΜ.) Μέλλοντας ~είας (= εξακολουθητικός). 2. μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο συμβαίνει, γίνεται κάτι ή αντέχει στον χρόνο, χωρίς να αλλοιωθεί ή φθαρεί: απεργία/διακοπές/κινητοποιήσεις ~είας. Βερνίκι/μελάνι/στιλό ~είας. Γάλα/τρόφιμα μακράς ~είας. Προϊόντα με μεγάλη ~ ζωής. Πβ. ανθεκτικότητα, αντοχή. ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήριο διαρκείας βλ. εισιτήριο, κάρτα διαρκείας βλ. κάρτα ● ΦΡ.: κατά τη διάρκεια & στη διάρκεια: όσο καιρό κρατά κάτι: ~ ~ του αγώνα/της ζωής/της ημέρας/του καλοκαιριού/των σπουδών. ΣΥΝ. διαρκούντος του/διαρκούσης της ... [< γαλλ. durant] [< μτγν. διάρκεια ‘επάρκεια’, γαλλ. durée] | |
| 12707 | διαρκής | , ής, ές δι-αρ-κής επίθ. {διαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που έχει διάρκεια, συνεχής: ~ής: αγώνας (επιβίωσης)/έλεγχος. ~ής: εγρήγορση/ειρήνη (πβ. μόνιμος, παντοτινός)/επιμόρφωση/μέριμνα/παρακολούθηση (ΑΝΤ. πρόσκαιρη, προσωρινή)/προσπάθεια. ~ές: άγχος/αίτημα/ενδιαφέρον. ~ή: (ΟΙΚΟΝ.) καταναλωτικά αγαθά (: προϊόντα με μακρά διάρκεια χρήσης, π.χ. έπιπλα)/(ΓΡΑΜΜ.) σύμφωνα (μ, ν, ρ, λ, β, φ, γ, χ, δ, θ). ΣΥΝ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος ΑΝΤ. στιγμιαίος (1) 2. (για διοικητικό όργανο) που συνέρχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς μακροχρόνιες διακοπές: ~ Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης. ~ Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. ~ές Στρατοδικείο. ΑΝΤ. έκτακτος (1) ● επίρρ.: διαρκώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαρκές έγκλημα βλ. έγκλημα, Διαρκής Iερά Σύνοδος βλ. σύνοδος, συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση βλ. κατάρτιση [< αρχ. διαρκής ‘αρκετός, ικανός να αντέχει’, γαλλ. permanent] | |
| 12708 | διαρπαγή | δι-αρ-πα-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λεηλασία, βίαιη κλοπή, καταλήστευση: ~ αρχαιοτήτων/γης/ιστορικών κειμηλίων/χρημάτων. Πβ. λαφυραγώγηση. [< αρχ. διαρπαγή] | |
| 12709 | διαρπάζω | δι-αρ-πά-ζω ρ. (μτβ.) {διήρπα-σαν, διαρπάζ-οντας} (λόγ.): λεηλατώ, καταληστεύω: ~ουν το δημόσιο χρήμα/τις ξένες περιουσίες. Πβ. λαφυραγωγώ. [< αρχ. διαρπάζω] | |
| 12710 | διαρρέει | δι-αρ-ρέ-ει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {διέρρευ-σε, διαρρεύ-σει, διαρρέ-οντας} 1. (μτφ.) γνωστοποιείται κρυφά και ανεπίσημα ή χωρίς άδεια: Η πληροφορία ~σε στη δημοσιότητα/στο ίντερνετ/στα κανάλια/στον Τύπο. Από πού/πώς ~σε ο κωδικός (= μαθεύτηκε);|| (καταχρ. μτβ.) Ο δημοσιογράφος ~σε τις φωτογραφίες (= άφησε να ~σουν). Βλ. δημοσιοποιώ. 2. (για υγρό ή αέριο) χύνεται, διαφεύγει από δοχείο, δεξαμενή, σωλήνα λόγω ρήγματος ή τρύπας: Μεγάλη ποσότητα πετρελαίου ~σε στη θάλασσα. 3. (για χρόνο) παρέρχεται, περνά, κυλά: Πολλά άλλαξαν στο χρονικό διάστημα που ~σε από την πρώτη έκδοση του βιβλίου. 4. διασχίζει, διατρέχει: Ο ποταμός ~ την κοιλάδα/τον νομό.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Το ρεύμα που ~ το κύκλωμα ... Ο αγωγός ~εται από ρεύμα σταθερής έντασης. 5. (μτφ.) αποχωρεί από κάπου για να μετακινηθεί προς άλλη κατεύθυνση: Οι ψηφοφόροι άρχισαν να ~ουν (: αποσκιρτούν) από τα μεγάλα κόμματα. [< αρχ. διαρρέω 1,2,3: αγγλ. leak 5: γαλλ. écouler] | |
| 12711 | διαρρηγνύω | δι-αρ-ρη-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {διέρρη-ξα, διαρρή-ξει, διαρρή-χθηκε (λόγ. διερρή-χθη, -χθησαν κ. διερρά-γη, -γησαν), διαρρη-χθεί κ. διαρρα-γεί, -γμένος, διαρρηγνύ-οντας} 1. ανοίγω κάτι, παραβιάζω ή/και εισχωρώ κάπου παράνομα: ~ξαν το αυτοκίνητο/διαμέρισμα/κατάστημα/χρηματοκιβώτιο. ~ξε με κατσαβίδι την κλειδαριά/τις πόρτες. 2. (επίσ.) προκαλώ ρήγμα σε κάτι συμπαγές, σχίζω: Ισχυρός σεισμός ~ξε τα τοιχώματα του ναού.|| (ΙΑΤΡ.) Ανεύρυσμα στην κοιλιακή αορτή που δεν έχει ~γεί. ~γμένη: κύστη. 3. (μτφ.) διακόπτω, σπάω: ~ τους δεσμούς (με το παρελθόν)/τα σύνορα μεταξύ των λαών. ● ΦΡ.: διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του (ΠΔ, ΚΔ) (λόγ., συνήθ. ειρων. ή αρνητ. συνυποδ.): διαμαρτύρεται με έντονο τρόπο. [< 1: μτγν. διαρρήσσω 2,3: αρχ. διαρρήγνυμι] | |
| 12712 | διαρρήδην | δι-αρ-ρή-δην επίρρ. (αρχαιοπρ.): ρητά και κατηγορηματικά, χωρίς περιστροφές: Απέρριψε ~ την πρόταση. Βλ. αναφανδόν, -δην. ΣΥΝ. απερίφραστα [< αρχ. διαρρήδην] | |
| 12713 | διαρρήκτης | δι-αρ-ρή-κτης ουσ. (αρσ.) {διαρρηκτών}: κακοποιός που κάνει διαρρήξεις: Συνελήφθη σεσημασμένος ~. Πβ. κλέφτης, ληστής. [< μτγν. διαρρήκτης, γερμ. Einbrecher] | |
| 12714 | διαρρηκτικός | , ή, ό δι-αρ-ρη-κτι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στη διάρρηξη· που διατρυπά: ~ό: εργαλείο. ~ά: σύνεργα. Βλ. αντι~.|| ~ό: τρυπάνι. Πβ. διατρητικός. [< μεσν. διαρρηκτικός] | |
| 12715 | διάρρηξη | δι-άρ-ρη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. παραβίαση κλειστού χώρου με σκοπό την κλοπή: συναγερμός για ~ ή πυρκαγιά. Τον συνέλαβαν την ώρα της ~ης. 2. (μτφ.-λόγ.) διακοπή, ρήξη: ~ της κοινωνικής συνοχής/των σχέσεων. 3. σπάσιμο, έκρηξη: ~ σωληνώσεων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ αιμοφόρου αγγείου/σπληνός. 4. ΝΟΜ. ακύρωση: ~ δικαιοπραξίας/του συμβολαίου. 5. ΓΕΩΛ. ρηγμάτωση: ~ πετρωμάτων. [< μτγν. διάρρηξις ‘ρήξη, σκίσιμο’ 1: γερμ. Einbruch 2,3: γαλλ. rupture 4: γαλλ. resiliation 5: γαλλ. fissuration] | |
| 12716 | διαρροή | δι-αρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) 1. διαφυγή, απώλεια ρευστού, αερίου ή ενέργειας από τον χώρο στον οποίο περιέχεται: ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~. ~ λαδιού/νερού/ραδιενέργειας/φυσικού αερίου. ~ αγωγού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ούρων και κοπράνων. Βλ. ακράτεια.|| (μτφ.) ~ συναλλάγματος. Βλ. εκροή. 2. (μτφ.) παράνομη ή ανεπίσημη γνωστοποίηση: ~ (απόρρητων/μυστικών) εγγράφων/πληροφοριών/προσωπικών δεδομένων στον Τύπο. ~ές από κύκλους της Αστυνομίας/του Υπουργείου. 3. (μτφ.) αποχώρηση από κάπου και μετακίνηση προς άλλη κατεύθυνση: ~ ανθρώπινου δυναμικού/μελών από το κόμμα (πβ. αποσκίρτηση)/πελατών/ψηφοφόρων. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητική/σχολική διαρροή: πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου από μαθητές: ~ ~ στην πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Βλ. κοινωνικός αποκλεισμός., διαρροή εγκεφάλων/επιστημόνων βλ. εγκέφαλος [< μτγν. διαρροή 1,2: αγγλ. leak 3: γαλλ. écoulement] | |
| 12717 | διάρροια | δι-άρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή των κενώσεων του εντέρου, με χαρακτηριστικό σύμπτωμα τη συχνή αποβολή υδαρών κοπράνων: οξεία/χρόνια ~. ~ των ταξιδιωτών. Έπαθε/τον έπιασε ~. Βλ. -ρροια. ΣΥΝ. ευκοίλια, ευκοιλιότητα, κόψιμο (7), τσίρλα, τσιρλιπιπί [< αρχ. διάρροια, γαλλ. diarrhée, αγγλ. diarrhœa] | |
| 12718 | διαρροϊκός | , ή, ό δι-αρ-ρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει ως χαρακτηριστικό τη διάρροια: ~ή: αφυδάτωση/δηλητηρίαση/νόσος. Οξύ ~ό σύνδρομο. ~ές: κενώσεις. [< μτγν. διαρροϊκός, γαλλ. diarrhéique, αγγλ. diarrhœic] | |
| 12720 | διαρρύθμιση | δι-αρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαμόρφωση χώρου, τακτοποίηση των αντικειμένων μέσα σε αυτόν: αρχιτεκτονική/εσωτερική/σύγχρονη ~ (βλ. διάρθρωση). ~ δωματίου/καταστήματος/κτιρίου. Εργασίες ~ης. Ειδικές ~ίσεις για άτομα με αναπηρία. Αλλάξαμε τη ~ των επίπλων. Βλ. ανα~, διακόσμηση. 2. (επίσ.) ρύθμιση: ~ των συνόρων. Φορολογικές ~ίσεις. Πβ. διακανονισμός, διευθέτηση. [< 1: γαλλ. aménagement] | |
| 12721 | διαρχία & δυαρχία | δι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. άσκηση εξουσίας από δύο πρόσωπα: καθεστώς/μοντέλο ~ας. ~ στο κυβερνητικό κόμμα. Βλ. -αρχία. 2. ΦΙΛΟΣ. δυϊσμός. ΑΝΤ. μονισμός [< 1: μτγν. δυαρχία]Α | |
| 12722 | Δίας | Δί-ας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο πέμπτος από τον Ήλιο και μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος: οι δορυφόροι του ~α.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Είσοδος του ~α στον Κριό (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Ζεύς, αιτ. Δία] | |
| 12725 | διασάλευση | δι-α-σά-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διατάραξη, αποσταθεροποίηση: ~ της ειρήνης/της κοινωνικής γαλήνης. ● ΦΡ.: διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης: ΝΟΜ. πρόκληση αναστάτωσης στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας: Κατηγορείται για πρόκληση επεισοδίων και ~ ~. Πβ. διατάραξη (της) κοινής ησυχίας. [< μτγν. διασάλευσις, γαλλ. perturbation] | |
| 12726 | διασαλεύω | δι-α-σα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {διασάλευ-σε, διασαλεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -θείς} (απαιτ. λεξιλόγ.): διαταράσσω, αποσταθεροποιώ: ~τηκε ανεπανόρθωτα η δημοκρατία/η ενότητα/η (οικολογική) ισορροπία.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~μένη: προσωπικότητα (= διαταραγμένη). ~θείσα: ειρήνη/τάξη. Πβ. αναστατώνω, κλονίζω. [< μτγν. διασαλεύω, γαλλ. perturber] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ