| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12727 | διασαφηνίζω | δι-α-σα-φη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διασαφήνι-σα, διασαφηνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, διασαφηνίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ κάτι σαφές, διευκρινίζω, ξεδιαλύνω: Στη συνέντευξη ~ει τι ακριβώς εννοεί (πβ. (επ)εξηγώ). ~εται μια έννοια/ένας ορισμός/η σχέση μεταξύ ... Το μυστήριο δεν ~στηκε (= διαλευκάνθηκε, λύθηκε) ακόμη. ΣΥΝ. αποσαφηνίζω, διασαφώ, ξεκαθαρίζω (1) [< αρχ. διασαφηνίζω] | |
| 12728 | διασαφήνιση | δι-α-σα-φή-νι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διευκρίνιση, επεξήγηση: ~ των αρμοδιοτήτων/της ορολογίας/του ρόλου (των εκπαιδευτικών)/της σημασίας/των υποχρεώσεων. ~ και απλούστευση των κανόνων. Χρήζει ~ης. Αναγκαίες/εννοιολογικές ~ίσεις. ΣΥΝ. αποσαφήνιση, διασάφηση (1), σαφήνιση [< μεσν. διασαφήνισις] | |
| 12729 | διασαφηνιστικός | , ή, ό δι-α-σα-φη-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβάλλει στη διασαφήνιση: ~ές: ερωτήσεις. ~ά: στοιχεία. ΣΥΝ. διασαφητικός, διευκρινιστικός, επεξηγηματικός | |
| 12730 | διασάφηση | δι-α-σά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διασαφήνιση: ~ του θέματος/προβλήματος. 2. ΝΟΜ. αναλυτική δήλωση που κατατίθεται στην τελωνειακή Αρχή για το προς εισαγωγή ή εξαγωγή εμπόρευμα: συνοπτική ~ εισόδου/εξόδου. Ηλεκτρονική ~ προϊόντων. [< 1: μτγν. διασάφησις 2: γαλλ. déclaration] | |
| 12731 | διασαφητικός | , ή, ό δι-α-σα-φη-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): διασαφηνιστικός. [< μτγν. διασαφητικός]Σ | |
| 12732 | διασαφώ | [διασαφῶ] δι-α-σα-φώ ρ. (μτβ.) {διασαφ-είς ... | διασάφ-ησα, -είται, -ήθηκε} (λόγ.): διασαφηνίζω. [< αρχ. διασαφῶ] | |
| 12733 | διάσειση | δι-ά-σει-ση ουσ. (θηλ.) & εγκεφαλική διάσειση: ΙΑΤΡ. παροδική συνήθ. διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου, που προκαλείται από βαρύ χτύπημα στο κεφάλι: Έπαθε/έχει υποστεί βαριά/ελαφρά ~. Βλ. κάκωση, τραυματισμός. [< μτγν. διάσεισις, γαλλ. commotion (cérébrale)] | |
| 12734 | διάσελο | διά-σε-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά, λόφους ή κορυφές. ΣΥΝ. αυχένας (2), κλεισούρα (3) | |
| 12735 | διάσημα | δι-ά-ση-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. διάσημο} (επίσ.): διακριτικά τίτλου ή τιμής: τα ~ του μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Τα ~ του Τάγματος του Σωτήρος. Βλ. μετάλλιο. [< γαλλ. insigne]Α | |
| 12736 | διάσημος | , η, ο δι-ά-ση-μος επίθ.: πολύ γνωστός, φημισμένος: ~ος: αθλητής/ηθοποιός/καθηγητής/τραγουδιστής. ~η: καλλιτέχνις/υψίφωνος. ~ο: μοντέλο/προϊόν/συγκρότημα. Πβ. επιφανής, ξακουστός, ονομαστός, πασίγνωστος, περίφημος. Βλ. δια-, περι-βόητος. ΑΝΤ. άσημος [< αρχ. διάσημος, γαλλ. célèbre] | |
| 12738 | διασκεδάζω | δι-α-σκε-δά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {διασκέδα-σα, διασκεδά-σει, -στηκαν, διασκεδάζ-οντας} 1. περνώ ευχάριστα ή κάνω κάποιον να ευχαριστηθεί, να περάσει καλά: ~ βλέποντας θέατρο/διαβάζοντας. ~ με ζωντανή μουσική. Βγαίνει και ~ει με τους φίλους του (πβ. το ρίχνω έξω). ~ουμε πολύ μαζί του (: είναι αστείος). ~σαν σε νυχτερινό κέντρο. Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν ~οντας. Πβ. γλεντώ, ξεδίνω, ξεσκάω, ξεφαντώνω, ψυχαγωγούμαι.|| Η δουλειά μου με ~ει (πβ. με ευχαριστεί). Για να ~σει τους καλεσμένους στον γάμο ... (πβ. ψυχαγωγώ). 2. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) διασκορπίζω, διαλύω, εξαλείφω: Προσπάθησε να ~σει τις αμφιβολίες/τις (κακές) εντυπώσεις/τις φήμες. [< 1: γαλλ. dissiper, se divertir 2: μτγν. διασκεδάζω] | |
| 12739 | διασκέδαση | δι-α-σκέ-δα-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να διασκεδάζει κάποιος, να περνά ευχάριστα· συνεκδ. το μέσο με το οποίο το κάνει: έντονη/νυχτερινή/ξέφρενη/ποιοτική ~. Κέντρο/οδηγός ~ης. Προτάσεις/ώρα για ~. Πβ. αναψυχή, ψυχαγωγία. Βλ. κέφι.|| Αγαπημένη/δημοφιλής ~ των παιδιών. Μοναδική της ~ είναι ο χορός (πβ. απόλαυση). Γιορτές και ~άσεις. 2. (σπάν.-λόγ.) διασκορπισμός, διάλυση: ~ των ανησυχιών/των εντυπώσεων. ● ΦΡ.: για διασκέδαση: με στόχο την ευχαρίστηση: Παίζει χαρτιά ~ ~, όχι για να κερδίσει. Βλ. για πλάκα., είναι διασκέδαση (για μένα): είναι ευχάριστο, εύκολο: Τα μαθηματικά είναι για μένα ~ (= παιχνίδι)., καλή διασκέδαση!: (ως ευχή) να περάσεις, να περάσετε όμορφα! [< 1: γαλλ. dissipation, divertissement 2: μτγν. διασκέδασις] | |
| 12740 | διασκεδασμός | δι-α-σκε-δα-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΠΤ. ανάλυση της σύνθετης ακτινοβολίας κατά τη διέλευσή της από κάποιο διαθλαστικό μέσο: ~ του φωτός. Βλ. ανάκλαση, διάθλαση. [< μτγν. διασκεδασμός, γαλλ. dispersion] | |
| 12741 | διασκεδαστήριο | δι-α-σκε-δα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κέντρο διασκέδασης. Βλ. -τήριο. | |
| 12742 | διασκεδαστής | δι-α-σκε-δα-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διασκεδάστρια}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη διασκέδαση του κοινού: Στα γενέθλια θα υπάρχει ειδικός ~ για παιδιά. Πβ. ανιματέρ, κλόουν, ψυχαγωγός. [< μτγν. διασκεδαστής 'αυτός που διασκορπίζει', αγγλ. entertainer] | |
| 12743 | διασκεδαστικός | , ή, ό δι-α-σκε-δα-στι-κός επίθ. 1. που ψυχαγωγεί, φτιάχνει τη διάθεση, ευχάριστος: ~ός: άνθρωπος/τύπος. ~ή: ατμόσφαιρα/ιστορία/ταινία. ~ό: άθλημα/βιβλίο/θέαμα. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: παιχνίδια. Εύκολος και ~ τρόπος μάθησης. Πβ. γουστόζικος, κωμ-, ψυχαγωγ-ικός, τερπνός. Βλ. ευτράπελος. ΑΝΤ. ανιαρός, μονότονος (1) 2. φαιδρός, γελοίος: Αυτά που λέει είναι τόσο ~ά που κρατιέμαι να μη(ν) γελάσω. ● επίρρ.: διασκεδαστικά [< πβ. μτγν. διασκεδαστικός ‘που διασκορπίζει, διευκολύνει την πέψη, χωνευτικός’, γαλλ. divertissant] | |
| 12744 | διασκελίζω | βλ. δρασκελίζω | |
| 12745 | διασκελισμός | δι-α-σκε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) άνοιγμα των ποδιών κατά το περπάτημα ή το τρέξιμο· μεγάλα βήματα: Με δέκα ~ούς μας έφτασε. Πβ. δρασκελιά, δρασκελισμός.|| (σπάν.-μτφ.) Προχωρούν με γρήγορους/μεγάλους ~ούς στην έρευνα ... (πβ. άλματα). Βλ. -ισμός. 2. ΜΕΤΡ. συνέχιση και ολοκλήρωση του νοήματος στον επόμενο στίχο ενός ποιήματος: μετρικός ~. [< μεσν. διασκελισμός, 1: γαλλ. enjambée 2: γαλλ. enjambement] | |
| 12746 | διασκέπτομαι | δι-α-σκέ-πτο-μαι ρ. (αμτβ.) {διασκέ-φθηκαν, -φθούν} (απαιτ. λεξιλόγ.): (για θεσμικά πρόσωπα) συμμετέχω σε διάσκεψη, συσκέπτομαι: ~ονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι δικαστές θα ~φθούν για την υπόθεση. Πβ. διαβουλεύομαι, συνδιασκέπτομαι, συνεδριάζω. [< μτγν. διασκέπτομαι ΄σκέπτομαι, εξετάζω’] | |
| 12747 | διασκευάζω | δι-α-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {διασκεύα-σα, διασκευά-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -σμένος, διασκευάζ-οντας} (λόγ.): δίνω άλλη μορφή κυρ. σε καλλιτεχνικό έργο, κάνω διασκευή: ~σε το κείμενο για το θέατρο. ~σε τον αρχαίο μύθο, μεταφέροντάς τον στη σύγχρονη εποχή. Πβ. παραλλάζω.|| Διήγημα ~σμένο για παιδιά. Σενάριο ~σμένο από το ομώνυμο βιβλίο (ΑΝΤ. πρωτότυπο). ~σμένο: κομμάτι/τραγούδι (βλ. ρεμίξ).|| Ειδικά ~σμένα οχήματα για τη μεταφορά ατόμων με κινητικά προβλήματα. Πβ. τροποποιώ. [< μτγν. διασκευάζω ‘τακτοποιώ, ετοιμάζω’, γαλλ. arranger] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ