Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13620-13640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12748διασκευαστήςδι-α-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται, συνήθ. επαγγελματικά, με τις διασκευές: ~ές μουσικών έργων/παραδοσιακών τραγουδιών. [< μτγν. διασκευαστής ‘διορθωτής, επιμελητής (κειμένων)’, γαλλ. arrangeur]
12749διασκευαστικός, ή, ό δι-α-σκευ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διασκευή: ~ή: ικανότητα. ~ό: εγχείρημα. ~ές: παρεμβάσεις. [< μεσν. διασκευαστικός]
12750διασκευήδι-α-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) 1. τροποποίηση κυρ. λογοτεχνικού, κινηματογραφικού ή μουσικού έργου: ελεύθερη/κινηματογραφική/σκηνική ~. Θεατρική ~ παραμυθιού. ~ μυθιστορήματος σε σενάριο. ~ από το πρωτότυπο/το ομώνυμο διήγημα. Σκηνοθεσία-~.|| (ΜΟΥΣ., προσαρμογή σύνθεσης σε διαφορετικά όργανα, σύνολα ή φωνές από εκείνα για τα οποία αρχικά γράφτηκε:) ~ και ενορχήστρωση τραγουδιού. 2. (συνεκδ.) διασκευασμένο έργο: γνωστή/πετυχημένη ~. ~ές έργων της κλασικής λογοτεχνίας/ταινιών (βλ. ριμέικ). ~ές κλασικής μουσικής για κιθάρα. [< μτγν. διασκευή ‘έξοπλισμός, επεξεργασία, θεώρηση (κειμένων)’, γαλλ. arrangement]
12751διάσκεψηδι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): σύσκεψη θεσμικών ή επίσημων προσώπων για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος: δημοσιογραφική (: στην Κύπρο = ~ Τύπου. Πβ. πρες κόνφερανς)/διεθνής/εθνική/ειρηνευτική/παγκόσμια/περιφερειακή/τριμερής/υπουργική ~. ~ κεκλεισμένων των θυρών/προέδρων (: διακομματικό συλλογικό όργανο της Βουλής των Ελλήνων)/χορηγών (: για οικονομική ενίσχυση). ~ των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα/το περιβάλλον/τον ρατσισμό. Επίσημη έναρξη των εργασιών της ~ης. Πβ. διαβούλευση, συνδιάσκεψη, συνεδρίαση. Βλ. εικονο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσκεψη κορυφής: συνάντηση σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή άλλων ανώτερων αξιωματούχων, κυρ. για να συζητηθεί θέμα διεθνούς σημασίας: ευρωπαϊκή (βλ. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο)/οικονομική/παγκόσμια ~ ~. ~ ~ του ΟΗΕ. Βλ. σύνοδος. [< αγγλ. summit meeting/conference, 1955] , Διακυβερνητική Διάσκεψη βλ. διακυβερνητικός [< αρχ. διάσκεψις ‘εξέταση, έρευνα’, γαλλ. délibération]
12752διασκόπησηδι-α-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. επιστημονική μέθοδος ανίχνευσης στοιχείων στο έδαφος: γεωφυσική/ηλεκτρική/ηχητική/μαγνητική ~. ~ και χαρτογράφηση πυθμένα. ~ για τον εντοπισμό ορυκτών πρώτων υλών. Αρχαιομετρικές ~ήσεις. Βλ. γεωραντάρ, -σκόπηση. [< μεσν. διασκόπησις 'εξέταση με προσοχή', γαλλ. prospection]
12753διασκόπιοδι-α-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΤΕΧΝΟΛ. επιδιασκόπιο. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. diascope, γαλλ. ~, 1961]
12754διασκορπίζωδι-α-σκορ-πί-ζω ρ. (μτβ.) {διασκόρπι-σα, διασκορπί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, διασκορπιζ-όμενος, διασκορπίζ-οντας}: σκορπίζω προς όλες τις κατευθύνσεις: Η έκρηξη ~σε τα θραύσματα/τα συντρίμμια σε εκτεταμένη περιοχή. Το σήμα/το φως ~εται (πβ. διαχέεται). Τρομαγμένοι ~στηκαν από εδώ κι από εκεί/δεξιά κι αριστερά. Πβ. διασπείρω.|| (μτφ.) ~σε την περιουσία του ζώντας άσωτα. Πβ. διασπαθίζω, εξανεμίζω, κατα-σπαταλώ, -ξοδεύω. Οι ανώνυμες καταγγελίες είχαν ~στεί στο διαδίκτυο (πβ. διαδίδω). [< μτγν. διασκορπίζω]
12755διασκορπισμένος, η, ο δι-α-σκορ-πι-σμέ-νος επίθ.: που έχει διασκορπιστεί: ~ος: πληθυσμός. ~η: ομάδα. ~ο: φως. ~οι: οικισμοί. ~ες: πληροφορίες (: σκόρπιες). ~α: κομμάτια/χωριά. Νησιά ~α στο πέλαγος. Τα γλυπτά βρίσκονται ~α σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Πβ. διάσπαρτος, διεσπαρμένος.
12756διασκορπισμόςδι-α-σκορ-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & διασκόρπιση (η): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασκορπίζω: ~ της σκόνης. (ΤΕΧΝΟΛ.) Καυστήρες ~ού υψηλής πίεσης. Πβ. διασπορά.|| (μτφ.) ~ της περιουσίας (πβ. κατασπατάληση)/των ψήφων ανάμεσα στους υποψηφίους (: μοίρασμα). Βλ. -ισμός. [< μτγν. διασκορπισμός, διασκόρπισις]
12757διασπαθίζωδι-α-σπα-θί-ζω ρ. (μτβ.) {διασπάθι-σε, διασπαθί-σει, -στηκε, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. για χρηματικό ποσό) κατασπαταλώ, διασκορπίζω: ~σαν τον εθνικό πλούτο/την περιουσία/τους πόρους των Ταμείων. Πβ. εξανεμίζω, καταξοδεύω.|| (μτφ.) Μια ευκαιρία/ένα ταλέντο που ~στηκε (: χάθηκε άδικα). [< μτγν. διασπαθίζω, γαλλ. dilapider]
12758διασπάθισηδι-α-σπά-θι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασπαθίζω: ~ του δημόσιου χρήματος/των κονδυλίων. Πβ. διασκορπισμός, κατασπατάληση. [< γαλλ. dilapidation]
12759διάσπαρτος, η, ο δι-ά-σπαρ-τος επίθ. (λόγ.) 1. διασκορπισμένος: ~ος: πληθυσμός. ~η: δόμηση (= αραιή). ~οι: οικισμοί. ~α: δέντρα/ερείπια/σπίτια/χωριά. Πβ. εγκατεσπαρμένος.|| (ΙΑΤΡ.) ~η: λοίμωξη/φυματίωση. ΣΥΝ. σκόρπιος (1) 2. (για χώρο, έκταση) που περιλαμβάνει ομοειδή στοιχεία σκορπισμένα σε διάφορα σημεία του/της: πόλη ~η με μνημεία. Λιβάδι ~ο από παπαρούνες. || ~ες: εστίες φωτιάς. ΣΥΝ. κατάσπαρτος (1) [< γαλλ. disséminé]
12760διάσπασηδι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαίρεση, διάλυση συνόλου σε μικρότερα μέρη, κατακερματισμός· κατ' επέκτ. αποδιοργάνωση: ~ του κόμματος/κράτους (σε κρατίδια· πβ. διαμελισμός). ~ αρμοδιοτήτων σε πολλά υπουργεία και υπηρεσίες (πβ. καταμερισμός). Οι νέες εταιρείες που θα προκύψουν από τη ~ θα είναι αυτοτελείς. Βλ. πολυ~.|| ~ της αμυντικής γραμμής/του μετώπου (πβ. ρήξη). ~ της ενότητας/κοινωνικής συνοχής (πβ. αποδιάρθρωση, αποσύνθεση).|| (ΟΙΚΟΝ.) Ανοδική/πτωτική ~. ~ μετοχών. 2. ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία κρυσταλλικά στερεά, μόρια ή χημικές ενώσεις διαχωρίζονται στα συστατικά τους μέρη: ενζυματική/ηλεκτρική/θερμική/καταλυτική/οξειδωτική ~. ~ πρωτεϊνών/υδρογονανθράκων.|| (ΦΥΣ.) ~ της ύλης. Βλ. βιο~, φωτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσπαση του ατόμου: ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνική σχάση. [< αγγλ. atom-splitting, 1939], διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής: ΨΥΧΟΛ. μαθησιακή δυσκολία που χαρακτηρίζεται από αδυναμία (αυτο)συγκέντρωσης: ~ ~ και υπερκινητικότητα παιδιών και εφήβων. Βλ. ΔΕΠ-Υ. [< γαλλ. distraction] [< 1: αρχ. διάσπασις 2: αγγλ. dissociation, γαλλ. désintégration]
12761διασπασμένος, η, ο δι-α-σπα-σμέ-νος επίθ.: που έχει διασπαστεί: (ΨΥΧΟΛ.) ~η: προσοχή. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: αρχεία. Χώρος γεωγραφικά, φυλετικά και γλωσσικά ~. ~η και διχασμένη κοινωνία.|| (ΧΗΜ.) ~α: αμινοξέα. ΑΝΤ. αδιάσπαστος ● βλ. διασπώ
12762διασπαστήςδι-α-σπα-στής ουσ. (αρσ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που επιφέρει διάσπαση: ~ της ενότητας. Πβ. διχαστής. 2. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. συστατικό το οποίο, προστιθέμενο σε πρώτες ύλες, συντελεί στη βιοαποικοδόμησή τους. Βλ. βιοδιασπώμενος. [< 1: μεσν. διασπαστής]
12763διασπαστικός, ή, ό δι-α-σπα-στι-κός επίθ.: που συντελεί στη διάσπαση ή την προκαλεί: ~ή: τακτική. ~ό: ψηφοδέλτιο (βλ. αντάρτικος). ~ές: ενέργειες/τάσεις. Πβ. ανθενωτ-, διαλυτ-, διχαστ-ικός. ΑΝΤ. ενοποιητικός, ενωτικός ● επίρρ.: διασπαστικά [< μεσν. διασπαστικός, γαλλ. disruptif]
12764διασπείρωδι-α-σπεί-ρω ρ. (μτβ.) {διέσπειρε, διασπείρ-ει, -οντας, διασπάρ-θηκε (σπάν.-λόγ.) διεσπάρ-η, διασπαρ-εί, διασπαρ-μένος (λόγ.) διεσπαρ-μένος} 1. διασκορπίζω: Η πυροσβεστική διέσπειρε τις δυνάμεις της για να αντιμετωπίσει τη φωτιά. Ρύποι εκλύονται και ~ονται στην ατμόσφαιρα. Τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να ~ούν με την κυκλοφορία του αίματος. Πβ. εγκατασπείρω.|| Οι ασθενείς ~ουν (= μεταδίδουν) τον ιό. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) σκορπίζω, διαδίδω: (για συναίσθημα) ~ το μίσος/τον πανικό.|| (για πληροφορίες) ~ει ανακρίβειες/συκοφαντίες/φήμες/ψεύδη. ● βλ. διεσπαρμένος [< αρχ. διασπείρω, γαλλ. disseminer]
12765διασποράδι-α-σπο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διασκορπισμός, διαχωρισμός των μερών, των στοιχείων ενός συνόλου σε διαφορετικές κατευθύνσεις ή διάδοση σε ευρεία κλίμακα: ατμοσφαιρική/χωρική ~. ~ αέριων ρύπων/γύρης/επικίνδυνων ουσιών/μικροοργανισμών/χημικών (π.χ. στο νερό).|| ~ ψευδών ειδήσεων/πληροφοριών.|| ~ όπλων μαζικής καταστροφής.|| (ΙΑΤΡ. σπάν. μετάδοση:) Δείκτης ~άς μιας ασθένειας/ενός ιού. Βλ. υπερ~. ~ γνώσεων/ιδεών.|| (ΣΤΡΑΤ.) Όπλα/πυρομαχικά ~άς.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ., κατανομή των τιμών ενός συνόλου παρατηρήσεων γύρω από τη μέση τιμή:) Γνωστή/μεγάλη ~. ~ τυχαίων μεταβλητών. Διάγραμμα/συνάρτηση/υπολογισμός ~άς. Βλ. συν~. 2. ομαδική συνήθ. απομάκρυνση από την πατρίδα και μετάβαση σε άλλο(ν) τόπο και κατ' επέκτ. σύνολο ομοεθνών διασκορπισμένων ανά τον κόσμο: εβραϊκή/προσφυγική ~. ~ πληθυσμών. Ο ελληνισμός/οι Έλληνες της ~άς. Βλ. ομογένεια. ● ΣΥΜΠΛ.: διασπορά του φωτός: ΑΣΤΡΟΝ. η θραύση και ο διασκορπισμός του φωτός μέσα στα διάφορα μήκη κύματός του. [< γαλλ. dispersion de la lumière] , ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση, βόμβα διασποράς βλ. βόμβα, διασπορά μετοχών βλ. μετοχή [< μτγν. διασπορά ‘διασκόρπιση, διεσπαρμένο πλήθος’, αγγλ. diaspora, γαλλ. 1: dissérmination 2: diaspora: των Εβραίων, 1909 και κατ΄επέκτ. για άλλους λαούς, 1949]
12766διασπορέαςδι-α-σπο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {διασπορ-είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα, συσκευή που στέλνει υλικό σε διαφορετικές κατευθύνσεις: ακρυλικός ~. ~ αερίων/υγραερίου (πβ. σπρέι). 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που διασπείρει ψευδείς ειδήσεις: ~είς φημών. [< πβ. μτγν. διασπορεύς ‘αυτός που διασκορπίζει’]
12767διασπορικόςή, ό δι-α-σπο-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στους διασκορπισμένους ανά τον κόσμο ομοεθνείς: ~ός: ελληνισμός. ~ή: λογοτεχνία/πολιτική. ~ό: βίωμα. ~ές: κοινότητες/ταυτότητες. [< αγγλ. diasporic, γαλλ. diasporique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.