| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12768 | διασπώ | [διασπῶ] δι-α-σπώ ρ. (μτβ.) {διασπ-άς, διασπ-ά (σπανιότ.) διασπ-άει, -ώντας | διέσπα-σα (σπανιότ.) διάσπα-σα, διασπά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος (λόγ. μτχ. -σθείς), διασπ-ώμενος} 1. διαλύω σε μικρότερα ή (για μόριο, χημική ένωση) απλούστερα μέρη: Ο κομήτης έχει ~στεί σε πολλά τεμάχια (πβ. πολυδιασπάται).|| (ΧΗΜ.) Το απορρυπαντικό πιάτων ~ά τα λίπη. Τα οξέα του στομάχου ~ούν τους χημικούς δεσμούς των τροφών. Το νερό ~άται σε υδρογόνο και οξυγόνο με τη μέθοδο της ηλεκτρόλυσης.|| (ΦΥΣ.) Το λευκό φως ~άται σε περισσότερα χρώματα. Βλ. βιο~. 2. καταστρέφω την ενότητα, τη συνοχή: Ο εχθρικός στρατός κατάφερε να ~σει τον κλοιό/το μέτωπο. Προσπάθησαν να ~σουν την άμυνα της ομάδας/τους απεργούς/το κίνημα (πβ. αποδιαρθρώνω, αποδιοργανώνω, διχάζω). Το κόμμα/η οργάνωση ~στηκε (πβ. διαιρώ, διαλύω). ~σθείσα: εταιρεία.|| Ο γενικός δείκτης του ΧΑΑ δεν μπορεί να ~σει (= ξεπεράσει, σπάσει) το φράγμα των ... μονάδων. ● βλ. διασπασμένος [< αρχ. διασπῶ ‘διαχωρίζω, κομματιάζω’] | |
| 12769 | διαστάλθηκε | βλ. διαστέλλω | |
| 12770 | διασταλτικός | , ή, ό δι-α-σταλ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί διαστολή: ~ό: στόμιο/υγρό/υλικό.|| (μτφ.) ~ή: εφαρμογή (της απόφασης, του νόμου)/πολιτική. ΑΝΤ. συσταλτικός ● Ουσ.: διασταλτικό (το): ΙΑΤΡ. ουσία ή ιατρικό εργαλείο με το οποίο επιτυγχάνεται η διαστολή ανοίγματος ή οργάνου: ~ των αγγείων (= αγγειο~)/της μήτρας (: διαστολέας)/των στεφανιαίων (: ουσία που αυξάνει την κυκλοφορία τους, ελαττώνοντας την αντίσταση των αρτηριδίων). [< αγγλ. dilator] ● επίρρ.: διασταλτικά: ΝΟΜ. Το συμβούλιο ερμήνευσε ~ τις διατάξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: διασταλτική ερμηνεία: ΝΟΜ. που εκτείνεται πέρα από το γράμμα του νόμου, αλλά σύμφωνα με το πνεύμα του: ~ ~ άρθρου/διάταξης. ΑΝΤ. συσταλτική ερμηνεία [< μτγν. διασταλτικός ‘που διακρίνει, ξεχωρίζει’, γαλλ. dilatant] | |
| 12771 | διασταλτικότητα | δι-α-σταλ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα που έχουν τα σώματα να διαστέλλονται: ευρεία/μειωμένη ~. ~ και ελαστικότητα των μυών. ~ των αιμοφόρων αγγείων. Δείκτες αντοχής και ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. συσταλτικότητα [< γαλλ. dilatabilité] | |
| 12772 | διάσταση | δι-ά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε μέγεθος (κυρ. μήκος, πλάτος και ύψος) που ορίζει την έκταση ενός υλικού σώματος, σχήματος ή/και χώρου προς μία ή περισσότερες κατευθύνσεις: εσωτερικές/μέγιστες ~άσεις. Οι ~άσεις ενός δωματίου/οικοπέδου/τραπεζιού. Έργο γιγαντιαίων/μικρών/μνημειακών ~άσεων. Πίνακας ζωγραφικής ~άσεων 60 Χ 60 εκ. Πισίνα ολυμπιακών ~άσεων. Βλ. όγκος.|| (μόνο στον πληθ., κυρ. για γυναίκες: η περιφέρεια του στήθους, της μέσης και των γοφών, συνήθ. σε εκατοστά:) Έχει ιδανικές ~άσεις (: αναλογίες) για μοντέλο. (κυριολ.) Παίρνω τις ~άσεις (: τα μέτρα). Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος. 2. {συνήθ. στον πληθ.} εμβέλεια, μέγεθος ενός γεγονότος ή φαινομένου: πρόβλημα παγκοσμίων/πλανητικών ~άσεων. Έδωσαν μεγάλη ~ στη ... Η πραγματική ~ των γεγονότων. Προσδίδει άλλες διαστάσεις. 3. (μτφ.) άποψη, πλευρά: αισθητική/ανθρωπιστική/περιβαλλοντική ~ (π.χ. ενός ζητήματος). Η διαπολιτισμική/ευρωπαϊκή ~ στην εκπαίδευση. Η ηθική/ιστορική ~ του θέματος. Η τέχνη στην κοινωνική της ~. Πβ. παράγοντας, παράμετρος, πτυχή. 4. διαφορά, αντίθεση: ~ απόψεων για ... ~ λόγων και έργων. Η κοινή γνώμη βρίσκεται/είναι σε ~ με τους πολιτικούς. Πβ. ρήξη. ΑΝΤ. ομοφωνία (1) 5. (σπάν.) απομάκρυνση, διαχωρισμός: η ~ σώματος και ψυχής.|| (ΓΥΜΝ.) Τα πόδια σε ~ (: ανοικτά προς το πλάι, σπανιότ. και για τα χέρια).|| (ΧΗΜ., αντίδραση διαχωρισμού ενός μορίου σε απλούστερα μόρια, άτομα ή ρίζες:) Βαθμός/ενέργεια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσταση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. το πλήθος των στοιχείων της βάσης του., η τέταρτη διάσταση: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο χρόνος, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας., η τρίτη διάσταση: (στις εικαστικές κυρ. τέχνες) το βάθος, η προοπτική που διαφοροποιεί ένα στερεό σώμα από το δισδιάστατο σχέδιό του. Πβ. φόντο. Βλ. τρισδιάστατος. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις: για πρόβλημα που επιδεινώνεται ραγδαία: Κάτι ~ ανεξέλεγκτες/ανησυχητικές/απρόσμενες/εκρηκτικές/(τρομακτικά) μεγάλες/νέες ~. ~ ~ μάστιγας/σκανδάλου. Το ζήτημα/η υπόθεση έχει λάβει σοβαρές ~. Το πρόβλημα έχει προσλάβει επικίνδυνες ~. Διαστάσεις επιδημίας έχει πάρει η νόσος., σε διάσταση/εν διαστάσει: ΝΟΜ. (για ανδρόγυνο) που ζει χωριστά, χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο: Είναι/βρίσκονται σε ~.|| Οι εν διαστάσει γονείς. [< αρχ. διάστασις, γαλλ.-αγγλ. dimension] | |
| 12773 | διαστασιολόγηση | δι-α-στα-σι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. καθορισμός του συνόλου των διαστάσεων ενός αντικειμένου: αυτόματη/παραμετρική ~. ~ διατομών/δικτύου/κτιρίων. Ανάλυση και ~ μεταλλικών κατασκευών. [< γαλλ. dimensionnement, 1948] | |
| 12775 | διασταυρούμενος | , η, ο δι-α-σταυ-ρού-με-νος επίθ. (λόγ.) & διασταυρωμένος: που διασταυρώνεται: ~η: (ΒΙΟΛ.) κληρονομικότητα (: που μεταβιβάζεται χιαστί, από πρόγονο σε απόγονο διαφορετικού φύλου). (κυριολ. κ. μτφ.) ~ες: πορείες.|| (μτφ.) ~ος: έλεγχος. ~η: είδηση. Πβ. εξακριβώνω, επαληθεύω.|| Νεκροκεφαλή με ~α οστά (: ως σήμανση σε τοξικό σκεύασμα). ● ΣΥΜΠΛ.: διασταυρούμενα πυρά (επίσ.) & διασταυρωμένα πυρά 1. (μτφ.) (συνήθ. για δημόσια πρόσωπα) σφοδρές επιθέσεις ή κατηγορίες που προέρχονται από διαφορετικές πλευρές: Ο υπουργός δέχτηκε τα ~ ~ των βουλευτών όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Βλ. διασταύρωσαν τα ξίφη τους. 2. βολές πυροβόλων όπλων που προέρχονται από διαφορετικά σημεία: Τραυματίστηκε από ~ ~ μεταξύ συμμοριών. [< γαλλ. feux croisés] , διασταυρούμενη αντίδραση: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αλληλεπίδραση αντιγόνου με αντίσωμα που δημιουργήθηκε εναντίον άλλου παρόμοιου αντιγόνου. [< αγγλ. cross-reaction, 1946] [< αρχ. διασταυροῦμαι 'οχυρώνω με πασσάλους', γαλλ. croisé] | |
| 12776 | διασταυρώνω | δι-α-σταυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διασταύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διασταυρών-οντας, διασταυρ-ούμενος} 1. ΒΙΟΛ. δημιουργώ μικτό είδος φυτού ή ζώου (με στόχο την καλλιέργεια, εκτροφή), τεχνητά ή φυσικά, μέσω του συνδυασμού των γονιδίων από διαφορετικές ποικιλίες ή ράτσες: ~ουμε διάφορα είδη καλαμποκιού/σιταριού.|| (μτφ.) Στο έργο του ~ει θέματα από τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία. Πβ. διαπλέκω. 2. (μτφ.) επιβεβαιώνω, ελέγχω, συγκρίνω: ~ γεγονότα/ειδήσεις/στοιχεία. ~σε την ακρίβεια/αλήθεια όσων έμαθε. ~μένες: πηγές/πληροφορίες. 3. (σπάν.) τοποθετώ συνήθ. δύο αντικείμενα σε σχήμα σταυρού ή Χ: ~μένοι: ιμάντες. ~μένα: πόδια. ● Παθ.: διασταυρώνομαι: (για δρόμο, γραμμή) συναντιέται, τέμνεται σε κάποιο σημείο κάθετα ή διαγώνια: ~εται ισόπεδα με τη λεωφόρο. Οι γραμμές του μετρό ~ονται σε δύο σταθμούς.|| (συναντιέμαι με κάποιον ή κάτι, συνήθ. καθώς κινούμαστε προς διαφορετικές κατευθύνσεις:) ~θήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας.|| (μτφ.) ~ονται οι ζωές/μοίρες/πορείες κάποιων. Στην περιοχή αυτή ~θηκαν ποικίλα πολιτιστικά ρεύματα. ● ΦΡ.: διασταυρώνονται τα βλέμματά μας & οι ματιές μας (μτφ.): κοιτάζει στιγμιαία ο ένας τον άλλο στα μάτια., διασταύρωσαν τα ξίφη τους & τα πυρά τους (μτφ.): (κυρ. σε πολιτική διαμάχη) ήρθαν σε οξεία αντιπαράθεση, σύγκρουση: Kυβέρνηση και αντιπολίτευση ~ ~ στη Bουλή για το μεταναστευτικό πρόβλημα. [< μτγν. διασταυρῶ ‘περιφράσσω με πασσάλους’, γαλλ. croiser] | |
| 12777 | διασταύρωση | δι-α-σταύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σημείο όπου συναντιούνται δρόμοι, γραμμές, αγωγοί και μτφ. συνάντηση: ανισόπεδη/εναέρια/κεντρική ~. Στη ~ με την οδό ... /στο ύψος της ~ης/στην επόμενη ~ στρίψε δεξιά. Πβ. σταυροδρόμι, συμβολή.|| ~ πυρών. ~ ιδεών/πολιτισμών. 2. ΒΙΟΛ. μέθοδος αναπαραγωγής φυτού ή ζώου κατά την οποία συνδυάζονται γονίδια από διαφορετικές ποικιλίες ή ράτσες και συνεκδ. το ίδιο το ζώο ή το φυτό που δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο: ανάδρομη/γενετική/επιλεκτική/φυσική ~. ~ ελέγχου (: για τη μελέτη κληρονόμησης ενός χαρακτήρα). ~ ειδών/ποικιλιών (αμπέλου). ~ ετερόζυγου με ομόζυγο άτομο. Γενετική βελτίωση με ~ώσεις από διάφορες ράτσες (βλ. υβριδισμός, υβριδοποίηση). ~ λαών (= επιμειξία).|| Είναι ~ λύκου με σκύλο. Βλ. υβρίδιο. 3. έλεγχος, επαλήθευση: ηλεκτρονική/μηχανογραφική ~. ~ δεδομένων/ειδήσεων/πληροφοριών/στοιχείων. Πβ. επιβεβαίωση, σύγκριση. ● ΣΥΜΠΛ.: φώτα διασταύρωσης βλ. φως [< γαλλ. croisement] | |
| 12778 | διαστέλλω | δι-α-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {διέστειλε, διαστείλει, διαστάλθηκε (λόγ.) διεστάλη, διασταλεί, διαστελλ-όμενος, διεσταλ-μένος, διαστέλλ-οντας} 1. αυξάνω τις διαστάσεις ενός σώματος, διογκώνω: Φάρμακο που ~ει τα αιμοφόρα αγγεία (βλ. αγγειοδιασταλτικό).|| (ΦΥΣ.) Ο αέρας θερμαινόμενος ~εται. Τα μέταλλα με τη ζέστη ~ονται. ~μένος: μυς/τράχηλος (: κατά τον τοκετό). ~μένες: κόρες (των ματιών). (ΑΣΤΡΟΝ.) Το ~όμενο Σύμπαν. Πβ. διευρύνω, μεγεθύνω. ΑΝΤ. συστέλλω 2. (σπάν.) διακρίνω, αντιδιαστέλλω: Ερώτημα που πρέπει να διασταλεί από ένα παραπλήσιο ... Πβ. διαχωρίζω. [< αρχ. διαστέλλω] | |
| 12779 | διάστημα | δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {διαστήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η απόσταση ανάμεσα σε δύο χρονικά ή τοπικά σημεία: βραχυπρόθεσμο/ελάχιστο/εύλογο ~. ~ δέκα ετών/ορισμένων λεπτών. ~ατα σιωπής/συννεφιάς. (Κατά) το/στο (αμέσως) προσεχές ~. Το τελευταίο ~ (= τελευταία). Η βιβλιοθήκη θα παραμείνει κλειστή το ~ από ... έως/μέχρι ... Σε αραιά/πυκνά ~ατα. Το μεγαλύτερο ~ της ημέρας η θερμοκρασία ήταν υψηλή. Η φωτιά πήρε σε πολύ σύντομο ~ μεγάλη έκταση. Συννεφιά με ~ατα ηλιοφάνειας. Βλ. μεσο~, περίοδος.|| (ΙΑΤΡ.) Μεσοδόντια/μεσοσπονδύλια ~ατα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Δ) ο χώρος που εκτείνεται πέρα από τη Γη και την ατμόσφαιρά της: επιστήμη του ~ος. Κοσμικό ~. Αποστολή/ταξίδια στο ~. Εξερεύνηση/έρευνα/κατάκτηση του ~ατος. Ο δορυφόρος βρίσκεται/εκτοξεύτηκε/ταξιδεύει στο ~. Πβ. αερο~. 3. ΜΟΥΣ. απόσταση ανάμεσα σε δύο νότες: αρμονικό ~ (: αν ηχούν ταυτόχρονα). Mελωδικό ~ (: αν οι νότες ηχούν διαδοχικά). Aπλά/σύνθετα ~ατα. Διάφωνο ~ (ή διαφωνία). Σύμφωνο ~ (ή συμφωνία). ~ ενός ημιτονίου/τόνου. ~ατα πέμπτης. Το ~ της ογδόης (= οκτάβα). Βλ. μικρο~. 4. κενός χαρακτήρας ή χώρος ανάμεσα σε γράμματα, λέξεις ή γραμμές στη γραφή ή την εκτύπωση: κανονικό/σταθερό ~. Ρύθμιση ~ατος παραγράφου/χαρακτήρων.|| Κείμενο γραμμένο σε μονό/διπλό ~ (= διάστιχο). 5. ΜΑΘ. το σύνολο από πραγματικούς αριθμούς το οποίο μπορεί να παρασταθεί ως ευθύγραμμο τμήμα: ανοιχτό/κλειστό ~. Γραμμικές εξισώσεις/συναρτήσεις ~άτων.|| (ΦΥΣ., το τμήμα της τροχιάς που διανύει ένα κινητό αντικείμενο σε ορισμένο χρόνο, σύμβ. s) Tο σώμα έχει διανύσει/διατρέξει ~ S = 20m. ● ΣΥΜΠΛ.: διάστημα εμπιστοσύνης: ΣΤΑΤΙΣΤ. σύνολο συνεχόμενων τιμών που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση μιας στατιστικής παραμέτρου. [< αγγλ. confidence interval, 1934] , χρονικό διάστημα: διάρκεια χρόνου: για κάποιο/για περιορισμένο ~ ~. Μέσα σε σύντομο ~ ~. Ύστερα από ένα μικρό ~ ~. Κατά το/στο ~ ~ ..., μεσογονάτια (διαστήματα) βλ. μεσογονάτιος, τουρίστας του Διαστήματος βλ. τουρίστας, τουρίστρια ● ΦΡ.: κατά διαστήματα: κατά περιόδους ή σε διάφορα σημεία: ~ ~ ένιωθε πόνους στη μέση. Ο καιρός θα είναι άστατος, με βροχές και καταιγίδες ~. Πβ. κατά διαλείμματα.|| Τοποθετούνται ~ ~ ... , σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα: σε καθορισμένο χρόνο, τακτικά, περιοδικά: Οι τιμές προσαρμόζονται ~ ~. Να κάνετε σύντομα διαλείμματα ~ ~. Αλλάζετε τον κωδικό πρόσβασής σας ~ ~. [< 1,3,5: αρχ. διάστημα 2,4: γαλλ. espace] | |
| 12780 | διαστημάνθρωπος | δι-α-στη-μάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) 1. αστροναύτης. Πβ. κοσμοναύτης. 2. eξωγήινος. [< 1: αγγλ. spaceman, 1932] | |
| 12781 | διαστημικός | , ή, ό δι-α-στη-μι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που αναφέρεται στο Διάστημα, στον διαπλανητικό ή διαστρικό χώρο: ~ός: ανιχνευτής/δορυφόρος. ~ή: αποστολή/βάση/έρευνα/πτήση/στολή/τεχνολογία. ~ό: αεροδρόμιο (= διαστημοδρόμιο)/όχημα/πρόγραμμα/σκάφος/ταξίδι.|| ~ή: ταχύτητα. Βλ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική/(αερο)διαστημική ιατρική βλ. ιατρική, αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, διαστημική βολίδα βλ. βολίδα, διαστημικό λεωφορείο βλ. λεωφορείο, διαστημικό τηλεσκόπιο/παρατηρητήριο βλ. τηλεσκόπιο, διαστημικός θαλαμίσκος βλ. θαλαμίσκος, διαστημικός περίπατος βλ. περίπατος, διαστημικός σταθμός βλ. σταθμός, διαστημικός τουρισμός βλ. τουρισμός, τουρίστας του Διαστήματος βλ. τουρίστας, τουρίστρια [< αγγλ. spatial] | |
| 12782 | διαστημοδρόμιο | δι-α-στη-μο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος προσγείωσης και απογείωσης διαστημόπλοιων, διαστημικό αεροδρόμιο. Πβ. κοσμοδρόμιο. Βλ. -δρόμιο. [< αγγλ. spaceport, 1930] | |
| 12783 | διαστημόμετρο | δι-α-στη-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μικρό μεταλλικό όργανο σχεδίασης που μοιάζει με διαβήτη, για τη μέτρηση μικρών αποστάσεων κατά τη σχεδίαση ή χάραξη γραμμών. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. diasti(mo)mètre, αγγλ. diastimeter] | |
| 12784 | διαστημόπλοιο | δι-α-στη-μό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -οίου}: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. σκάφος για διαστημικά ταξίδια: επανδρωμένο ~. Αποστολή/εκτόξευση ~ου στη Σελήνη. [< αγγλ. spaceship] | |
| 12785 | διαστημοσυσκευή | δι-α-στη-μο-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που εκτοξεύεται στο Διάστημα για τη μελέτη των πλανητών και των δορυφόρων τους. | |
| 12786 | διαστικός | , ή, ό δι-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συνδέει δύο ή περισσότερες πόλεις: ~ός: σιδηρόδρομος. ~ές: διαδρομές. [< αγγλ. interurban, intercity] | |
| 12787 | διάστικτος | , η, ο δι-ά-στι-κτος επίθ. (λόγ.): που είναι γεμάτος στίγματα: πρόσωπο ~ο από φακίδες. Φύλλα ~α με κίτρινες κηλίδες. Πβ. πιτσιλωτός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: γραμμή (= διακεκομμένη) ~ο: πλαίσιο. ΣΥΝ. κατάστικτος | |
| 12788 | διάστιξη | δι-ά-στι-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χάραξη τατουάζ ή συνεκδ. το ίδιο το τατουάζ: ~ κώδικα στο δέρμα του ζώου.|| Τα εμβολιασμένα βοοειδή σημαίνονται με ~ στο αυτί. ΣΥΝ. δερματοστιξία 2. χάραξη στιγμάτων ή συνεκδ. τα ίδια τα στίγματα: στιλ ~ης (γραμμής). [< πβ. μτγν. διάστιξις ‘στιγματισμός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ