| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12789 | διάστιχο | δι-ά-στι-χο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίχου}: διάστημα, απόσταση μεταξύ δύο συνεχόμενων γραμμών ενός κειμένου: διπλό/μονό ~. Ρύθμισε τα περιθώρια, τις αποστάσεις και τα ~α. [< μεσν. διάστιχο] | |
| 12790 | διαστολέας | δι-α-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {διαστολ-είς | -έων} 1. ΙΑΤΡ. εργαλείο για τη διεύρυνση στομίου ή αυλού του σώματος: ~ στόματος/τραχήλου. Πβ. διασταλτικό. Βλ. -έας. 2. ΑΝΑΤ. μυς που διευρύνει άνοιγμα του σώματος. [< μτγν. διαστολεύς | |
| 12791 | διαστολή | δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. αύξηση των διαστάσεων, διόγκωση: (ΦΥΣ.) γραμμική/κυβική ~. ~ αερίων/στερεών/υγρών. Θερμική ~ σωμάτων (: αύξηση του όγκου με την άνοδο της θερμοκρασίας, χωρίς μεταβολή της σύστασής τους). ~ του Σύμπαντος/χρόνου (βλ. θεωρία της σχετικότητας). Πβ. διεύρυνση.|| (ΟΙΚΟΔ.) Αρμοί ~ής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων (= αγγειο~)/της καρδιάς (: περίοδος του καρδιακού κύκλου)/της κόρης του οφθαλμού/του τραχήλου της μήτρας. ~ αρτηριών με μπαλονάκι. Βλ. αντι~. ΑΝΤ. συστολή (1) 2. ΜΟΥΣ. κάθετη γραμμή η οποία διαιρεί το πεντάγραμμο σε μέτρα. [< 1: αρχ. διαστολή, γαλλ. dilatation 2: μτγν. ~] | |
| 12792 | διαστολικός | , ή, ό δι-α-στο-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη διαστολή ή την προκαλεί: ~ή: (δυσ)λειτουργία αριστερής κοιλίας/ροή. ~ό: κύλισμα/φύσημα. Επαναφορά της πίεσης σε ~ά επίπεδα. ΑΝΤ. συστολικός ● Ουσ.: διαστολικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα διαστολής: ~ά αγωγών. Βλ. διαστολέας. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστολική πίεση & (προφ.) μικρή (πίεση): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η μικρότερη πίεση που αναπτύσσεται στο τέλος της διαστολής των κοιλιών, πριν από την έναρξη της συστολής. ΑΝΤ. συστολική πίεση [< μτγν. διαστολικός, γαλλ. diastolique, αγγλ. diastolic] | |
| 12793 | διαστοματικός | , ή, ό δι-α-στο-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται μέσω του στόματος: ~ή: θολοπλαστική/ρομποτική επέμβαση. | |
| 12794 | διαστραφεί | βλ. διαστρέφω | |
| 12795 | διαστρεβλωμένος | , η, ο δι-α-στρε-βλω-μέ-νος επίθ.: που έχει διαστρεβλωθεί: ~η: αλήθεια/ενημέρωση/ιδέα. ~ο: κείμενο. ~ες: πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα. ~η εικόνα της πραγματικότητας. Μετέφερε τα λόγια του εντελώς ~α. Πβ. παραποιημένος. | |
| 12796 | διαστρεβλώνω | δι-α-στρε-βλώ-νω ρ. (μτβ.) {διαστρέβλω-σα, διαστρεβλώ-σει, -θηκε, -μένος, διαστρεβλών-οντας}: αλλοιώνω, παραποιώ: ~ει την αλήθεια/την πραγματικότητα. ~ τις δηλώσεις/τα λεγόμενα (κάποιου). Πβ. παρα-φθείρω, -χαράσσω. ΣΥΝ. διαστρέφω, παραμορφώνω (2) [< μτγν. διαστρεβλῶ] | |
| 12797 | διαστρέβλωση | δι-α-στρέ-βλω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του διαστρεβλώνω: προκλητική/σκόπιμη/συστηματική ~. ~ της αλήθειας (πβ. παραφθορά, συσκότιση)/των γεγονότων/της ιστορίας (πβ. παραχάραξη)/των λεγομένων/της πραγματικότητας. ΣΥΝ. αλλοίωση (3), παραμόρφωση (2), παραποίηση | |
| 12798 | διαστρεβλωτής | δι-α-στρε-βλω-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διαστρεβλώνει: ~ές της αλήθειας/ιστορίας. Πβ. παραχαράκτης. | |
| 12799 | διαστρεβλωτικός | , ή, ό δι-α-στρε-βλω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί διαστρέβλωση: ~ή: ερμηνεία/πληροφόρηση. ~ό: επιχείρημα (= παραπειστικό). Πβ. παραποιητικός.|| ~ός: φακός. ~ό: πρίσμα. Πβ. παραμορφωτικός. | |
| 12800 | διάστρεμμα | δι-ά-στρεμ-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική διάταση ή ρήξη των συνδέσμων άρθρωσης λόγω απότομης συστροφής: βαρύ/ελαφρύ/σοβαρό ~. ~ του αστραγάλου/καρπού. ~ πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού (: ανάλογα με τη σοβαρότητά του). Υπέστη ~ στην προπόνηση. Πβ. εξάρθρωση, στραμπούληγμα. Βλ. θλάση, κάταγμα. [< αρχ. διάστρεμμα] | |
| 12801 | διαστρέφω | δι-α-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {διέστρε-ψε, διαστρέ-ψει, διαστρά-φηκε, -φεί, διεστραμμένος, διαστρέφ-οντας}: αλλοιώνω, διαστρεβλώνω: ~ τα γεγονότα/τις δηλώσεις κάποιου/το νόημα. ~ουν την ιστορία κατά το συμφέρον τους. Πβ. παρα-ποιώ, -χαράσσω.|| ~ την ανθρώπινη φύση/το ήθος κάποιου. Πβ. διαφθείρω, εκφυλίζω. ● βλ. διεστραμμένος [< αρχ. διαστρέφω] | |
| 12802 | διαστρικός | , ή, ό δι-α-στρι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που βρίσκεται ή πραγματοποιείται σε χώρο ανάμεσα στα αστέρια: ~ή: ύλη. ~ό: αέριο/διάστημα/κενό/νέφος. Πβ. μεσοαστρικός.|| ~ή: πτήση. (επιστ. φαντασία) ~οί: πόλεμοι. Βλ. διαγαλαξιακός, διαπλανητικός. [< αγγλ. interstellar] | |
| 12803 | διαστροφέας | δι-α-στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {διαστροφ-είς, -έων} (λόγ.): πρόσωπο που διαστρέφει: ~ της αλήθειας/ιστορίας/πραγματικότητας (πβ. διαστρεβλωτής, παραχαράκτης). ~ του ήθους (πβ. διαφθορέας). [< μτγν. διαστροφεύς] | |
| 12804 | διαστροφή | δι-α-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. αλλοίωση, ανωμαλία: ηθική/πλήρης/σεξουαλική ~. Πβ. από-, παρέκ-κλιση, βίτσιο. Βλ. ηδονοβλεψία, μαζοχισμός, παραφιλία, σαδισμός, φετιχισμός. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) υπερβολική, σχολαστική ενασχόληση με κάτι: δημοσιογραφική ~. 3. διαστρέβλωση, παραποίηση: ~ των εννοιών/των αθλητικών ιδεωδών/του λόγου/της πραγματικότητας. Ψέμα, ~, συκοφαντία (πβ. παραχάραξη). ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική διαστροφή: συνήθειες ή/και νοοτροπίες που έχουν αποκτηθεί στον επαγγελματικό βίο, αλλά εφαρμόζονται καταχρηστικά και στην καθημερινή ζωή: Βλέπεις θέατρο από πραγματικό ενδιαφέρον ή από ~ ~ (π.χ. για θεατρικό κριτικό); [< γαλλ. déformation professionnelle] [< μτγν. διαστροφή, γαλλ. perversion] | |
| 12805 | διαστροφικός | , ή, ό δι-α-στρο-φι-κός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από διαστροφή, ανώμαλος: ~ή: συνήθεια/σχέση. ~ό: μυαλό/χιούμορ. ~ές: τάσεις/φαντασιώσεις. Πβ. αρρωστημένος, διαταραγμένος, διεστραμμένος, νοσηρός. Βλ. ακόλαστος, ελευθέριος. [< γαλλ. pervers] | |
| 12806 | διαστρωματικός | , ή, ό δι-α-στρω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.) 1. που γίνεται σε στρώσεις ή βρίσκεται μεταξύ διαφορετικών στρωμάτων: ~ός: ψεκασμός. ~ό: φίλτρο. 2. που αφορά διαφορετικά επίπεδα, ομάδες, τάξεις: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ή: σύγκριση. ~ά: δεδομένα (: για διαφορετικές μονάδες ή σύνολα σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή). Βλ. διαχρονικός.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) ~ή: βάση/κατανομή του εισοδήματος. Βλ. διαταξικός. ● επίρρ.: διαστρωματικά [< γαλλ. stratifié] | |
| 12807 | διαστρωμάτωση | δι-α-στρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. στρωμάτωση, στρωματοποίηση 1. (μτφ.) διαίρεση συνόλου σε ομάδες, διαμόρφωση στρωμάτων: κοινωνική/ταξική ~. ~ του πληθυσμού. 2. χωρισμός σε παράλληλες ζώνες και συνεκδ. ζώνη, στρώμα: (ΓΕΩΛ.) θερμική ~. ~ του αέρα/εδάφους. [< γαλλ. stratification] | |
| 12808 | διάστρωση | δι-ά-στρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ομοιόμορφη κάλυψη επιφάνειας με υλικό: ~ άμμου/σκυροδέματος. ~ δρόμων. Επιχωμάτωση-~.|| (συνεκδ.) Για το δάπεδο απαιτείται τσιμεντοκονίαμα σε τρεις ~ώσεις. Πβ. επίστρωση, στρώμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ