| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12809 | διασυλλογικός | , ή, ό δι-α-συλ-λο-γι-κός επίθ.: που διεξάγεται μεταξύ δύο ή περισσότερων αθλητικών συλλόγων: ~ός: αγώνας. ~ή: διοργάνωση/ημερίδα. ~ό: κύπελλο/πρωτάθλημα. ● επίρρ.: διασυλλογικά [< γαλλ. interclubs] | |
| 12810 | διασυμμαχικός | , ή, ό δι-α-συμ-μα-χι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συμμαχικά κράτη, στις μεταξύ τους σχέσεις: ~ή: άσκηση/διάσκεψη. Πβ. συμμαχικός. [< γαλλ. interallié, 1915] | |
| 12811 | διασύνδεση | δι-α-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνδεση στοιχείων, παραγόντων: ~ μεταξύ εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Αεροπορική/διασυνοριακή ~ ανάμεσα στα κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. σύνδεση συστημάτων, συσκευών, προγραμμάτων με διαφορετικά ή παρόμοια χαρακτηριστικά: δορυφορική/ενεργειακή/τηλεφωνική ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ασύρματη/ενσωματωμένη/ευρυζωνική/ηλεκτρονική ~. ~ αρχείων/εφαρμογών/υπολογιστών/χρήστη. ~ με το ίντερνετ. ~ δικτύου με διακομιστή. Πβ. διεπαφή, διεπιφάνεια.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Χρήσιμες ~έσεις (= λινκς, υπερσύνδεσμοι). Πβ. δικτύωση. ● διασυνδέσεις (οι) (συχνά αρνητ. συνυποδ.): σχέσεις, επαφές με πρόσωπα επιρροής με στόχο τη διευκόλυνση οικονομικών, επαγγελματικών, πολιτικών επιδιώξεων: διεθνείς/υψηλές ~. Η εταιρεία μας έχει ~ στο εξωτερικό (: γνωριμίες). Βλ. βύσμα, κονέ, μέσο. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο διασύνδεσης: υπηρεσία Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος με στόχο την ενημέρωση των φοιτητών για θέματα σχετικά με την έρευνα, την εκπαίδευση και ιδ. την αγορά εργασίας: ~ ~ σπουδών και σταδιοδρομίας. [< 1: αγγλ. connection 2: αγγλ. interconnection] | |
| 12812 | διασυνδέω | δι-α-συν-δέ-ω ρ. (μτβ.) {διασυνέδε-σα, διασυνδέ-θηκε, -θεί, -μένος (λόγ.) διασυνδεδε-μένος, διασυνδέ-οντας}: συνδέω στοιχεία, παράγοντες, συστήματα μεταξύ τους: Κατασκευή αγωγού που θα ~σει δύο χώρες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Το διαδίκτυο ~ει ατομικούς χρήστες/εταιρείες/παροχείς υπηρεσιών. ~μένοι: υπολογιστές.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~μένο: φωτοβολταϊκό σύστημα (ΑΝΤ. αυτόνομο). [< αγγλ. (inter)connect] | |
| 12813 | διασυνδικαλιστικός | , ή, ό δι-α-συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: διασωματειακός. | |
| 12814 | διασυνεργασία | δι-α-συ-νερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. συνεργασία μεταξύ στοιχείων (δικτύων, συστημάτων, συσκευών) με διαφορετικά χαρακτηριστικά μέσω πρωτοκόλλου για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας: ~ υπηρεσιών. Βλ. διαλειτουργικότητα. | |
| 12815 | διασυνοριακός | , ή, ό δι-α-συ-νο-ρι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται, γίνεται στα σύνορα δύο ή περισσότερων κρατών ή αφορά τις περιοχές που συνορεύουν: ~ός: έλεγχος. ~ή: αγορά/επιχείρηση/ρύπανση/συνεργασία. ~ό: εμπόριο. ~οί: εργαζόμενοι. ~ές: επενδύσεις/μεταφορές/συναλλαγές. ~ά: προγράμματα. Βλ. διακρατικός. ΣΥΝ. διαμεθοριακός ● επίρρ.: διασυνοριακά ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη βλ. ζώνη | |
| 12816 | διασυνοριακότητα | δι-α-συ-νο-ρι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του διασυνοριακού: δράσεις για την αξιοποίηση της ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 12817 | διασυρμός | δι-α-συρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): δημόσιος εξευτελισμός: εθνικός/τηλεοπτικός ~. ~ των δημοκρατικών θεσμών/της δικαιοσύνης. Συντριπτική ήττα και ~ της ομάδας/της παράταξης. Πβ. γελοιοποίηση, διαπόμπευση, δυσφήμιση, εμπαιγμός, προπηλακισμός. [< μτγν. διασυρμός ‘ανυποληψία,’] | |
| 12818 | διασύρω | δι-α-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {διέσυρε, διασύρει, διασύρ-θηκε, διασυρ-θεί, -όμενος, -μένος, -οντας} (λόγ.): εξευτελίζω δημόσια: Με δυσφημεί και με ~ει. Με τη συμπεριφορά τους ~ουν τον κλάδο. ~εται το κύρος/το όνομα/η τιμή κάποιου. Πβ. γελοιοποιώ, διαπομπεύω, προπηλακίζω, ρεζιλεύω. [< αρχ. διασύρω] | |
| 12819 | διασφαλίζω | δι-α-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {διασφάλι-σα, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -σμένος, διασφαλιζ-όμενος, διασφαλίζ-οντας} (λόγ.): προστατεύω, εξασφαλίζω: ~ τη θέση/τα συμφέροντά μου. ~εται η δημοκρατία (= θωρακίζεται)/το επίπεδο των σπουδών/το κύρος του διαγωνισμού. ~σμένη: ποιότητα (πβ. εγγυημένος). [< μτγν. διασφαλίζομαι ‘οχυρώνω, στερεώνομαι γερά’] | |
| 12820 | διασφάλιση | δι-α-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του διασφαλίζω: ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης/της ειρήνης/του εισοδήματος/θέσεων εργασίας/ίσων ευκαιριών (στην εκπαίδευση)/της νομιμότητας/της τάξης. Δεν παρέχονται επαρκείς/πρόσθετες ~ίσεις για ...|| (ΟΙΚΟΝ.) Δάνειο με ~ίσεις. Πβ. εγγύηση. Βλ. ΑΔΑΕ. ΣΥΝ. εξασφάλιση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διασφάλιση (της) ποιότητας: το σύνολο των προγραμματισμένων και συστηματικών ενεργειών και διαδικασιών με σκοπό τον έλεγχο ποιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσφέρει μια επιχείρηση ή ένας φορέας, βάσει των αναγκών και των απαιτήσεων μιας συγκεκριμένης αγοράς: ~ ~ λογισμικού/παραγωγής/τροφίμων/φαρμάκων. ~ ~ στην Ανώτατη Εκπαίδευση. ~ ~ κατά το πρότυπο ISO. Συστήματα ~ης ~ας. [< αγγλ. quality assurance, 1973] | |
| 12821 | διασχίζω | δι-α-σχί-ζω ρ. (μτβ.) {διέσχι-σα (σπανιότ.) διάσχ-ισα, διασχί-σει, διασχί-στηκε, διασχι-στεί, διασχίζ-οντας} (λόγ.): περνώ από τη μία άκρη στην άλλη, μέσα από: ~ το δάσος/την έρημο/τα σύνορα/τον ωκεανό (με πλοίο). Τα πουλιά ~ουν τους αιθέρες. Την περιοχή ~ουν μικρά ποτάμια και ρέματα. Προτού ~σουμε τον δρόμο, κοιτάζουμε αριστερά-δεξιά. Πβ. διατρέχω, διέρχομαι. [< αρχ. διασχίζω 'σκίζω στα δύο'] | |
| 12822 | διάσχιση | δι-ά-σχι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του διασχίζω· κυρ. στην ορειβασία για ολοκληρωμένη πορεία από τη μια άκρη στην άλλη: ορεινή/πεζοπορική/χωμάτινη (: με μηχανή) ~. ~ κοιλάδας/ποταμού/φαραγγιού. Βλ. ανά-, κατά-βαση.|| ~ του δρόμου. [< μτγν. διάσχισις ΄διαχωρισμός'] | |
| 12823 | διασχολικός | , ή, ό δι-α-σχο-λι-κός επίθ.: που γίνεται ή/και πραγματοποιείται μεταξύ δύο ή περισσότερων σχολείων: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: δράση/συνεργασία. ~ό: αθλητικό κέντρο/περιοδικό/πρωτάθλημα. ~οί: αγώνες. Βλ. ενδο-, εξω-σχολικός. [< αγγλ. interschool] | |
| 12824 | διασώζω | [διασῴζω] δι-α-σώ-ζω ρ. (μτβ.) {διάσω-σα (λόγ.) διέσω-σα, διασώ-σει, -θηκε (λόγ.) διεσώ-θη, διασω-θεί, -θείς (σπανιότ.) -σμένος, διασώζ-οντας} 1. (μτφ.) διαφυλάσσω, διατηρώ: Η προφορική παράδοση έχει ~σει τα ιστορικά γεγονότα. Το τραγούδι ~εται σε δύο παραλλαγές. ~θηκε στη μνήμη μου. 2. σώζω κάποιον από κίνδυνο, συνήθ. θανάσιμο: Το ελικόπτερο έπεσε, αλλά το πλήρωμα ~θηκε. Πβ. γλιτώνω, περισώζω. [< αρχ. διασῴζω] | |
| 12825 | διασωθείς | , είσα, έν δι-α-σω-θείς επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που σώθηκε από θανάσιμο κίνδυνο: ο μοναδικός ~είς επιβάτης. Πβ. επιζήσας.|| (ως ουσ.) Οι ~έντες του ναυαγίου. 2. (για αντικείμενο) που σώθηκε από τη φθορά, την καταστροφή: Η ~είσα περιουσία φτάνει τα ... ευρώ. [< αρχ. διασωθείς] | |
| 12826 | διασωληνώνω | δι-α-σω-λη-νώ-νω ρ. (μτβ.) {διασωλήνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΙΑΤΡ. κάνω διασωλήνωση: Ο τραυματίας μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας όπου ~θηκε. ΑΝΤ. αποσωληνώνω [< γαλλ. intuber, αγγλ. intubate] | |
| 12827 | διασωλήνωση | δι-α-σω-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εισαγωγή σωλήνα σε κοίλο όργανο του σώματος, κυρ. στην τραχεία, για να διατηρούνται ανοιχτές οι αεροφόροι οδοί: ενδοτραχειακή ~. Κρίθηκε απαραίτητη η ~ και η μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του ασθενούς. Βλ. τραχειοτομή. ΑΝΤ. αποσωλήνωση 2. ΤΕΧΝΟΛ. {κυρ. στον πληθ.} σύνδεση στοιχείων με σωλήνες: ~ώσεις για εγκατάσταση τηλεφώνων/φυσικό αέριο. [< γερμ. Intubation, γαλλ.-αγγλ. intubation] | |
| 12828 | διασωματειακός | , ή, ό δι-α-σω-μα-τει-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ένωση σωματείων και στις μεταξύ τους σχέσεις: ~ή επιτροπή φορέων του θεάτρου.|| (ως ουσ.) Το ~ό του Τύπου. ΣΥΝ. διασυνδικαλιστικός [< γαλλ. intersyndical, 1915] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ