Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13700-13720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12829διάσωσηδι-ά-σω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προστασία από τη φθορά, την καταστροφή: ~ (σπάνιων/υπό εξαφάνιση) ζώων/της πανίδας και χλωρίδας/του φυσικού πλούτου. ~ των αρχαιολογικών θησαυρών/του περιβάλλοντος. Αποκατάσταση και ~ των ιστορικών κτιρίων της πόλης. Μέτρα για τη ~ (= σωτηρία) του πλανήτη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων (: διατήρηση πληροφοριών στη μνήμη υπολογιστή· πβ. αποθήκευση, σώσιμο· βλ. επαναφορά). 2. σωτηρία από κίνδυνο, συνήθ. θανάσιμο: θαλάσσια/ορεινή ~. Επιχείρηση/κέντρο/ομάδα ~ης. ~ της ζωής του ασθενή/των ναυαγών/του τραυματία. [< μτγν. διάσωσις]
12830διασώστηςδι-α-σώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διασώστρια}: πρόσωπο που παίρνει μέρος σε διάσωση, συνήθ. μέλος της σχετικής ομάδας: εθελοντής ~. ~ ασθενοφόρου (του ΕΚΑΒ)/του Ερυθρού Σταυρού. Πυροσβέστες και ~ες. Οι ~ες ερευνούν για τυχόν επιζώντες. [< μεσν. διασώστης, γαλλ. sauveteur]
12831διασωστικός, ή, ό δι-α-σω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διάσωση ή συμβάλλει σε αυτή: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: επιχείρηση/ομάδα. ~ό: ελικόπτερο/σώμα. ~ά: συνεργεία. [< μτγν. διασωστικός]
12832διαταγήδι-α-τα-γή ουσ. (θηλ.): εντολή από ανώτερη προς υφιστάμενη Αρχή, της οποίας η εκτέλεση είναι υποχρεωτική· συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: αυστηρή/γραπτή/εμπιστευτική/παράνομη/προφορική/ρητή ~. Εγκύκλιος-~. Ήρθε ~. Έλαβε τη/έχει/πήρε τη ~ (= τον διέταξαν) να ... (Ενεργώ) σύμφωνα με τη ~/(λόγ.) κατά διαταγή(ν) κάποιου.|| Στάλθηκε ειδική ~ προς όλα τα αρμόδια όργανα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του διοικητή. ~ επιχειρήσεων. Ο στρατιώτης υπάκουσε στις ~ές των ανωτέρων του. Πβ. προσταγή. Βλ. ντιρεκτίβα, οδηγία. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή: ΟΙΚΟΝ. έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα άτομο (εκδότη) προς άλλο άτομο (αποδέκτη) για να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό σε διαταγή τρίτου (δικαιούχου)., ημερήσια διαταγή: ΣΤΡΑΤ. ειδικό βιβλίο επιτελείου ή μονάδας στο οποίο καταχωρούνται οι αποφάσεις της στρατιωτικής διοίκησης· συνεκδ. κάθε επίσημη στρατιωτική ανακοίνωση. || ~ ~ του Υπουργού Άμυνας. Βλ. ημερήσια διάταξη., εντολή/διαταγή πληρωμής βλ. εντολή ● ΦΡ.: (είμαι) στις διαταγές/υπό τις διαταγές & (λόγ.) υπό τας διαταγάς (κάποιου): είμαι υπό την εξουσία του: Η στρατιωτική δύναμη είναι/τελεί υπό τις ~ές του Συμβουλίου Ασφαλείας/του ΟΗΕ., βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα (προφ.): για απόφαση που πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως και χωρίς αντιρρήσεις., στις διαταγές σας! (συχνά ειρων.): για δήλωση υπακοής., μέχρι νεοτέρας/νεωτέρας (διαταγής) βλ. νεότερος [< μτγν. διαταγή, γαλλ. ordre]
12833διάταγμαδι-ά-ταγ-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επίσημη απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας: κανονιστικό ~ (: θεσπίζει γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου).|| (παλαιότ.) Βασιλικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: νομοθετικό διάταγμα (ακρ. ΝΔ): έγγραφη πράξη που έχει ισχύ νόμου: Με ~ ~ επιβλήθηκαν εκτεταμένοι έλεγχοι τιμών., Προεδρικό Διάταγμα (ακρ. ΠΔ): (στην προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία) έγγραφη πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας· (ειδικότ. στο ελληνικό Σύνταγμα) για την εξειδίκευση και εφαρμογή νόμων που ψηφίζει η Βουλή: ~ ~ υπ' αριθμόν ... Δημοσίευση/εφαρμογή/σχέδιο ~ού ~ατος. Εγκρίθηκε/υπεγράφη το ~ ~. [< μτγν. διάταγμα, γαλλ. décret]
12834διατάζωδι-α-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διέτα-ξα κ. διάτα-ξα, διατά-ξει, διατά-χθηκα κ. -χτηκα, διατα-χθεί κ. -χτεί, δια(τε)τα-γμένος, διατάζ-οντας}: (κυρ. για ανώτερη Αρχή) δίνω διαταγή, εντολή: Το δικαστήριο μπορεί να ~ξει τη διακοπή της δίκης. ~χθηκε έρευνα/προανάκριση.|| Δεν ανέχομαι να με ~ουν. Πβ. προστάζω. ΣΥΝ. διατάσσω (1) ● ΦΡ.: διατάξτε! (κυρ. ΣΤΡΑΤ.): (προς ανώτερο) για να δηλωθεί η ετοιμότητα προς εκτέλεση εντολής: ~, κύριε λοχαγέ! [< μεσν. διατάζω]
12835διατάκτηςδι-α-τά-κτης ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. εξουσιοδοτημένο όργανο του Κράτους το οποίο αναλαμβάνει υποχρεώσεις σε βάρος πιστώσεων του προϋπολογισμού του φορέα του και προσδιορίζει τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου: δευτερεύων/εθνικός/κύριος ~. Πβ. υπόλογος. [< μτγν. διατάκτης 'αυτός που διατάζει', γαλλ. ordonnateur]
12836διατακτικός, ή, ό δι-α-τα-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη διάταξη: ~ή: ακολουθία/δομή/κλίμακα.|| (ΜΑΘ.) ~οί: αριθμοί (= τακτικοί). 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τη διαταγή: ~ή: εξουσία. ● Ουσ.: διατακτική (η): έγγραφο με το οποίο παρέχεται άδεια για παραλαβή, είσπραξη ή αποθήκευση: ~ εκτελωνισμού/πληρωμής/φόρτωσης., διατακτικό (το): ΝΟΜ. τμήμα δικαστικής απόφασης που απορρίπτει ή αποδέχεται το αίτημα του καταθέτοντος διαδίκου. Πβ. το διά ταύτα. Βλ. αιτιολογικό, σκεπτικό. [< γαλλ. dispositif] [< 1: μτγν. διατακτικός, γαλλ. ordinal]
12837διάτανοςδιά-τα-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): διάβολος, κυρ. στις ● ΦΡ.: άι στο διάτανο! (υβριστ.): ήπια έκφραση αγανάκτησης, οργής. Πβ. άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο!, στο διάτανο: (σε ερωτήσεις) για δήλωση απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: Πού ~ ~ ξόδεψες τόσα λεφτά; Πβ. στο καλό. Βλ. συμφυρμός.
12838διάταξηδι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση, διευθέτηση· συνεκδ. στοιχεία σε σειρά, σχηματισμός: ακτινωτή/αλφαβητική/(αμφι)θεατρική/ασύμμετρη/γεωμετρική/γραμμική/κάθετη/κατακόρυφη/κυκλική/σχηματική ~. ~ αντικειμένων/των δρόμων/επίπλων/της ύλης ενός βιβλίου. Βλ. ανα~, χωρο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/δικτύου/πληκτρολογίου.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Πειραματική ~. Βλ. μικροδιατάξεις.|| (ΣΤΡΑΤ.) Επιθετική ~. ~ δυνάμεων/μάχης.|| (μτφ.) Λογική ~ των ιδεών. Αμυντική ~ της ομάδας/των παικτών. Σε ~ μάχης τα κόμματα ενόψει εκλογών (πβ. θέση). 2. ΝΟΜ. τμήμα κυρ. νομικού κειμένου ή διοικητικής πράξης: αγορανομική/αστυνομική/ειδική/εισαγγελική/νομοθετική/συνταγματική ~. Θεσμικές/ισχύουσες/περιβαλλοντικές ~άξεις. Οι ~άξεις της διαθήκης (πβ. όρος, ρήτρα). Οι ~άξεις ενός κανονισμού/νόμου. Θεμελιώδεις ~άξεις του Συντάγματος (: που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση). Η ~ αποσύρεται/καταργείται/κατατίθεται στη Βουλή/τροποποιείται/ψηφίζεται. ● ΣΥΜΠΛ.: διάταξη τελευταίας βούλησης: ΝΟΜ. διαθήκη., ημερήσια διάταξη (επίσ.) 1. κατάλογος θεμάτων προς συζήτηση από συλλογικό όργανο: η ~ ~ της γενικής συνέλευσης/της ολομέλειας. Το θέμα αναγράφεται/περιλαμβάνεται/προστέθηκε στην ~ ~. Συζήτηση (στη Βουλή) εκτός/προ ~ίας ~άξεως. Πβ. ατζέντα. Βλ. ημερήσια διαταγή. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που συμβαίνει συχνά, που είναι συνηθισμένο φαινόμενο: Οι μικροκλοπές είναι/βρίσκονται στην ~ ~. [< γαλλ. ordre du jour] , ευεργετικός νόμος/ευεργετική διάταξη βλ. ευεργετικός, παράλληλη σύνδεση/διάταξη βλ. παράλληλος [< 1: αρχ. διάταξις 2: μτγν. ~]
57693διάταξη

, ή, ό χω-ρο-τα-ξι-κός επίθ. & χωροτακτικός (επιστ.): που σχετίζεται με τη χωροταξία: ~ός: σχεδιασμός/χάρτης. ~ή: αναδιάρθρωση/ανάπτυξη/διάταξη/διευθέτηση/κατανομή/οργάνωση/πολιτική. ~ό: πλαίσιο/(μτφ.) χάος. ~ές: αλλαγές/μελέτες/παρεμβάσεις/ρυθμίσεις. ~ά: θέματα/κριτήρια. Βλ. πολεοδομικός. ● Ουσ.: χωροταξικό (το): ενν. σχέδιο: έλλειψη (εθνικού) ~ού. ● επίρρ.: χωροταξικά

12839διαταξικός, ή, ό δι-α-τα-ξι-κός επίθ. (λόγ.): που αφορά δύο ή περισσότερες κοινωνικές τάξεις: ~ή: συμμαχία. ~ό: κίνημα. Υπερκομματικός και ~ ο χαρακτήρας της εκδήλωσης. Βλ. αταξ-, διακομματ-, διαστρωματ-, ενδοταξ-ικός. ● επίρρ.: διαταξικά [< αγγλ. interclass, 1950]
12840διαταραγμένος, η, ο δι-α-τα-ραγ-μέ-νος επίθ.: που έχει διαταραχθεί: ~ος: ύπνος. ~η: ισορροπία. ~ο: οικοσύστημα. ~ες: σχέσεις. ~α: (ΓΕΩΛ.) στρώματα (βλ. διατάραξη).|| (ΨΥΧΟΛ.) ~η: συμπεριφορά. ~ο: άτομο. Συναισθηματικά/ψυχικά ~. Πβ. κλονισμένος. ΑΝΤ. αδιατάρακτος ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραγμένη προσωπικότητα: ΨΥΧΙΑΤΡ. άτομο με σοβαρά ψυχικά και πνευματικά προβλήματα. Πβ. ψυχασθενής.
12841διαταράκτηςδι-α-τα-ρά-κτης ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοκρινικοί/ορμονικοί διαταράκτες: ΒΙΟΧ. χημικές ουσίες που παρεμβάλλονται στην ομαλή λειτουργία του ορμονικού συστήματος ανθρώπων και ζώων, προκαλώντας πιθανώς παρενέργειες στην υγεία. [< αγγλ. endocrine disrupters, 1992]
12842διαταρακτικός, ή, ό δι-α-τα-ρα-κτι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. (για ενέργεια, πράξη) που προκαλεί διατάραξη, αναστάτωση και οφείλεται συνήθ. σε κάποια ψυχική διαταραχή: ~ή: συμπεριφορά (στη σχολική τάξη). Βλ. αντιδραστ-, παραβατ-ικός. [< αγγλ. disruptive]
12843διατάραξηδι-α-τά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): ανατροπή της ομαλότητας, αναστάτωση: ~ της (οικολογικής) ισορροπίας/της (φυσιολογικής) λειτουργίας (του οργανισμού). Πβ. ανατάραξη, αποσταθεροποίηση, διαταραχή, κλονισμός.|| (ΝΟΜ.) ~ της ασφάλειας/της δημόσιας τάξης (πβ. διασάλευση)/της ειρήνης/της συνείδησης (: μέθη, υπνοβασία).|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ατμοσφαιρικές ~άξεις (: αντικυκλώνες, μέτωπα, υφέσεις).|| (ΑΣΤΡΟΝ. μεταβολή της κίνησης ουράνιου σώματος γύρω από άλλο, λόγω έλξης από τρίτο σώμα). ● ΦΡ.: διατάραξη (της) κοινής ησυχίας: ΝΟΜ. πρόκληση υπερβολικού θορύβου που διαταράσσει την ηρεμία ή τη νυχτερινή κυρ. ανάπαυση των κατοίκων μιας περιοχής: μήνυση για ~ ~. Πβ. διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης. [< γαλλ. perturbation]
12844διαταράσσωδι-α-τα-ράσ-σω ρ. (μτβ.) {διατάρα-ξα, -ξει, -χθηκε (σπανιότ.) -χτηκε, -χθεί (σπανιότ.) -χτεί, -γμένος, διαταράσσ-οντας} & διαταράζω: προκαλώ διατάραξη, αναστάτωση: ~εται η εμπιστοσύνη/η ζωή κάποιου. Η ισορροπία του οικοσυστήματος ~χθηκε. Οι σχέσεις τους έχουν ~χθεί σοβαρά. Πβ. αναστατώνω, αποσταθεροποιώ, διασαλεύω, κλονίζω. [< αρχ. διαταράσσω, γαλλ. perturber]
12845διαταραχήδι-α-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη λειτουργία του οργανισμού: γλωσσική/νευρολογική/ορμονική/στομαχική ~. Βαριά/ελαφρά ~. ~ μετατραυματικού στρες. Διατροφικές (βλ. βουλιμία, νευρική ανορεξία)/επίκτητες/κινητικές/κληρονομικές/σεξουαλικές (: δυσλειτουργίες και παρεκκλίσεις, παραφιλίες) ~ές. ~ές της διάθεσης (= συναισθηματικές ~ές, βλ. κυκλοθυμία)/του λόγου/του μεταβολισμού/της μνήμης/της προσωπικότητας (βλ. μανιοκατάθλιψη)/της συμπεριφοράς/του ύπνου (βλ. άπνοια, παραϋπνίες, υπνολαλία). 2. διατάραξη: ~ της δημόσιας τάξης/της οικολογικής ισορροπίας/των σχέσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυξιακές διαταραχές & δυσκολίες: ΙΑΤΡ. που σχετίζονται με τη μη φυσιολογική εξέλιξη της οργανικής ή/και ψυχοκινητικής ανάπτυξης του παιδιού: ειδικές ~ ~ (: που αφορούν συγκεκριμένες δεξιότητες). ~ ~ της κινητικής λειτουργίας/του λόγου. Βλ. μαθησιακές δυσκολίες.|| Διάχυτες ~ ~ (: που αναφέρονται σε πολλαπλές βασικές ικανότητες, ακρ. ΔΑΔ). Βλ. αυτισμός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ. [< αγγλ. developmental disorders] , εποχική συναισθηματική διαταραχή & μελαγχολία του χειμώνα: ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή κατάθλιψης που προκαλείται από την έλλειψη ηλιοφάνειας κατά τους χειμερινούς μήνες. Βλ. φωτοθεραπεία. [< αγγλ. seasonal affective disorder (SAD), 1983] , οριακή διαταραχή προσωπικότητας & μεθοριακή/μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας: ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΙΑΤΡ. κοινή διαταραχή προσωπικότητας, που χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και άγχος. Βλ. νεύρωση, ψύχωση. [< αγγλ. borderline personality disorder, 1980] , ψυχική/διανοητική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. που επηρεάζει τις ανώτερες λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος με επιπτώσεις στη συμπεριφορά ή στο επίπεδο λειτουργικότητας του ατόμου. Βλ. άγχος, κατάθλιψη, ψυχική ασθένεια. [< αγγλ. mental disorder] , αισθητηριακές διαταραχές βλ. αισθητηριακός, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής βλ. ελλειμματικός, διαταραχή μετατροπής βλ. μετατροπή, διαταραχή πανικού βλ. πανικός, διπολική διαταραχή βλ. διπολικός, δυσθυμική διαταραχή βλ. δυσθυμικός, ηλεκτρολυτικές διαταραχές βλ. ηλεκτρολυτικός, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή βλ. ιδεοψυχαναγκαστικός, μαθησιακές δυσκολίες βλ. μαθησιακός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη βλ. μονοπολικός, σωματόμορφες διαταραχές βλ. σωματόμορφος [< μτγν. διαταραχή ‘αναστάτωση, σύγχυση’, γαλλ. trouble, 19ος αι., αγγλ. disorder]
12846διάτασηδι-ά-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} σταδιακή κίνηση για το τέντωμα των μυών με στόχο την επιμήκυνση και τη βελτίωση της ελαστικότητάς τους: ~άσεις τρικεφάλων. Ασκήσεις ~ης (= διατατικές). Προθέρμανση με ~άσεις. Κάνω ~άσεις. Πβ. στρέτσινγκ. Βλ. ζέσταμα. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική διεύρυνση κοίλου οργάνου του σώματος και ειδικότ. υπερβολικό τέντωμα μυών ή συνδέσμων: γαστρική ~. ~ των αγγείων/(των τοιχωμάτων) του εντέρου/της καρδιάς/της μήτρας/του στομάχου. Πβ. πρήξιμο.|| (Υπέστη) ~ στο γόνατο (βλ. διάστρεμμα)/στον δικέφαλο. [< αρχ. διάτασις]
12847διατάσσωδι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {διέτα-ξα, διατά-ξει, διατά-χθηκα κ. -χτηκα, διατα-χθεί, δια(τε)τα-γμένος, διατάσσ-οντας} 1. (λόγ.) διατάζω. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) τοποθετώ σε σειρά, ταξινομώ: βιβλιογραφία αλφαβητικά ~γμένη. ~γμένο ζεύγος αριθμών. Πβ. τακτοποιώ. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διατεταγμένη υπηρεσία: που αναλαμβάνει κάποιος, συνήθ. δημόσιος λειτουργός ή φορέας, κατόπιν διαταγής: Βρίσκεται/είναι σε ~ ~. [< γαλλ. service commandé] ● ΦΡ.: αποφασίζομεν και διατάσσομεν βλ. αποφασίζω [< μτγν. διατάσσω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.