| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12845 | διαταραχή | δι-α-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη λειτουργία του οργανισμού: γλωσσική/νευρολογική/ορμονική/στομαχική ~. Βαριά/ελαφρά ~. ~ μετατραυματικού στρες. Διατροφικές (βλ. βουλιμία, νευρική ανορεξία)/επίκτητες/κινητικές/κληρονομικές/σεξουαλικές (: δυσλειτουργίες και παρεκκλίσεις, παραφιλίες) ~ές. ~ές της διάθεσης (= συναισθηματικές ~ές, βλ. κυκλοθυμία)/του λόγου/του μεταβολισμού/της μνήμης/της προσωπικότητας (βλ. μανιοκατάθλιψη)/της συμπεριφοράς/του ύπνου (βλ. άπνοια, παραϋπνίες, υπνολαλία). 2. διατάραξη: ~ της δημόσιας τάξης/της οικολογικής ισορροπίας/των σχέσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυξιακές διαταραχές & δυσκολίες: ΙΑΤΡ. που σχετίζονται με τη μη φυσιολογική εξέλιξη της οργανικής ή/και ψυχοκινητικής ανάπτυξης του παιδιού: ειδικές ~ ~ (: που αφορούν συγκεκριμένες δεξιότητες). ~ ~ της κινητικής λειτουργίας/του λόγου. Βλ. μαθησιακές δυσκολίες.|| Διάχυτες ~ ~ (: που αναφέρονται σε πολλαπλές βασικές ικανότητες, ακρ. ΔΑΔ). Βλ. αυτισμός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ. [< αγγλ. developmental disorders] , εποχική συναισθηματική διαταραχή & μελαγχολία του χειμώνα: ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή κατάθλιψης που προκαλείται από την έλλειψη ηλιοφάνειας κατά τους χειμερινούς μήνες. Βλ. φωτοθεραπεία. [< αγγλ. seasonal affective disorder (SAD), 1983] , οριακή διαταραχή προσωπικότητας & μεθοριακή/μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας: ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΙΑΤΡ. κοινή διαταραχή προσωπικότητας, που χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και άγχος. Βλ. νεύρωση, ψύχωση. [< αγγλ. borderline personality disorder, 1980] , ψυχική/διανοητική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. που επηρεάζει τις ανώτερες λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος με επιπτώσεις στη συμπεριφορά ή στο επίπεδο λειτουργικότητας του ατόμου. Βλ. άγχος, κατάθλιψη, ψυχική ασθένεια. [< αγγλ. mental disorder] , αισθητηριακές διαταραχές βλ. αισθητηριακός, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής βλ. ελλειμματικός, διαταραχή μετατροπής βλ. μετατροπή, διαταραχή πανικού βλ. πανικός, διπολική διαταραχή βλ. διπολικός, δυσθυμική διαταραχή βλ. δυσθυμικός, ηλεκτρολυτικές διαταραχές βλ. ηλεκτρολυτικός, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή βλ. ιδεοψυχαναγκαστικός, μαθησιακές δυσκολίες βλ. μαθησιακός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη βλ. μονοπολικός, σωματόμορφες διαταραχές βλ. σωματόμορφος [< μτγν. διαταραχή ‘αναστάτωση, σύγχυση’, γαλλ. trouble, 19ος αι., αγγλ. disorder] | |
| 12846 | διάταση | δι-ά-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} σταδιακή κίνηση για το τέντωμα των μυών με στόχο την επιμήκυνση και τη βελτίωση της ελαστικότητάς τους: ~άσεις τρικεφάλων. Ασκήσεις ~ης (= διατατικές). Προθέρμανση με ~άσεις. Κάνω ~άσεις. Πβ. στρέτσινγκ. Βλ. ζέσταμα. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική διεύρυνση κοίλου οργάνου του σώματος και ειδικότ. υπερβολικό τέντωμα μυών ή συνδέσμων: γαστρική ~. ~ των αγγείων/(των τοιχωμάτων) του εντέρου/της καρδιάς/της μήτρας/του στομάχου. Πβ. πρήξιμο.|| (Υπέστη) ~ στο γόνατο (βλ. διάστρεμμα)/στον δικέφαλο. [< αρχ. διάτασις] | |
| 12847 | διατάσσω | δι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {διέτα-ξα, διατά-ξει, διατά-χθηκα κ. -χτηκα, διατα-χθεί, δια(τε)τα-γμένος, διατάσσ-οντας} 1. (λόγ.) διατάζω. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) τοποθετώ σε σειρά, ταξινομώ: βιβλιογραφία αλφαβητικά ~γμένη. ~γμένο ζεύγος αριθμών. Πβ. τακτοποιώ. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διατεταγμένη υπηρεσία: που αναλαμβάνει κάποιος, συνήθ. δημόσιος λειτουργός ή φορέας, κατόπιν διαταγής: Βρίσκεται/είναι σε ~ ~. [< γαλλ. service commandé] ● ΦΡ.: αποφασίζομεν και διατάσσομεν βλ. αποφασίζω [< μτγν. διατάσσω] | |
| 12848 | διατατικός | , ή, ό δι-α-τα-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη διάταση των οργάνων του σώματος: ~ή: μυοκαρδιοπάθεια/οστεογένεση. 2. ΓΥΜΝ. που συντελεί στη μυϊκή διάταση: ~ές: ασκήσεις. [< μτγν. διατατικός] | |
| 12849 | διατεθειμένος | , η, ο δι-α-τε-θει-μέ-νος επίθ. 1. που έχει την προθυμία, την τάση, την επιθυμία να κάνει κάτι: (Δεν) είναι/εμφανίζεται ~ να υποχωρήσει. Πβ. έτοιμος, πρόθυμος. 2. που έχει μια ορισμένη διάθεση, στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: Ήταν ευνοϊκά ~ απέναντί μας. Πβ. προ~. Βλ. διάκειμαι. ● βλ. διαθέτω [< 1: γαλλ. être disposé 2: αρχ. διατεθειμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διατίθημι, βλ.διαθέτω] | |
| 12851 | διατείνω | δι-α-τεί-νω ρ. (μτβ.) {διαταθεί, διατεταμένος} 1. ΓΥΜΝ. τεντώνω σταδιακά: Άσκηση που ~ει τους μυς. Οι σύνδεσμοι ~ονται ελάχιστα. 2. ΙΑΤΡ. διευρύνω κοίλο όργανο του σώματος: Πίεση που ~ει τους πνεύμονες. Διατεταμένες: φλέβες. Βλ. κιρσός. [< αρχ. διατείνω] | |
| 12852 | διατείχισμα | δι-α-τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.) ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. 1. ενδιάμεσο τείχος: οχυρωματικός περίβολος με ~. 2. εγκάρσιος τοίχος σε τάφρους για τη συγκράτηση των νερών της βροχής. [< αρχ. διατείχισμα] | |
| 12853 | διατελέσας | , ασα, αν δι-α-τε-λέ-σας επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που κατείχε ένα αξίωμα: ~ας: πρόεδρος. ~αντες: υπουργοί. ~αντα: μέλη (του διοικητικού συμβουλίου). Βλ. -ας, -ασα, -αν. [< αρχ. διατελέσας] | |
| 12854 | διατελώ | [διατελῶ] δι-α-τε-λώ ρ. (αμτβ.) {διατελ-είς, -ώντας | διετέλε-σα κ. διατέλεσα, διατελέ-σει, -σας} (επίσ.) 1. {συνηθέστ. στον αόρ.} κατέχω αξίωμα, θέση: ~ επιστημονικός σύμβουλος. ~σε βουλευτής/δήμαρχος/διευθυντής. ΣΥΝ. χρηματίζω (1) 2. βρίσκομαι, είμαι σε μια κατάσταση: ~εί σε λιποταξία/χηρεία. [< αρχ. διατελῶ ‘ολοκληρώνω, συνεχίζω’] | |
| 1775 | Διατεμνει | [ἀκρίβεια] α-κρί-βει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας} 1. συμφωνία με ένα πρότυπο ή με την πραγματικότητα, ορθότητα, αλήθεια: επιστημονική/ιστορική/περιγραφική ~. ~ των ισχυρισμών/της μετάφρασης/των πληροφοριών/των προβλέψεων. Αμφισβητείται η ~ των συμπερασμάτων (= αξιοπιστία, εγκυρότητα). Βλ. αν~. 2. (ειδικότ.) απόδοση της πραγματικής αξίας μιας ποσότητας υπό μέτρηση· επιτυχία στην εκτέλεση ενός έργου: μέγιστη/υψηλή/χαμηλή ~. ~ ελέγχου/υπολογισμού. ~ στη βολή/στη ζύγιση/στον σχεδιασμό/στον χειρισμό. Θερμοστάτης/όπλα/όργανα/πύραυλοι ~είας. Με ~ δευτερολέπτου/εκατοστού. Μετρώ/υπολογίζω με ~ (= ακριβώς).|| ~ (= τελειότητα) στις (χορευτικές) κινήσεις. (στον αιωροπτερισμό ή τον αλεξιπτωτισμό:) Αγώνες/αεροπορικοί ελιγμοί ~είας. 3. σαφήνεια: ~ έκφρασης. ~ στη διατύπωση. Απαντώ/εκφράζομαι/μιλάω με ~. Περιγράφω κάτι με ~ (πβ. πιστότητα). ΑΝΤ. ασάφεια ● ΣΥΜΠΛ.: γερμανική/ελβετική ακρίβεια (εμφατ.): (για μηχανισμό, συσκευή γερμανικής ή ελβετικής προέλευσης) μέγιστη ακρίβεια· κατ' επέκτ. συνέπεια, μεθοδικότητα που χαρακτηρίζει στερεοτυπικά τους Ελβετούς ή τους Γερμανούς: Τα δρομολόγια των τρένων εκτελούνται με ~ ~ (: έρχονται ακριβώς στην ώρα τους)., ασκήσεις ακριβείας βλ. άσκηση, ζυγαριά ακριβείας βλ. ζυγαριά ● ΦΡ.: για την ακρίβεια: για να είμαι ακριβής, πιο σαφής, πιο συγκεκριμένος: Είμαι επί πτυχίω φοιτητής, ~ ~ ένα μάθημα μου απομένει. Πβ. συγκεκριμένα., με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού (εμφατ.): όπως είχε προβλεφθεί, με απόλυτη ακρίβεια: Ένα γιγάντιο έργο ολοκληρώθηκε ~ ~. Οι διαδικασίες έγιναν/η υπηρεσία λειτούργησε ~ ~., με μαθηματική ακρίβεια: με απόλυτη βεβαιότητα: Η ιδιότροπη συμπεριφορά του θα τον οδηγήσει ~ ~ σε πλήρη απομόνωση. [< γαλλ. avec une précision mathématique] , με μεγάλη ακρίβεια: χωρίς αποκλίσεις, επακριβώς: Η απόσταση μετρήθηκε ~ ~. Τα αποτελέσματα των εκλογών προβλέφθηκαν με ~ ~. Το τζι πι ες καθοδηγεί ~ ~. ΑΝΤ. κατά προσέγγιση, με χειρουργική ακρίβεια & με ακρίβεια χειρουργού (εμφατ.-συνήθ. μτφ.): με τελειότητα: Ανατέμνει τον ψυχισμό των ηρώων του ~ ~. [< αρχ. ἀκρίβεια, γαλλ. précision] | |
| 12855 | διατεταγμένος | βλ. διατάσσω | |
| 12856 | διατήρηση | δι-α-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): το να διατηρείται κάτι: ~ του βάρους/της ζωής (πβ. συνέχιση)/της υγείας.|| ~ έργων τέχνης/μνημείων. ~ αρχαιοτήτων/οικοσυστημάτων/φυτών. ~ αρχείου/τεκμηρίων (: προστασία). Ψηφιακή ~ υλικού.|| ~ της γλώσσας/ειρήνης/(ιστορικής) μνήμης/ποιότητας/πολιτιστικής κληρονομιάς/σταθερότητας/τάξης/των τοπικών παραδόσεων Πβ. διαφύλαξη.|| Μέτρα για τη ~ των τιμών σε λογικά επίπεδα. Πβ. συγκράτηση.|| Συνθήκες ~ης τροφίμων. Πβ. συντήρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή/νόμος της διατήρησης: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που υποστηρίζει ότι μία ποσότητα παραμένει σταθερή μετά από μία διαδικασία ή αλληλεπίδραση: ~ ~ της ενέργειας/του ηλεκτρικού φορτίου/της μαγνητικής ροής/μάζας/(στροφ)ορμής. [< αγγλ. conservation law, 1930] [< μτγν. διατήρησις, αγγλ.-γαλλ. maintenance] | |
| 12857 | διατηρήσιμος | , η, ο δι-α-τη-ρή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διατηρηθεί: ~ος: ρυθμός (οικονομικής ανάπτυξης). ~η: αύξηση (των εσόδων)/κερδοφορία. Πβ. συντηρήσιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος | |
| 12858 | διατηρησιμότητα | δι-α-τη-ρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα διατήρησης, διαφύλαξης: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ημερομηνία ελάχιστης ~ας. ΣΥΝ. συντηρησιμότητα. Πβ. συντήρηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Μακροπρόθεσμη ~ των δημόσιων οικονομικών. ~ της ανάπτυξης/των πελατών. Βλ. αειφορία, βιωσιμότητα, -ότητα. [< αγγλ. maintainability, 1943] | |
| 12859 | διατηρητέος | , α, ο δι-α-τη-ρη-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που κρίνεται ότι πρέπει να προφυλαχθεί από τη φθορά ή την καταστροφή, σύμφωνα με επίσημη απόφαση: ~ος: παραδοσιακός οικισμός. ~α: οικοδομή. Ο ναός κηρύχθηκε ~. Βλ. -τέος. ● Ουσ.: διατηρητέο (το): κτίριο που έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς και απαγορεύεται η κατεδάφισή του: αποχαρακτηρισμός ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: διατηρητέα μνημεία της φύσης: ΟΙΚΟΛ. εκτάσεις που παρουσιάζουν παλαιοντολογικό, γεωμορφολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς και δέντρα ή και σπάνια είδη φυτών που έχουν ιδιαίτερη φυτογεωγραφική, αισθητική και ιστορική σημασία. Βλ. προστατευόμενο μνημείο. [< μτγν. διατηρητέος] | |
| 12860 | διατηρώ | [διατηρῶ] δι-α-τη-ρώ ρ. (μτβ.) {διατηρ-είς ... | διατήρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος, -ημένος} 1. κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, φροντίζω να μην καταστραφεί ή χαθεί, συντηρώ, διαφυλάσσω: ~ τα λαχανικά/τα φρούτα στο ψυγείο. Το φάρμακο πρέπει να ~είται σε θερμοκρασία δωματίου. ~ημένες: τροφές. ~ημένα: γάλατα/θαλασσινά. Κρέατα νωπά, ~ημένα ή κατεψυγμένα. Ελιές ~ημένες σε άλμη/ξίδι.|| ~εί τη σιλουέτα/την ομορφιά της. ~ούμαι σε φόρμα. ~είται πολύ καλά για την ηλικία της. ~είται στη ζωή με μηχανικά/τεχνητά μέσα.|| Το χωριό ~εί τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Η μεγάλη ζήτηση θα ~ήσει υψηλά την τιμή του πετρελαίου.|| ~ημένος: οικισμός. ~ούμενες: διατάξεις (βλ. καταργώ). ~ημένα: κτίρια. 2. (λόγ.) εξακολουθώ να έχω, διαθέτω, κατέχω: ~ την αξιοπρέπεια/το αξίωμα/το δικαίωμα/τον έλεγχο/επιφυλάξεις/τη ζωντάνια/το θάρρος/την ισορροπία/την πίστη/το χιούμορ/την ψυχραιμία μου (= κρατώ). Διατηρήστε το βάρος σας (σε φυσιολογικά επίπεδα). ~εί αλώβητο το κύρος του. Το κόμμα της αντιπολίτευσης ~εί το προβάδισμα. Η τράπεζα ~ησε τα επιτόκια αμετάβλητα. ~είται το αρνητικό/θετικό κλίμα στο χρηματιστήριο.|| Η πόλη ~εί ζωντανή την πλούσια πολιτιστική της παράδοση.|| ~ δεσμό/σχέση.|| ~ διαμέρισμα/επιχείρηση/κατάστημα. [< αρχ. διατηρῶ ‘τηρώ πιστά, συντηρώ’, γαλλ. conserver, αγγλ. preserve] | |
| 12861 | διατί | δι-α-τί μόρ. (λόγ.-ειρων.): γιατί. [< αρχ. φρ. διά τί] | |
| 12862 | διατίθεται | βλ. διαθέτω | |
| 12863 | διατίμηση | δι-α-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. καθορισμός από το κράτος ανώτατης, κατώτατης, σταθερής ή ενδεικτικής τιμής πώλησης αγαθού: ~ των ειδών πρώτης ανάγκης/των φαρμάκων. Στη ~ μπαίνουν τα καύσιμα. [< πβ. μτγν. διατίμησις ‘αποτίμηση’, αγγλ. price-fixing] | |
| 12864 | διατιμώ | [διατιμῶ] δι-α-τι-μώ ρ. (μτβ.) {διατιμ-ά | διατίμ-ησε, -ήσει, διατιμ-άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. επιβάλλω διατίμηση σε αγαθό: Το προϊόν ~άται στα ... ευρώ.|| ~ημένα: είδη. [< πβ. μτγν. διατιμῶ ‘αποτιμώ’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ