Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13740-13760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12867διάτμησηδι-ά-τμη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. παραμόρφωση στερεού σώματος κατά την οποία μετατοπίζονται ένα ή περισσότερα επίπεδα παράλληλα προς την κατεύθυνση εφαρμογής της καταπόνησης: μέτρο ~ης (: εκφράζει την ελαστική συμπεριφορά σώματος). Αντοχή σε ~. [< γερμ. Durchschnitt]
12868διατμητικός, ή, ό δι-α-τμη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη διάτμηση: ~ή: αντοχή (υλικού)/παραμόρφωση/ροή. ~ές: δυνάμεις.
12869διατοιχισμόςδι-α-τοι-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & διατοίχιση (η): ΝΑΥΤ. ταλάντωση σωμάτων, συνήθ. πλοίων, κατά τον διαμήκη άξονα, υπό την επίδραση μιας δύναμης διέγερσης· οι κλίσεις δεξιά και αριστερά που παίρνει το πλοίο: ~ σε κυματισμό (πβ. μπότζι). Απόσβεση/γωνία ~ού. Βλ. πρόνευση, σκαμπανέβασμα, -ισμός.
12870διάτομαδι-ά-το-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. μικροσκοπικά μονοκύτταρα φύκη με πυριτικό κέλυφος που συνήθ. αποτελείται από δύο ασύμμετρες πλευρές. Βλ. φυτοπλαγκτό(ν). ● ΣΥΜΠΛ.: γη διατόμων: ΟΡΥΚΤ. λεπτόκοκκο ιζηματογενές πέτρωμα από κελύφη διατόμων που χρησιμοποιείται για φιλτράρισμα ή μόνωση. ΣΥΝ. διατομίτης [< αγγλ. diatomaceous earth] [< γαλλ. (les) diatomées, αγγλ. diatoms]
12871διατομεακός, ή, ό δι-α-το-με-α-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με δύο ή περισσότερους τομείς: (για φορέα) ~ός: συντονισμός. ~ή: επιτροπή/συνεργασία. ~ό: πρόγραμμα (εργασιών)/τμήμα (: νοσοκομείου). Πβ. διατμηματικός.|| (για πεδίο δραστηριότητας) ~ή: δράση/έρευνα/ημερίδα/προσέγγιση. Πβ. διακλαδικός.
12872διατομήδι-α-το-μή ουσ. (θηλ.): σχήμα που απεικονίζει την εγκάρσια τομή σώματος· συνεκδ. το εμβαδόν του σχήματος: κυκλική/ορθογώνια/τετραγωνική ~. ~ αγωγού/καλωδίου/οδού/σήραγγας. ~ εγκεφάλου/νεφρού. Στο σχέδιο βλέπουμε τον ναό σε ~ (βλ. κάτοψη). Βλ. προφίλ.|| ~ είκοσι επί δέκα εκατοστά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός διατομή: ΦΥΣ. μέγεθος που μετρά την πιθανότητα αλληλεπίδρασης δεδομένου τύπου μεταξύ πυρήνων ή στοιχειωδών σωματιδίων: ~ ~ σκέδασης. [< γαλλ. section efficace, 20ός αι.] [< αρχ. διατομή 'κόψιμο στα δύο', γαλλ. section]
12873διατομικός, ή, ό δι-α-το-μι-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. (για μόριο) που απαρτίζεται από δύο άτομα: ~ός: άνθρακας. ~ό: αέριο. Βλ. δισθενής, μονο-, τρι-, πολυ-ατομικός. 2. (σπανιότ.) διαπροσωπικός: ~ή: επικοινωνία. ~ές: σχέσεις. ~ές και ενδοατομικές διαφορές. [< 1: γαλλ. diatomique, αγγλ. diatomic]
12874διατομίτηςδι-α-το-μί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. γη διατόμων. [< αγγλ. diatomite, γαλλ. ~, 1948]
12875διατονικός, ή, ό δι-α-το-νι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που χρησιμοποιεί τις νότες διατονικών κλιμάκων ή βασίζεται σε αυτές: ~ή: αρμονία. ~ό: ακορντεόν/γένος (: ομάδα τρόπων στη βυζαντινή μουσική). Βλ. εναρμόνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: διατονική κλίμακα: που αποτελείται από οκτώ φθόγγους και επτά διαστήματα και διακρίνεται σε μείζονα και ελάσσονα: Η δυτική μουσική βασίζεται στη ~ ~. Βλ. χρωματική κλίμακα., πυθαγόρειο κόμμα βλ. κόμμα [< μτγν. διατονικός, γαλλ. diatonique]
12876διατοπικός, ή, ό δι-α-το-πι-κός επίθ.: που αφορά τις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων περιοχών: ~ή: συνεργασία. Βλ. διακρατικός, διαπεριφερειακός. ● επίρρ.: διατοπικά
12877διατρανώνωδι-α-τρα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {διατράνω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διατρανών-οντας} (λόγ.): εκφράζω με έντονο και κατηγορηματικό τρόπο, διακηρύσσω: ~ουν τα αιτήματά/την αντίθεσή/την απόφασή/τη θέλησή τους. ~σαν την πίστη τους στην ειρήνη. [< μτγν. διατρανῶ]
12878διατράνωσηδι-α-τρά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατηγορηματική δήλωση, διακήρυξη: ~ της πίστης για ... [< μεσν. διατράνωσις]
12879διατραπεζικός, ή, ό δι-α-τρα-πε-ζι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αφορά σε συναλλαγές μεταξύ τραπεζών: ~ός: δανεισμός. ~ή: αγορά/πληρωμή. ~ό: επιτόκιο. [< αγγλ. interbank, 1907, γαλλ. interbancaire, 1960]
12880διατρέξανταδι-α-τρέ-ξα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) (απαιτ. λεξιλόγ.): συμβάντα, περιστατικά, γεγονότα: Μας ενημέρωσε για τα ~ στο δημοτικό συμβούλιο.
12881διατρέφωδι-α-τρέ-φω ρ. (μτβ.) {διέθρε-ψε, διαθρέ-ψει, διατρά-φηκε, -φεί, διατρεφ-όμενος, διατρέφ-οντας} (λόγ.): τρέφω, συντηρώ: Δεν μπορεί να ~ψει τον εαυτό του. Βλ. ανατρέφω. ● Παθ.: διατρέφομαι: έχω ορισμένο τρόπο διατροφής: Πολλά άτομα δεν ~ονται σωστά/υγιεινά. [< αρχ. διατρέφω]
12882διατρέχωδι-α-τρέ-χω ρ. (μτβ.) {διέτρε-ξα, διατρέ-ξει, διατρέχ-οντας} (λόγ.) 1. διανύω απόσταση με ταχύτητα ή διασχίζω κάποιον χώρο: Ο δρομέας ~ξε τα χίλια μέτρα σε λίγα λεπτά. Πβ. καλύπτω, κάνω.|| O περιηγητής ~ξε ολόκληρη την Ασία (πβ. οργώνω). Ο ποταμός ~ει (= διαρρέει) την κοιλάδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) Μηχανές αναζήτησης που ~ουν τον παγκόσμιο ιστό.|| (μτφ.) ~ εφημερίδα/κείμενο (: το διαβάζω γρήγορα, ρίχνω μια ματιά). Η υπαρξιακή αγωνία ~ει το έργο του. Μια ανατριχίλα/ένα ρίγος ~ξε το σώμα μου (πβ. διαπερνώ). Έντονες φήμες ~ξαν τη χώρα σχετικά με ... (: έκαναν τον γύρο). 2. (για χρονικό διάστημα) διανύω, περνώ: ~ει το τριακοστό έτος της ηλικίας του. ● ΦΡ.: διατρέχω κίνδυνο/τον κίνδυνο να ...: αντιμετωπίζω κίνδυνο, κινδυνεύω: Σύμφωνα με τους γιατρούς η υγεία του τραυματία δεν ~ει ~. [< γαλλ. courir un danger] [< αρχ. διατρέχω ‘διασχίζω’, γαλλ. parcourir]
12883διάτρησηδι-ά-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. άνοιγμα τρυπών, τρύπημα: ~ καρτέλας/χαρτιού (βλ. περφορέ).|| Θεώρηση-~ φορολογικών στοιχείων (: τιμολογίων, δελτίων αποστολής).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ., για τυφλές ή διαμπερείς τρύπες:) Κάθετη/κρουστική ~. ~ μετάλλων/πλακών. Μηχάνημα ~ης (βλ. δράπανο, τρυπάνι). Δοκιμαστικές ~ήσεις και γεωτρήσεις. 2. ΙΑΤΡ. ρήξη τοιχώματος σε κοίλο εσωτερικό όργανο του σώματος: ~ παχέος εντέρου/στομάχου/τυμπάνου. [< 1: αρχ. διάτρησις]
12884διατρητικός, ή, ό δι-α-τρη-τι-κός επίθ.: που προκαλεί διάτρηση επιφάνειας: ~ή: μηχανή (για διάτρητες καρτέλες). ~ό: βλήμα (: που διαπερνά θωρακίσεις)/εργαλείο. Βλ. γεωτρητ-, διαρρηκτ-ικός. [< γαλλ. perforant]
12885διάτρητος, η, ο δι-ά-τρη-τος επίθ. (λόγ.) 1. γεμάτος τρύπες: ~ος: σωλήνας. ~η: απόδειξη (: με κωδικούς αριθμούς που σχηματίζονται από μικρές τρύπες)/κάρτα. ~ο: ύφασμα. ~ες: καρτέλες. ~α: ελάσματα. Βλ. περφορέ. ΑΝΤ. αδιάτρητος (1) 2. (μτφ.) που παρουσιάζει πολλά κενά και μπορεί εύκολα να προσβληθεί, να καταρριφθεί: ~ος: νόμος. ~η: απόφαση. ~ο: επιχείρημα/σύστημα. Πβ. διαβλητός, σαθρός. [< μτγν. διάτρητος, γαλλ. perforé]
12886διατριβήδι-α-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με το επίθ. διδακτορική): πρωτότυπη επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα για την απόκτηση συνήθ. του τίτλου του διδάκτορα: εκπόνηση/υποστήριξη ~ής. ΣΥΝ. διδακτορικό.|| (παλαιότ.) ~ επί υφηγεσία.|| Μεταπτυχιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος [< αρχ. διατριβή ‘ενασχόληση, μελέτη, πραγματεία’, γαλλ. thèse (de doctorat), γαλλ.-αγγλ. diatribe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.