| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12887 | διατροφή | δι-α-τρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. πρόσληψη ή παροχή τροφής και συνεκδ. οι τροφές που λαμβάνει ο άνθρωπος, δίαιτα: ανθυγιεινή/βιολογική/διαιτητική/ελαφριά/ισορροπημένη/κακή/ορθομοριακή/προσεγμένη/σωστή/τεχνητή/χορτοφαγική ~. Είδη/πρόγραμμα ~ής. ~ πλούσια σε φρούτα και λαχανικά. Η ~ μου περιλαμβάνει ... (πβ. διαιτολόγιο). Η ~ μας βασίζεται στο ελαιόλαδο. Από τη ~ τους απουσιάζουν τα όσπρια. Προβλήματα ~ής (βλ. ανορεξία, υποσιτισμός).|| (ειδικότ.) ~ ζώων.|| Διαμονή με πλήρη ~ (: πρωινό και δύο κύρια γεύματα, σε ξενοδοχεία. Βλ. ημι~). Βλ. διατροφολόγος, επισιτισμός. 2. ΝΟΜ. μηνιαίο χρηματικό ποσό ή άλλες παροχές που καταβάλλει με δικαστική απόφαση κυρ. ο σύζυγος στη σύζυγο, για να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες της και των παιδιών τους σε περίπτωση διαζυγίου: ~ ανηλίκου τέκνου από τον γονέα του. Αγωγή/δικαίωμα/έξοδα/επιδίκαση ~ής. Δικαιούχος/υπόχρεος ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: υγιεινή διατροφή: δίαιτα που παρέχει σε σωστές αναλογίες όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται ημερησίως ο οργανισμός, κυρ. φρούτα, λαχανικά και ψάρια: (προφ.) Κάνει ~ ~., μεσογειακή διατροφή βλ. μεσογειακός, συμπλήρωμα (διατροφής)/διατροφικό(/διαιτητικό) συμπλήρωμα βλ. συμπλήρωμα [< 1: αρχ. διατροφή 2: γαλλ. pension alimentaire] | |
| 12888 | διατροφικός | , ή, ό δι-α-τρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διατροφή: ~ός: κίνδυνος/οδηγός/πολιτισμός/τομέας (:μεταποίηση, αποθήκευση και διάθεση τροφίμων και ποτών). ~ή: αξία/επισήμανση (: με στοιχεία για τις τροφικές ιδιότητες προϊόντος)/θεραπεία/κρίση/ποιότητα. ~ές: ανάγκες/διαταραχές/επιλογές/συμβουλές/συνήθειες. ~ά: έθιμα/είδη/μοντέλα/πρότυπα/στοιχεία. ~ή πρόσληψη ασβεστίου. ΣΥΝ. διαθρεπτικός ● επίρρ.: διατροφικά ● ΣΥΜΠΛ.: διατροφική αλυσίδα, βλ. αλυσίδα, διατροφική πυραμίδα βλ. πυραμίδα, συμπλήρωμα (διατροφής)/διατροφικό(/διαιτητικό) συμπλήρωμα βλ. συμπλήρωμα [< γαλλ. alimentaire, nutritionnel, 1958] | |
| 12889 | διατροφολογία | δι-α-τρο-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη της διατροφής και των τροφών, καθώς και της σχέσης τους με την υγεία και το ανθρώπινο σώμα: κλινική/ολιστική ~. Βλ. διαιτολογία, -λογία. | |
| 12890 | διατροφολόγος | δι-α-τρο-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη διατροφολογία: αθλητικός/κλινικός ~. Ιατρός ~. Βλ. διαιτολόγος, -λόγος. [< αγγλ. nutritionist, 1921, γαλλ. nutritionniste, 1958] | |
| 12891 | διατρυπώ | [διατρυπῶ] δι-α-τρυ-πώ ρ. (μτβ.) {διατρυπ-ά | διατρύπ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): τρυπώ ένα σώμα, διαπερνώντας το από τη μία άκρη στην άλλη: Μια σφαίρα ~ησε τον καρπό του δεξιού του χεριού. [< αρχ. διατρυπῶ] | |
| 12892 | διάττων | , ουσα, ον δι-άτ-των επίθ. {διάττ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διάττων αστέρας & (λόγ.) διάττων αστήρ & (προφ.) διάττοντας αστέρας 1. (μτφ.) χαρακτηρισμός προσώπου, συνήθ. καλλιτέχνη, που γνώρισε σύντομη δόξα: Έλαμψε/εμφανίστηκε/πέρασε ως ~ ~ κι έσβησε. Βλ. σαν κομήτης. 2. ΑΣΤΡΟΝ. λάμψη στον νυχτερινό ουρανό που δίνει την εντύπωση αστεριού που πέφτει και οφείλεται σε πρόσκρουση μετεωροειδούς στη γήινη ατμόσφαιρα, οπότε η τριβή του αέρα προκαλεί την τήξη, εξάτμιση ή έκρηξή του: βροχή ~όντων ~ων. Πβ. πεφταστέρι. Βλ. Λυρίδες, μετεωρίτης. [< αρχ. διᾴττω, διαΐσσω ‘ορμώ, διασχίζω’] | |
| 12893 | διατυμπανίζω | δι-α-τυ-μπα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διατυμπάνι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, διατυμπανίζ-οντας, -όμενος} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ανακοινώνω δημόσια και επιδεικτικά: ~ουν την ανωτερότητά/τη νίκη τους. Ξέχασαν όλα όσα ~σαν προεκλογικά. Οι ~όμενες αλλαγές. Πβ. βροντοφωνάζω, διαλαλώ, κάνω βούκινο. [< γαλλ. tympaniser, tambouriner] | |
| 12894 | διατυπώνω | δι-α-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {διατύπω-σα, -θηκε, -μένος, διατυπών-οντας}: εκφράζω προφορικά ή γραπτά: ~ ένα αίτημα/μια άποψη/μια επιθυμία/τις επιφυλάξεις μου/ένα επιχείρημα. ~ έναν ισχυρισμό (= ισχυρίζομαι). ~σε σαφώς τις θέσεις του (πβ. δηλώνω). Δυσκολεύεται να ~σει τις σκέψεις του. Η συμφωνία, έτσι όπως ~εται, αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. ~θηκε η θεωρία/η υπόθεση ότι ... Κείμενο ~μένο (: γραμμένο) στην ελληνική γλώσσα. Το ερώτημα είναι σωστά ~μένο. Βλ. ανα~. [< αρχ. διατυπῶ ‘διαμορφώνω, απεικονίζω’, γερμ. ausdrücken] | |
| 12895 | διατύπωση | δι-α-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): γραπτή ή προφορική έκφραση άποψης, σκέψης: απλή/ατυχής/επιγραμματική/λάθος/προσεκτική/σαφής/σκληρή ~. ~ αντιρρήσεων/γνώμης/διαφωνίας/πρότασης. Ο γραπτός του λόγος υστερεί στη ~.|| (προφ.) Δεν μου αρέσει αυτή η ~, άλλαξέ τη.|| (ΝΟΜ.) Τελική ~ άρθρου του Συντάγματος. Το περιεχόμενο και η ~ της διάταξης. Βλ. ανα~, επανα~. ● διατυπώσεις (οι): σύνολο γραφειοκρατικών διαδικασιών που ακολουθούνται για τη διεκπεραίωση υπόθεσης: τελωνειακές ~. ~ υποβολής δηλώσεων. Χωρίς άλλες/ιδιαίτερες/περιττές/πολλές ~. [< γαλλ. formalités] [< αρχ. διατύπωσις ‘ζωηρή περιγραφή’, γερμ. Ausdruck] | |
| 12896 | διαύγαση | δι-αύ-γα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) διεργασία που στοχεύει στην απομάκρυνση αιωρούμενων στερεών σωματιδίων και τη μείωση της θολότητας υγρού, καθαρισμός: ~ ελαιολάδου (πβ. ραφινάρισμα)/κρασιού (πβ. κολλάρισμα). ~ λυμάτων σε δεξαμενές καθίζησης. ~ με φυγοκέντριση. Πβ. διήθηση, διύλιση, λαμπικάρ-, φιλτράρ-ισμα. 2. ΙΑΤΡ. αλλοίωση ιστού ή οστού που εμφανίζεται σε απεικονιστικό διαγνωστικό μέσο: ακτινογραφική ~. Μικρή ωοειδής ~ χωρίς παθολογικά ευρήματα. 3. ΦΙΛΟΣ. διαύγεια: πολιτική ~ (: διαδικασία να γνωρίσει κάποιος αυτό που σκέπτεται). [< αγγλ. clarification 1: γαλλ. ~] | |
| 12897 | διαύγεια | δι-αύ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του διαυγούς: ~ της ατμόσφαιρας (: ο καθαρός ουρανός)/της θάλασσας/του νερού. Πβ. διαφάνεια. ΑΝΤ. θαμπάδα, θολούρα 2. (μτφ.) σαφήνεια,: ~ θέσεων/ιδεών/ύφους. Πολιτική ~. ΑΝΤ. ασάφεια. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος: καθαρότητα σκέψης: Στα ενενήντα του εξακολουθεί να έχει απόλυτη/πλήρη ~ ~. Έλλειψη (πνευματικής) ~ας., πρόγραμμα Διαύγεια: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διασφάλιση της διαφάνειας από την πλευρά των φορέων άσκησης της δημόσιας εξουσίας, με την υποχρεωτική ανάρτηση των αποφάσεων των κυβερνητικών οργάνων και της διοίκησης στο διαδίκτυο. [< 1: μτγν. διαύγεια] | |
| 12898 | διαυγής | , ής, ές δι-αυ-γής επίθ. {διαυγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· διαυγέστ-ερος, -ατος} 1. διαφανής, καθαρός: ~ής: ουρανός (πβ. ανέφελος). ~ές: διάλυµα/κρύσταλλο/υγρό/φως/χρώμα. ΑΝΤ. θαμπός (1), θολός (1) 2. (μτφ.) σαφής: ~ές: κείμενο (= εύληπτο, κατανοητό). Πβ. ευκρινής, ξεκάθαρος. ΑΝΤ. ασαφής.|| ~ής: σκέψη. Παραμένει πνευματικά ~. [< αρχ. διαυγής ‘λαμπερός, διάφανος’] | |
| 12899 | δίαυλος | δί-αυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -αύλου} 1. ΤΗΛΕΠ. μέσο για τη μεταφορά σημάτων, πληροφοριών από τον πομπό στον δέκτη: σειριακός ~ υψηλής ταχύτητας.|| Τηλεοπτικός ~.|| (μτφ.) ~ διαλόγου/συνεργασίας. Πβ. κανάλι. 2. ΓΕΩΓΡ. στενό πέρασμα, κανάλι που συνδέει δύο θαλάσσιες περιοχές. Πβ. διώρυγα, μπουγάζι, πορθμός. 3. ΜΟΥΣ. αρχαίο πνευστό όργανο, δίδυμος αυλός. 4. ΑΡΧ. αγώνισμα δρόμου, αντίστοιχο με το σημερινό των τετρακοσίων μέτρων. Βλ. δόλιχος. ● ΣΥΜΠΛ.: δίαυλος επικοινωνίας & δίοδος/κανάλι/οδός επικοινωνίας (μτφ.): τρόπος, μέσο επαφής και συνεννόησης: ανοιχτός ~ ~ μεταξύ διοίκησης και εργαζομένων. [< 1: αγγλ. channel, 1928, 2,3,4: αρχ. δίαυλος] | |
| 12900 | διαφαίνεται | δι-α-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {διαφάν-ηκε (λόγ.) διεφάν-η, διαφαιν-όμενος}: μόλις που φαίνεται, διακρίνεται: ~ ο κίνδυνος/ο πόνος/η χαρά. ~ονται οι συνέπειες της κρίσης (: αρχίζουν να φαίνονται). Δεν ~ καμία προοπτική συμφωνίας στον ορίζοντα (πβ. διαγράφεται). Όπως ~ από τις εξελίξεις. Από τα στοιχεία ~ (= είναι εμφανές) ότι τα προβλήματα αποκαταστάθηκαν. Παρόλη την απειρία του, ~ονταν οι ικανότητές του. || ~ καθαρά/σαφώς. [< αρχ. διαφαίνομαι ‘φαίνομαι καθαρά, είμαι εμφανής’] | |
| 12901 | διαφαινόμενος | , η, ο δι-α-φαι-νό-με-νος επίθ. (λόγ.): που διαφαίνεται, διαγράφεται: ~ος: κίνδυνος (: επαπειλούμενος, υπολανθάνων). ~η: απειλή (: έμμεση, συγκαλυμμένη)/επιτυχία/κρίση. ~o: αδιέξοδο. ~ες: ανάγκες/αντιδράσεις/εξελίξεις/προθέσεις/προοπτικές. Βλ. ενδεχόμενος, επικείμενος.|| (ως ουσ.) Κατά τα ~α (= κατά τα φαινόμενα), δεν θα υπάρξει συμβιβασμός. [< αρχ. διαφαινόμενος] | |
| 12902 | διαφάνεια | δι-α-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ύπαρξη ανοιχτών διαδικασιών που επιτρέπουν στους πολίτες να ελέγχουν τις πράξεις της Διοίκησης ή μεμονωμένων αξιωματούχων της και με τις οποίες αποθαρρύνονται ενδεχομένως οι παράνομες ενέργειές τους: θεσμική/νομοθετική/οικονομική/πολιτική/φορολογική ~. Διεθνής Διαφάνεια (: ΜΚΟ για την καταπολέμηση της διαφθοράς). Με απόλυτη/πλήρη ~ στην αγορά οπλικών συστημάτων/στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. ~ (των εργασιών) των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του πολιτικού συστήματος. Έλλειψη ~ας. Το αίτημα/η απαίτηση για ~ είναι κυρίαρχο/η στην κοινή γνώμη (: από τη δεκαετία του 1970 κ. εξ.). Πβ. γκλάσνοστ, πρόγραμμα Διαύγεια. ΑΝΤ. αδιαφάνεια (1) 2. ΦΩΤΟΓΡ. κείμενο/εικόνα που έχει αποτυπωθεί σε διαφανές υλικό και προβάλλεται σε οθόνη, πίνακα, τοίχο: ασπρόμαυρη/έγχρωμη ~. Φωτεινές ~ες. Προβολέας ~ών (πβ. προτζέκτορας).|| (σε λογισμικό παρουσίασης) Αντιγραφή/διαγραφή/διαμόρφωση/μετακίνηση ~ας. ~ τίτλου. Πβ. σλάιντ. 3. ΦΥΣ. η ιδιότητα των σωμάτων να επιτρέπουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να περνά το φως μέσα από τη μάζα τους, με αποτέλεσμα να διακρίνεται ό,τι υπάρχει πίσω ή μέσα τους· διαύγεια, καθαρότητα: η ~ του γυαλιού/του νερού/των ορυκτών.|| Η ~ της ατμόσφαιρας/του ορίζοντα. Πβ. διαύγεια. ΑΝΤ. αδιαφάνεια (2), θολότητα 4. {συνήθ. στον πληθ.} ρούχο ή αντικείμενο από διαφανές ύφασμα ή υλικό, αντίστοιχα: Το καλοκαίρι φοράει συχνά ~ες. Πβ. σιθρού. Βλ. μουσελίνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αυχενική διαφάνεια: ΙΑΤΡ. υπερηχογραφική εξέταση με την οποία ελέγχεται η ποσότητα υγρού που υπάρχει κάτω από τον αυχένα ενός εμβρύου κατά την 11η-12η εβδομάδα της κύησης με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση σοβαρών γενετικών ανωμαλιών: αυξημένη ~ ~ (βλ. σύνδρομο ντάουν/Down)., Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας (της Βουλής) βλ. θεσμός [< 1,2: γαλλ. transparence 3: αρχ. διαφάνεια 4: αγγλ. see-through, 1950] | |
| 12903 | διαφανής | , ής, ές δι-α-φα-νής επίθ. {διαφανέστ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. αδιαφανής 1. που αφήνει το φως να περάσει από μέσα του, ώστε να φαίνεται αυτό που βρίσκεται από πίσω και σπανιότ. διαυγής: ~ής: σωλήνας. ~ής: επιφάνεια/ζελατίνα/(ΒΙΟΛ.) ζώνη (: πρωτεϊνικό περίβλημα γύρω από το έμβρυο)/μεμβράνη/οροφή/συσκευασία. ~ές: βερνίκι/γυαλί/ύφασμα ή φόρεμα (= σιθρού)/φίλτρο. Βλ. ημι~.|| ~ής: ατμόσφαιρα (= ανέφελη, καθαρή). ΑΝΤ. θαμπός, θολός. ΣΥΝ. διάφανος 2. (μτφ.) που δεν αποκρύπτει, δεν συγκαλύπτει, αλλά επιτρέπει να φανεί η αλήθεια, καθαρός: ~ής: διαγωνισμός. ~ές: θεσμικό πλαίσιο/σύστημα ελέγχου. ~είς: διαδικασίες (= αντικειμενικές, αξιόπιστες, καθαρές). Βλ. -φανής. ● επίρρ.: διαφανώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαφανές χαρτί: πολύ λεπτό, για την αντιγραφή σχεδίου. Πβ. ριζόχαρτο. [< γαλλ. papier transparent] [< αρχ. διαφανής, γαλλ. transparent] | |
| 12904 | διάφανος | , η, ο δι-ά-φα-νος επίθ.: διαφανής: ~ο: κουτί/μπουκάλι. ΑΝΤ. αδιαφανής.|| ~ος: ουρανός (= ανέφελος). ~α: νερά. Πβ. διαυγής. ΑΝΤ. θαμπός, θολός.|| ~ο: δέρμα (: λευκό).|| (μτφ.) ~η: διαδικασία. ~ο: βλέμμα (= ειλικρινές). [< γαλλ. transparent] | |
| 12905 | διαφανοσκόπιο | δι-α-φα-νο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. όργανο μέσω του οποίου φωτίζεται το εσωτερικό κοιλότητας του σώματος, καθιστώντας δυνατή την εξέτασή του. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα προβολής διαφανειών: Η αίθουσα είναι εξοπλισμένη με ~. Πβ. επιδιασκόπιο, προτζέκτορας. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. diaphanoscope] | |
| 12906 | διαφεντεύω | δι-α-φε-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {διαφέντ-ευε, -ευσε (λαϊκότ.) -εψε, διαφεντεύ-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): εξουσιάζω και κατ' επέκτ. υπερασπίζω: Ποιος ~ει τις τύχες αυτού του τόπου; Πβ. κυβερνώ, ορίζω. [< μεσν. διαφεντεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ