| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 371 | αγκιστρωτός | , ή, ό [ἀγκιστρωτός] α-γκι-στρω-τός επίθ.: που έχει σχήμα αγκίστρου ή αγκιστριού: ~ός: γάντζος. ~ή: γκλίτσα/λαβή. ~ό: βελονάκι/κούμπωμα/ράμφος. ~ά: εργαλεία. ΣΥΝ. αγκιστροειδής [< μτγν. ἀγκιστρωτός] | |
| 372 | αγκιτάτορας | [ἀγκιτάτορας] α-γκι-τά-το-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πρόσωπο που υποκινεί το πλήθος να διεκδικήσει κοινωνικά ή πολιτικά αιτήματα: επαναστάτες και ~ες. Πβ. δημεγέρτης, υποκινητής. [< γαλλ. agitateur] | |
| 373 | αγκιτάτσια | [ἀγκιτάτσια] α-γκι-τά-τσι-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. ξεσηκωμός, κινητοποίηση των μαζών με πολιτικά ή κοινωνικά κίνητρα, όξυνση των πνευμάτων: επαναστατική/ιδεολογική ~. Βλ. δημαγωγία, προπαγάνδα. [< ρωσ. Agitatsija] | |
| 374 | αγκλέο(υ)ρας | βλ. αγλέουρας | |
| 375 | αγκλίτσα | βλ. γκλίτσα | |
| 376 | αγκομαχητό | [ἀγκομαχητό] α-γκο-μα-χη-τό ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αγκομάχημα 1. δυσκολία στην αναπνοή (από αρρώστια, κόπωση): Το άσθμα εκδηλώνεται με ~. Το τρέξιμο του προκάλεσε ~.|| (μτφ.) ~ για την καθημερινότητα. ΣΥΝ. λαχάνιασμα 2. αναστεναγμός, βογκητό: βαρύ ~. Έβγαλε ένα ~ από τη στενοχώρια του. Τα ~ά των τραυματισμένων. 3. (μτφ.) (κυρ. για μηχανή) δυνατός ήχος, θόρυβος: ~ της ατμομηχανής/του λεωφορείου. Το αργόσυρτο ~ του Οδοντωτού. 4. αγωνία θανάτου, επιθανάτιος ρόγχος. Πβ. ψυχο-μαχητό, -ρράγημα. Βλ. -ητό. | |
| 377 | αγκομαχώ | [ἀγκομαχῶ] α-γκο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {αγκομαχ-άς ..., -ώντας | αγκομάχ-ησε, -ήσει} & αγκομαχάω 1. (για άνθρωπο ή ζώο) ανασαίνω με δυσκολία, λαχανιάζω: ~ούσαν από την πεζοπορία. Έβηχε και ~ούσε. Έτρεξαν, ίδρωσαν, ~ησαν.|| Το γαϊδούρι ~ούσε από το βαρύ φορτίο. 2. βογκώ, αναστενάζω και κατ' επέκτ. δυσκολεύομαι να τα βγάλω πέρα, υποφέρω: (μτφ.) ~ούν για να τα καταφέρουν/ξεπεράσουν την ύφεση. Ο λαός ~ούσε κάτω από τον τυραννικό ζυγό. Η ομάδα ~ησε να πάρει την πρόκριση.|| Η οικονομία της χώρας ~εί. 3. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές) κάνω δυνατό θόρυβο λόγω πίεσης ή προβληματικής λειτουργίας: Το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο ~ούσε στην ανηφόρα. 4. (σπάν.) (για ετοιμοθάνατο) χαροπαλεύω. Βλ. -μαχώ. [< μεσν. αγκομαχώ] | |
| 378 | αγκορά | [ἀγκορά] α-γκο-ρά επίθ./ουσ. {άκλ.} & αν(γ)κορά: ράτσα ζώων (αίγας, κουνελιού, γάτας) με μακρύ, λεπτό και απαλό τρίχωμα· συνεκδ. το νήμα ή το μαλλί που φτιάχνεται από αυτά καθώς και το αντίστοιχο ρούχο. Πβ. μοχέρ. [< γαλλ. angora] | |
| 379 | αγκοστούρα | βλ. ανγκοστούρα | |
| 380 | αγκούσα | [ἀγκούσα] α-γκού-σα ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.) 1. δυσφορία, δύσπνοια λόγω έλλειψης αέρα, ασθένειας, πνιγμονής, πολυφαγίας: Από την κούραση του 'ρθε ~. 2. (κατ΄επέκτ.) αποπνικτική ατμόσφαιρα: ~ λόγω ζέστης/υγρασίας. 3. (μτφ.) θλίψη, μεγάλη στενοχώρια: Μια ~ τους γέμιζε/πλάκωνε τα στήθια για το βαρύ χρέος. Έχει ~ες και καημούς. ● αγκούσες (οι): αναστεναγμοί, βογκητά: Κλάματα κι ~ες. [< μεσν. αγκούσα] | |
| 381 | αγκράφα | [ἀγκράφα] α-γκρά-φα ουσ. (θηλ.): μεταλλικό εξάρτημα, απλό ή επενδυμένο με ύφασμα ή διακοσμητικά στοιχεία (για ενδύματα, κοσμήματα, παπούτσια, τσάντες, ζώνες): ασημένια/χάλκινη/χρυσή ~. Πβ. τόκα1. [< γαλλ. agrafe] | |
| 382 | αγκύλη | [ἀγκύλη] α-γκύ-λη ουσ. (θηλ.) {αγκυλ-ών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} τυπογραφικό σημείο ή σύμβολο που χρησιμοποιείται κυρ. στα μαθηματικά, την πληροφορική, τη φιλολογία, τη φυσική: αγκιστροειδείς (= άγκιστρα, μύστακες {})/καμπύλες (= παρενθέσεις)/τετράγωνες ~ες ([]). Άνοιγμα/ζεύγος/κλείσιμο ~ών. Αριθμοί/εντολές/λέξεις (μέσα) σε ~ες. Χαρακτήρες εκτός/εντός ~ών. Βάζω/γράφω κάτι (μέσα) σε ~ες. Οι γωνιώδεις ~ες < > χρησιμοποιούνται στις κριτικές εκδόσεις για δήλωση προσθήκης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κωδικοί που περικλείονται σε ~ες. 2. ΑΝΑΤ. καμπή, τόξο: ανοιχτή/κλειστή/κολική/τραχηλική/φακοειδής ~. Η ~ του μέσου εντέρου. ~ες των σπονδυλικών νεύρων. Ορθοδοντικές ~ες. 3. ΝΑΥΤ. (σπάν.) θηλιά σχοινιού ή συρματόσχοινου για το δέσιμο πλοίου και γενικότ. κάθε θηλιά. [< 1: αρχ. ἀγκύλη, γαλλ. crochet, αγγλ. bracket 2: αγγλ. ansa, loop] | |
| 383 | αγκύλι | [ἀγκύλι] α-γκύ-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): αγκάθι, κεντρί: Τρυπήθηκε με ένα ~.|| (μτφ.) Ο λόγος του είναι ~ στην καρδιά μου. [< μτγν. ἀγκύλιον] | |
| 384 | αγκύλιο | [ἀγκύλιο] α-γκύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αγκυλίου}: ΤΕΧΝΟΛ. χαλύβδινο εξάρτημα σχήματος U που χρησιμοποιείται ως συνδετικό μέσο, ναυτικό κλειδί: ~ συνένωσης τεμαχίων. Ανοξείδωτα ~α από χάλυβα.|| (ΙΑΤΡ., στον πληθ.) σιδεράκια. [< μτγν. ἀγκύλιον, γαλλ. manille, 1902] | |
| 385 | αγκυλοποιητικός | , ή, ό [ἀγκυλοποιητικός] α-γκυ-λο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί αγκύλωση: ~ή: (σπονδυλ)αρθρίτιδα. Πβ. αγκυλωτικός. Βλ. -ποιητικός. | |
| 386 | αγκύλος | , η, ο [ἀγκύλος] α-γκύ-λος επίθ. (λόγ.): αγκυλωτός. [< αρχ. ἀγκύλος] | |
| 387 | αγκυλοστομίαση | [ἀγκυλοστομίαση] α-γκυ-λο-στο-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη από παράσιτο που εγκαθίσταται στο έντερο: Η ~ συνοδεύεται κυρίως από σιδηροπενική αναιμία. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. ankylostomiase, αγγλ. ankylostomiasis] | |
| 388 | αγκύλωμα | [ἀγκύλωμα] α-γκύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {αγκυλώμ-ατα} 1. τσίμπημα, τρύπημα: ~ αγκαθιών/βελόνας. 2. (μτφ.) στασιμότητα: ~ και δογματισμός. ~ στο παρελθόν. ΣΥΝ. αγκύλωση (2) [< μτγν. ἀγκύλωμα] | |
| 389 | αγκυλώνω | [ἀγκυλώνω] α-γκυ-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αγκύλ-ωσα, -θηκα, -μένος, -οντας} 1. τσιμπώ, τρυπώ με κάτι αιχμηρό ή ενοχλητικό: Η τριανταφυλλιά ~ει (με τα αγκάθια της). Αυτό το πουλόβερ με ~ει. ~θηκα με τη βελόνα. Πάτησε αχινό και ~θηκε. 2. (μτφ.) σταματώ κάθε εξέλιξη, ακινητοποιώ: Η γραφειοκρατία ~ει κάθε προσπάθεια για εξυγίανση. ~θηκε στους δογματισμούς του παρελθόντος. ~μένο: σύστημα. ~μένα: μυαλά. (Παρα)μένει ~μένος/~μένη σε προκαταλήψεις. Πβ. καθηλώνω. 3. (μτφ.-λογοτ.) πληγώνω: Τα άδικα λόγια σου με ~ουν. ● Μτχ.: αγκυλωμένος , η, ο: ΙΑΤΡ. που έχει υποστεί αγκύλωση, ακαμψία: ~α: άκρα. [< μεσν. αγκυλώνω] | |
| 390 | αγκύλωση | [ἀγκύλωση] α-γκύ-λω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. ΙΑΤΡ. ακαμψία άρθρωσης λόγω ακινησίας, φλεγμονής ή τραυματισμού: ινώδης/οστική/χειρουργική ~. ~ των δαχτύλων. Το χέρι του έμεινε πολύ καιρό στο γύψο κι έπαθε ~. ΣΥΝ. δυσκαμψία (1) 2. (μτφ.) ακινητοποίηση, στασιμότητα: διανοητική/κοινωνική/πνευματική ~. ~ των δημόσιων υπηρεσιών/της εκπαίδευσης. ~ στο παρελθόν/σε παρωχημένες δομές/στην τυπολατρία. ~ και δυσλειτουργία της αγοράς εργασίας (πβ. πάγωμα). Γραφειοκρατικές/θεσμικές/ιδεολογικές/κομματικές/πολιτικές ~ώσεις. Απορρίπτει ~ώσεις, στερεότυπα και δογματισμούς. ΣΥΝ. αγκύλωμα (2) 3. (σπάν.) σχηματισμός αγκύλης, αγκίστρου. Βλ. καμπύλ-, κύρτ-ωση. ● ΦΡ.: παθαίνει αγκύλωση η γλώσσα (κάποιου) (σπάν.-ειρων.): σιωπά από αμηχανία ή απροθυμία. [< μτγν. ἀγκύλωσις 1: αγγλ. ankylosis, γαλλ. ankylose] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ