| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12907 | διαφέρω | δι-α-φέ-ρω ρ. (αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. διέφερ-ε, διαφέρ-οντας}: είμαι διαφορετικός από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ουμε πολύ μεταξύ μας. Αντικείμενα που ~ουν ως προς το μέγεθος. Πβ. απέχω, αποκλίνω. ΑΝΤ. μοιάζω (1) ● διαφέρει 1. υπερέχει συγκριτικά: Τεχνολογία που ~! Πβ. ξεχωρίζω, πλεονεκτώ. ΑΝΤ. μειονεκτώ, υστερώ. 2. ποικίλλει: Η θερμοκρασία από περιοχή σε περιοχή ~. [< αρχ. διαφέρω] | |
| 12908 | διαφεύγω | δι-α-φεύ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διέφυγε, διαφύ-γω, μτχ. διαφεύγ-ων, -οντας, διαφυγ-ών, -ούσα, -όν} (λόγ.) 1. ξεφεύγω, ξεγλιστρώ, γλιτώνω: Διέφυγε στο εξωτερικό (= δραπέτευσε). Ο ληστής κατάφερε να ~γει (= να το σκάσει) από τον φωταγωγό.|| ~ τον έλεγχο/την καταδίκη/τις συνέπειες. Οι δράστες ~ουν ακόμη τη σύλληψη. Ο τραυματίας διέφυγε τον κίνδυνο (= τον θάνατο). Βλ. (εισ)φορο~. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για κάτι που δεν μπορώ να θυμηθώ σε μια δεδομένη στιγμή ή που περνά απαρατήρητο, δεν γίνεται αντιληπτό: Μου ~ει (= ξεχνώ) αυτή τη στιγμή το όνομά του.|| Σας ~ει μια λεπτομέρεια/η ουσία/μια σημαντική παράμετρος. Δεν πρέπει να ~ει την προσοχή σας/(συχνότ. εσφαλμ.) της προσοχής σας ότι ... Να μη μας ~ει ότι ... Πώς του ~ε (= ξέφυγε) ένα τέτοιο λάθος! ● διαφεύγει: (κυρ. για υγρά ή αέρια) διαχέεται, διαρρέει: ~ υγραέριο. ~ουν ατμοί/ρύποι. Επικίνδυνα/τοξικά αέρια διέφυγαν στην ατμόσφαιρα από το χημικό εργοστάσιο. ● βλ. διαφυγών [< αρχ. διαφεύγω] | |
| 12909 | διαφημίζω | δι-α-φη-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαφήμι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, διαφημιζ-όμενος, διαφημίζ-οντας} 1. παρουσιάζω στο κοινό, συνήθ. μέσω των ΜΜΕ, τις χαρακτηριστικές ιδιότητες προϊόντος ή υπηρεσίας, με στόχο κυρ. την προώθησή του και την προσέλκυση του αγοραστικού κοινού: ~ εκδήλωση/κατάστημα. ~εται στο διαδίκτυο/σε εφημερίδες/σε περιοδικά. Εκπομπή που ~στηκε πολύ στην τηλεόραση (πβ. πολυδιαφημισμένη). Τρόφιμα που ~ονται ως βιολογικά. ~όμενοι: πελάτες. ~όμενες: εταιρείες. Πβ. λανσάρω, προμοτάρω, προωθώ. ΑΝΤ. δυσφημώ 2. (σπανιότ.) επαινώ: ~ει τον εαυτό του (= αυτοδιαφημίζεται). [< μτγν. διαφημίζω ‘κάνω γνωστό, διαδίδω’] | |
| 12910 | διαφήμιση | δι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή και το αποτέλεσμα του διαφημίζω: αθέμιτη/διαδικτυακή//εμπορική/έντυπη/ηλεκτρονική/κινητή/κρατική/πληρωμένη/πολιτική/προσωπική/υπαίθρια ~. ~ εναλλακτικών μορφών τουρισμού. ~ κατά των ναρκωτικών. Βλ. αερο~, αυτο~.|| Διασκεδαστική/εξαιρετική/έξυπνη/ευρηματική/ευφάνταστη/κακόγουστη/πετυχημένη/πρωτότυπη ~. Πβ. ρεκλάμα.|| (σε ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές:) Μικρή διακοπή για ~ίσεις. Βλ. προ~. 2. διαφημιστικός κλάδος, τομέας: Ασχολείται με τη/δουλεύει στη ~. Παραγωγός/υπεύθυνος ~ης. Η βιομηχανία της/μέσα/τεχνικές/υπηρεσίες ~ης. 3. προβολή, έπαινος: Κάνει ~ στον εαυτό του (= αυτοδιαφημίζεται). Αγώνας/ματς ~ του ποδοσφαίρου (: συναρπαστικός, συνήθ. με πολλά γκολ). ΑΝΤ. δυσφήμιση ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/μαύρη διαφήμιση 1. που άμεσα ή έμμεσα δημιουργεί αρνητική εικόνα ή δυσφημεί ανταγωνιστικό προϊόν ή υπηρεσία. 2. που στοχεύει στη δυσφήμιση του πολιτικού αντιπάλου., γκρίζα διαφήμιση & έμμεση/συγκεκαλυμμένη/συγκαλυμμένη διαφήμιση: έμμεσος τρόπος που επιλέγει μια εταιρεία για την προώθηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών της. Πβ. τοποθέτηση προϊόντων. , παραπλανητική διαφήμιση: που οδηγεί τον καταναλωτή σε λάθος συμπεράσματα και συνήθ. βλάπτει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. [< αγγλ. misleading advertising] , συγκριτική διαφήμιση: που προσδιορίζει άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα ενός ανταγωνιστή ή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρει. [< αγγλ. comparative advertising] , άμεσο μάρκετινγκ/άμεση διαφήμιση βλ. μάρκετινγκ [< γαλλ. réclame, publicité, αγγλ. advertisement] | |
| 12911 | διαφημιστής | δι-α-φη-μι-στής ουσ. (αρσ.) , διαφημίστρια (η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη διαφήμιση. Βλ. ίματζ μέικερ. | |
| 12912 | διαφημιστικός | , ή, ό δι-α-φη-μι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στη διαφήμιση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: κατάλογος/κλάδος. ~ή: αγγελία/αφίσα/βιομηχανία/εκστρατεία/εταιρεία/καμπάνια. ~ό: γραφείο/κείμενο/περιβάλλον/σλόγκαν/σποτ/τρικ. ~ές: καταχωρήσεις. ~ά: δώρα/λάβαρα (πβ. μπάνερ)/φυλλάδια. Η εκδήλωση έγινε για ~ούς λόγους. Πβ. προωθητικός. ● Ουσ.: διαφημιστικό (το): έντυπη ή άλλου είδους διαφήμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό μήνυμα: μικρής διάρκειας ραδιοφωνική, τηλεοπτική ή διαδικτυακή ανακοίνωση που παρουσιάζει προϊόν ή υπηρεσία, με σκοπό την προσέλκυση του αγοραστικού κοινού: Ακολουθεί ~ ~. ~ά ~ατα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. σπαμ). [< γαλλ. message publicitaire] , διαφημιστικό διάλειμμα βλ. διάλειμμα | |
| 12913 | διαφθείρω | δι-α-φθεί-ρω ρ. (μτβ.) {διέφθειρ-α, (λόγ.) διεφθάρ-η ..., διαφθαρ-εί, διεφθαρ-μένος, διαφθείρ-οντας} 1. προκαλώ ηθική βλάβη: Η απεριόριστη εξουσία/το χρήμα ~ει τα ήθη/τις συνειδήσεις (πβ. εκμαυλίζω, εξαχρειώνω). Υπάλληλοι που ~ονται (= δωροδοκούνται, εξαγοράζονται). 2. αποπλανώ. Πβ. διακορεύω. ● βλ. διεφθαρμένος [< αρχ. διαφθείρω] | |
| 12914 | διαφθορά | δι-α-φθο-ρά ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω: ηθική ~ (πβ. έκλυση των ηθών, εκμαυλισμός, εξαχρείωση). ~ των συνειδήσεων/της ψυχής.|| Οικονομική/πολιτική ~. Καταπολέμηση/πάταξη της ~άς (βλ. διαπλοκή, δωροδοκία, ρουσφέτι, σκάνδαλο). Πβ. αποσύνθεση, σήψη, φαυλότητα. Βλ. διαφάνεια. [< αρχ. διαφθορά] | |
| 12915 | διαφθορέας | δι-α-φθο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαφθείρει: ~ της νεολαίας/συνειδήσεων. Πβ. εκμαυλιστής. [< αρχ. διαφθορεύς] | |
| 12916 | διαφθορείο | [διαφθορεῖο] δι-α-φθο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πορνείο. || (μτφ.) ~ συνειδήσεων. Πβ. χαμαιτυπείο. | |
| 12917 | διαφιλονικώ | [διαφιλονικῶ] δι-α-φι-λο-νι-κώ ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. διαφιλονικ-ούμενος} (σπάν.-λόγ.) ΣΥΝ. διαμφισβητώ 1. αμφισβητώ: ~ούμενα: δικαιώματα/ζητήματα. 2. (κατ' επέκτ.-επίσ.) διεκδικώ: Διευθέτηση συνόρων που ~ούνται. ~ούμενο: κρατίδιο. ~ούμενα: εδάφη/χωρικά ύδατα. [< αρχ. διαφιλονικῶ] | |
| 12918 | διαφορά | δι-α-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ανομοιότητα: βιολογική/γλωσσική/κοινωνική/ποσοτική/ταξική/υψομετρική ~. Μισθολογικές/φυλετικές ~ές. ~ αντιλήψεων/(μορφωτικού) επιπέδου/ηλικίας/θερµοκρασίας/χρωμάτων. Διαπιστώθηκε/καταγράφηκε σημαντική ~ απόψεων μεταξύ των εταίρων (πβ. διάσταση, ΑΝΤ. ταύτιση). Βρείτε τις ~ές. ~ στις επιδόσεις/στο κλίμα/στη νοοτροπία/στην ποιότητα/στις τιμές. Υπάρχει αισθητή/ουσιαστική ~ ανάμεσά τους. Πβ. απόκλιση, διαφοροποίηση. Βλ. μικρο~. ΑΝΤ. ομοιότητα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} διαφωνία, διένεξη: αγεφύρωτη/(δια)συνοριακή/δικαστική/διοικητική/ιδιωτική ~. Διεθνείς/διπλωματικές/ιδεολογικές/κληρονομικές/οικογενειακές/οικονομικές/συζυγικές ~ές. Διευθέτηση/επίλυση ~ών. Λύνω/ρυθμίζω τη ~. Αμβλύνω/γεφυρώνω/εντείνω/εξαλείφω/οξύνω τις ~ές. Μεγάλες ~ές χωρίζουν τις δύο πλευρές. Πβ. αντιδικία, αντίθεση, ασυμφωνία. 3. σημαντική αλλαγή ή βελτίωση: (για προϊόντα) Δοκιμάστε το και θα αισθανθείτε τη ~. Πήρα το φάρμακο, αλλά δεν είδα ~. 4. ΜΑΘ. το αποτέλεσμα της πράξης της αφαίρεσης, το υπόλοιπο ή γενικότ. απόσταση μεταξύ αριθμητικών μεγεθών: ~ συνόλων. Βρίσκω/υπολογίζω τη ~ δύο μετρήσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) Συναλλαγματική ~. Θα πληρώσει/καταβάλει τη ~ που προέκυψε.|| ~ βάρους/εδρών/ψήφων/ώρας. Νίκη με ~ είκοσι πόντων (βλ. ψαλίδα). Με ~ της τάξης των πέντε ποσοστιαίων μονάδων. 5. ΝΟΜ. αμφισβήτηση από τους διαδίκους της ισχύος ή μη ενός δικαιώματος: ακυρωτική/επίδικη ~. Η ~ της κύριας δίκης. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατική διαφορά (επίσ.): προβλήματα σχετικά με την εργασιακή απασχόληση, τις συνθήκες και τους όρους της: δικαστήριο ~ών ~ών., συλλογική διαφορά (επίσ.): διένεξη μεταξύ οργανώσεων εργοδοτών και μισθωτών, η οποία αφορά τους όρους, τις συνθήκες ή την αμοιβή της εργασίας., διαφορά φάσης βλ. φάση, ειδοποιός διαφορά βλ. ειδοποιός ● ΦΡ.: κάνει τη διαφορά: (κυρ. για προϊόντα και υπηρεσίες) εξασφαλίζει την υπεροχή, υπερέχει. [< αγγλ. it makes the difference] , με τη (μόνη) διαφορά ότι 1. με τη μόνη διαφοροποίηση: Η διαδικασία παραμένει η ίδια, ~ ~ διαρκεί λιγότερο χρόνο. 2. & με την εξής διαφορά: με την προϋπόθεση ότι: Ισχύουν τα παραπάνω, ~ ~ ..., πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά: υπερτερεί κατά πολύ από τον δεύτερο., με διαφορά στήθους βλ. στήθος, μοιράζω τη διαφορά βλ. μοιράζω, ροκάνισαν τη διαφορά βλ. ροκανίζω [< 1,2,3,5: αρχ. διαφορά 4: γαλλ. différence] | |
| 12919 | διαφορετικά | δι-α-φο-ρε-τι-κά επίρρ. 1. με διαφορετικό τρόπο: Σκέφτεται ~ από εμάς. Για να το θέσω ~, ... Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν γίνεται ~ (: δεν υπάρχει άλλη λύση). ΣΥΝ. αλλιώτικα (1) ΑΝΤ. όμοια 2. σε διαφορετική περίπτωση: Να είσαι στην ώρα σου, ~ μην έρθεις. ΣΥΝ. αλλιώς, ειδάλλως, ειδεμή | |
| 12920 | διαφορετικός | , ή, ό δι-α-φο-ρε-τι-κός επίθ. 1. που διαφέρει από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: άποψη/γλώσσα/νοοτροπία/προσέγγιση. ~ά: κριτήρια/συμφέροντα. ΣΥΝ. ανόμοιος ΑΝΤ. απαράλλαχτος, ίδιος2 (1), όμοιος (1) 2. που παρουσιάζει πρωτοτυπία, που υπερέχει: Ήταν ένα ~ό (= ξεχωριστό) καλοκαίρι. Αναζητά μια ~ή (= καλύτερη) ζωή. 3. που παρουσιάζεται αλλιώτικος από ό,τι ήταν: Δεν σε αναγνωρίζω, μου φαίνεσαι ~ (= άλλαξες). ● Ουσ.: διαφορετικό (το): αυτό που διαφέρει και κατ' επέκτ. που ξεχωρίζει: κάτι το ~. Δεν ανεχόμαστε εύκολα το ξένο, το ~.|| Αναζητά την καινούργια εμπειρία, το ~. ● ΦΡ.: με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι [< μεσν. διαφορετικός, γαλλ.différent] | |
| 12921 | διαφορετικότητα | δι-α-φο-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών που συνιστούν το διαφορετικό: γλωσσική/εθνική/θρησκευτική/πολιτισμική/σεξουαλική ~. ~ των ανθρώπων/απόψεων/λαών. Δικαίωμα/σεβασμός στη ~. Πβ. ανομοιότητα, διαφορά, ετερότητα. Βλ. ιδιαιτερότητα, πλουραλισμός, -ότητα. ΑΝΤ. ομοιότητα (1) [< γαλλ. différence] | |
| 12922 | διαφορικό | δι-α-φο-ρι-κό ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. σύστημα γραναζιών που κατανέμει τη ροπή του κινητήρα στους άξονες των τροχών του αυτοκινήτου και τους επιτρέπει να κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, κυρ. στις στροφές: ~ περιορισμένης ολίσθησης. Βλ. κιβώτιο (ταχυτήτων). ● ΣΥΜΠΛ.: μπλοκέ διαφορικό βλ. μπλοκέ [< γαλλ. différentiel] | |
| 12923 | διαφορικός | , ή, ό δι-α-φο-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που έχει σχέση με διαφορές· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: διαφορική εξίσωση: ΜΑΘ. που περιέχει παραγώγους συναρτήσεων: γραμμική/μερική/συνήθης ~ ~., διαφορικός λογισμός: ΜΑΘ. κλάδος των μαθηματικών που μελετά τον ρυθμό αλλαγής των συναρτήσεων σε σχέση με τις μεταβλητές τους, κυρ. μέσω της χρήσης παραγώγων. Βλ. απειροστικός, ολοκληρωτικός λογισμός., διαφορική διάγνωση βλ. διάγνωση [< γαλλ. différentiel] | |
| 12924 | διαφόριση | δι-α-φό-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. μέθοδος εύρεσης του ρυθμού μεταβολής μιας συνάρτησης ή της παραγώγου της. Πβ. παραγώγιση. [< γαλλ. différentiation] | |
| 12925 | διαφορισμός | δι-α-φο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): διαφοροποίηση: κοινωνικός ~. ~ μισθών/τιμών.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ., μέθοδος με την οποία προκύπτει ενισχυμένο σήμα) ~ συχνότητας. Βλ. -ισμός. | |
| 12926 | διάφορο | διά-φο-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κέρδος, όφελος, συμφέρον και κατ' επέκτ. τόκος. [< μτγν. διάφορον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ