| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12927 | διαφοροδιάγνωση | δι-α-φο-ρο-δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαφορική διάγνωση: υπερηχογραφική ~. ~ του αυτισμού. Κέντρα ~ης. Βλ. ΚΕ.Δ.Δ.Υ. [< αγγλ. differential diagnosis] | |
| 12928 | διάφοροι | , ες, α διά-φο-ροι επίθ. {διαφόρων κ. διάφορων} 1. πολλοί, ποικίλοι: ~οι: συνδυασμοί/τρόποι. ~ες: λύσεις/προτάσεις. Για ~ους λόγους. 2. (συνήθ. μειωτ.) κάθε είδους: (ως ουσ.) Από εδώ περνούν ~, πού να θυμάμαι για ποιον μου μιλάς! Έχουν ειπωθεί ~α (= άλλα κι άλλα), σιγά μην ασχοληθώ! Πβ. κάθε λογής. ● ΦΡ.: πολλά και διάφορα βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< μτγν. διάφοροι] | |
| 12929 | διαφοροποίηση | δι-α-φο-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διάκριση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα, στοιχεία ή σε δύο ή περισσότερες έννοιες, καταστάσεις: οπτική/ποιοτική/ποσοτική ~. ~ διδασκαλίας (: λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή, βλ. εξατομικευμένη διδασκαλία)/πολιτικής/προϊόντων (: στρατηγική μάρκετινγκ)/υπηρεσιών. Πβ. διαχωρισμός, ξεχώρισμα. Βλ. -ποίηση. 2. διαφορά, απόκλιση: ιδεολογική ~. ~ θέσεων ανάμεσα σε/μεταξύ των ... (: διάσταση απόψεων, πβ. διαφωνία). ~ήσεις από χώρα σε χώρα. Υπάρχει μεγάλη ~ ως προς την ικανότητα μάθησης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της τιμής (π.χ. του πετρελαίου). 3. ΒΙΟΛ. διαδικασία ανάπτυξης οργανισμού, μέσω της οποίας τα αδιαφοροποίητα, ομοιογενή κύτταρα ή οι ιστοί αποκτούν εξειδικευμένη δομή και λειτουργία: κυτταρική ~ (βλ. βλαστοκύτταρα). Σεξουαλική/φυλετική ~ ή ~ του φύλου (: ανάπτυξη όρχεων ή ωοθηκών στο έμβρυο). Βλ. ειδογένεση. ΑΝΤ. αποδιαφοροποίηση (1) [< γαλλ. différenciation] | |
| 12930 | διαφοροποιητικός | , ή, ό δι-α-φο-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προκαλεί διαφοροποίηση: ~ός: παράγοντας/ρόλος. ~ή: (ΓΛΩΣΣ.) αξία (: η ιδιότητα γλωσσικού στοιχείου να δημιουργεί αντίθεση μεταξύ φωνολογικών, γραμματικών και σημασιακών μονάδων, π.χ. πόνος-φόνος)/λειτουργία (του τόνου, π.χ. νόμος-νομός). ~ό: στοιχείο. ~ά: χαρακτηριστικά. Πβ. διακριτικός. Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. différenciateur, 1922] | |
| 12931 | διαφοροποιώ | [διαφοροποιῶ] δι-α-φο-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {διαφοροποι-είς ..., -ώντας | διαφοροποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. αλλάζω, τροποποιώ: ~ τις θέσεις/τη στάση/τη συμπεριφορά μου (= μεταβάλλω). Η εταιρεία ~εί το προϊόν της από τα αντίστοιχα των ανταγωνιστών της (βλ. διαφοροποίηση προϊόντων). Η δομή του μαθήματος ~είται ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών (πβ. παραλλάσσω). Ο κύκλος εργασιών ~ήθηκε κατά ... ευρώ.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ημένος: (φορολογικός) συντελεστής. ~ημένο: χαρτοφυλάκιο μετοχών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ημένα: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα). 2. διακρίνω: Τι είναι αυτό που ~εί αυτή τη συσκευή από τις προηγούμενες; Το πρόγραμμά μας ~είται αισθητά σε σχέση με τα υπόλοιπα. Βλ. -ποιώ. ● Παθ.: διαφοροποιούμαι: υποστηρίζω διαφορετική άποψη: Έχει ~ηθεί από την επίσημη γραμμή του κόμματος. Πβ. απομακρύνομαι, αποστασιοποιούμαι, διαφωνώ, διαχωρίζω τη θέση μου. [< γαλλ. (se) différencier] | |
| 12932 | διάφορος | , η, ο δι-ά-φο-ρος επίθ.: διαφορετικός: (ΜΑΘ.) Το άθροισμα είναι ~ο του μηδενός. [< αρχ. διάφορος] | |
| 12933 | διαφοροτρόπως | δι-α-φο-ρο-τρό-πως επίρρ. (λόγ.): διαφορετικά, με ποικίλους τρόπους: Η φράση ερμηνεύεται ~. ΣΥΝ. ποικιλοτρόπως [< γαλλ. différemment] | |
| 12934 | διάφραγμα | δι-ά-φραγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΦΩΤΟΓΡ. σειρά λεπίδων σε ακτινωτή διάταξη που ρυθμίζουν το άνοιγμα φακού και την ποσότητα φωτός η οποία εισέρχεται σε οπτικό όργανο ή φωτογραφική μηχανή: εστίαση, ~ και ταχύτητα της κάμερας. Ανοίγω/κλείνω/ρυθμίζω το ~. 2. ΑΝΑΤ. μυώδης ιστός που διαχωρίζει σωματικές κοιλότητες στα θηλαστικά· ειδικότ. ο αναπνευστικός μυς που βρίσκεται κάτω από τους πνεύμονες και χωρίζει την κοιλιακή από τη θωρακική κοιλότητα: μεσοκοιλιακό/μεσοκολπικό ~. Αναπνέει με το ~. Έχει στραβό (ενν. ρινικό) ~ (: χόνδρος που χωρίζει τη μύτη στη μέση σε δύο θαλάμους, τα ρουθούνια). 3. ΙΑΤΡ. κοίλο, ελαστικό γυναικείο μέσο αντισύλληψης που εφαρμόζεται στον τράχηλο της μήτρας. Βλ. προφυλακτικό, σπιράλ, χάπι. 4. ΤΕΧΝΟΛ. μεμβράνη ακουστικής συσκευής που δονείται από ηχητικά κύματα και παράγει ηλεκτρικά σήματα: το ~ του μικροφώνου. [< 1,3,4: γαλλ. diaphragme, αγγλ. diaphragm 2: αρχ. διάφραγμα] | |
| 12935 | διαφραγματικός | , ή, ό δι-α-φραγ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το διάφραγμα: (ΑΝΑΤ.) ~ή: αναπνοή.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: λειτουργία (π.χ. πλακών). ~οί: διακόπτες. ~ές: αντλίες. [< γαλλ. diaphragmatique, αγγλ. diaphragmatic] | |
| 12936 | διαφραγματοκήλη | δι-α-φραγ-μα-το-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανατομική βλάβη κατά την οποία τμήμα του στομάχου περνά μέσω του διαφράγματος στον θώρακα: μετατραυματική/συγγενής ~. ~ και γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Βλ. -κήλη. [< γαλλ. diaphragmatocèle, αγγλ. diaphragmatocele] | |
| 12937 | διαφυγή | δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. φυγή με σκοπό τη διάσωση: ~ από τη χώρα. ~ κρατουμένων (πβ. απόδραση, δραπέτευση).|| (μτφ.) ~ από την καθημερινότητα. 2. διαρροή κυρ. υγρών ή αερίων από ρωγμή ή άλλο άνοιγμα: ~ ατμού/νερού από δεξαμενή/(ΙΑΤΡ.) ούρων (βλ. ακράτεια)/πετρελαίου/ραδιενέργειας/τοξικών ουσιών. Πβ. απώλεια.|| (μτφ.) Φορολογική ~ (= φοροδιαφυγή). ~ κεφαλαίων στο εξωτερικό (= εξαγωγή). Βλ. εισιτηριο~. ● ΣΥΜΠΛ.: οδός/έξοδος διαφυγής 1. & όδευση διαφυγής {συνηθέστ. στον πληθ.}: διαδρομή που επιτρέπει την ασφαλή απομάκρυνση από κλειστό χώρο σε έκτακτες περιστάσεις: οδοί ~ σε περίπτωση σεισμού.|| Σήμανση, φωτισμός ασφαλείας και πυροπροστασία στις εξόδους ~. Εναλλακτικές οδεύσεις ~ που οδηγούν σε εξόδους κινδύνου. 2. (μτφ.) τρόπος σωτηρίας: ~ ~ από την κρίση. [< αρχ. διαφυγή, γαλλ. fuite] | |
| 12938 | διαφύγω | βλ. διαφεύγω | |
| 12939 | διαφυγών | , ούσα, όν δι-α-φυ-γών επίθ. {διαφυγ-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (επίσ.): (κυρ. για χρηματικό ποσό) που δεν εισπράχθηκε: ~όντες: δασμοί/φόροι. ~όντα: έσοδα/κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφυγόντα κέρδη βλ. κέρδος ● βλ. διαφεύγω | |
| 12940 | διαφύλαξη | δι-α-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): προάσπιση, προστασία: ~ (ΝΟΜ.) απορρήτου/της γλωσσικής ιδιαιτερότητας/των (προσωπικών) δεδομένων/της δημόσιας τάξης/των (ανθρωπίνων) δικαιωμάτων/της εδαφικής ακεραιότητας/της ειρήνης/της ελευθερίας/της (πολιτιστικής) κληρονομιάς (πβ. διατήρηση)/της υγείας/της φύσης. Πβ. διασφάλιση, παραφύλαξη, περιφρούρηση, τήρηση, υπεράσπιση. [< μτγν. διαφύλαξις] | |
| 12941 | διαφυλάσσω | δι-α-φυ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {διαφύλα-ξα, -ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος, διαφυλάσσ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) & (λόγ.) διαφυλάττω: προασπίζω, προστατεύω: ~ την αξιοπρέπειά/το κύρος/τα συμφέροντά μου. Πρέπει να ~χθεί η ασφάλεια/η ενότητα/το φυσικό περιβάλλον. Πβ. διασφαλίζω, περιφρουρώ, τηρώ, υπερασπίζομαι. [< μτγν. διαφυλάσσω] | |
| 12942 | διαφυλετικός | , ή, ό δι-α-φυ-λε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες: ~ός: γάμος. ~ό: ζευγάρι. ~ές: σχέσεις/συγκρούσεις/φιλίες. [< αγγλ. interracial, γαλλ. ~, 1927] | |
| 12943 | διαφυλικός | , ή, ό δι-α-φυ-λι-κός επίθ. (επίσ.) 1. που αναφέρεται στα δύο φύλα: ~ές: σχέσεις. Πβ. έμφυλος. 2. τρανσεξουαλικός. [< 1: αγγλ. intersexual 2: αγγλ. transexual, 1957] | |
| 12944 | διαφυλλικός | , η, ο δι-α-φυλ-λι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. (για φυτό) που αναφέρεται στα φύλλα ή γίνεται σε αυτά: ~ός: ψεκασμός. ~ή: εφαρμογή/λίπανση. ~ά: λιπάσματα. [< γαλλ. foliaire] | |
| 12945 | διάφυση | δι-ά-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το μεσαίο τμήμα μακρού οστού ανάμεσα στις δύο επιφύσεις: ~ της κνήμης. [< αρχ. διάφυσις, γαλλ. diaphyse, αγγλ. diaphysis] | |
| 12946 | διαφωνία | δι-α-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. διάσταση, διαφορά απόψεων: Διατύπωσα ανοιχτά/δημόσια τη ~ μου με την απόφασή του. Την έντονη ~ τους για το θέμα της χωματερής εξέφρασαν οι δημότες. Η βασική μας ~ έγκειται στο (γεγονός) ότι ... Πβ. αντι-, διχο-γνωμία, αντί-θεση, -ρρηση, ένσταση.|| Επιστημονική/πολιτική ~. ~ μεταξύ αδερφών. Δεν προέκυψε/υπήρξε ~ με τον ... Επιλύω μια ~. Πβ. ασυμφωνία, δυσαρμονία, κόντρα. ΑΝΤ. ομο-, συμ-φωνία.|| {συνήθ. στον πληθ.} Ξέσπασαν ~ες στη συνέλευση. Πβ. διένεξη. 2. ΜΟΥΣ. κακόηχο ηχητικό αποτέλεσμα που προκαλείται από τη συνήχηση δύο ή περισσότερων μουσικών φθόγγων. Βλ. παρα-, συμ-φωνία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. παράσιτα που προκαλούνται από παρεμβολές σημάτων, τα οποία προέρχονται από γειτονικά κυκλώματα: θόρυβος ~ας. Βλ. ντεσιμπέλ. [< 1: αρχ. διαφωνία 2: μτγν. διαφωνία 3: γαλλ. diaphonie, 1953] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ