| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12947 | διάφωνος | , η, ο δι-ά-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. που χαρακτηρίζεται από διαφωνία: ~η: αντίστιξη. ~ο: διάστημα. ~ες: συγχορδίες/συνηχήσεις. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. σύμφωνος (3) [< αρχ. διάφωνος] | |
| 12948 | διαφωνώ | [διαφωνῶ] δι-α-φω-νώ ρ. (αμτβ.) {διαφων-είς ... | διαφών-ησα, διαφων-ών, -ώντας}: έχω διαφορετική άποψη: ~ απόλυτα/έντονα/κάθετα/κατηγορηματικά/οριζοντίως και καθέτως/ριζικά με τις πράξεις βίας (πβ. αντιτίθεμαι, βλ. αποδοκιμάζω). ~ με κάποιον. Δεν ~ καθόλου μαζί σου. Δεν τα βρήκαμε τελικά, ~ήσαμε στην τιμή. Οι δύο πλευρές ~ησαν σε τρία σημεία. Επιτρέψτε μου να/λυπάμαι που θα ~ήσω (: ευγενική διατύπωση διαφωνίας). Πβ. αντιλέγω, διχογνωμώ. ΑΝΤ. συμφωνώ, συναινώ. [< αρχ. διαφωνῶ] | |
| 12949 | διαφωνών | , ούσα, ούν [διαφωνῶν] δι-α-φω-νών επίθ. {συνήθ. στον πληθ. -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων} (επίσ.): που διαφωνεί: ~ούντα: μέλη/στελέχη.|| (ως ουσ.) Οι ~ούντες ενός κόμματος. Πβ. αντιφρονούντες. ΑΝΤ. συμφωνών [< αρχ. διαφωνῶν] | |
| 12950 | διαφωτίζω | δι-α-φω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {διαφώτι-σα, διαφωτί-στηκα, -σμένος, διαφωτίζ-οντας} 1. ενημερώνω έγκυρα, κατατοπίζω και ειδικότ. καθοδηγώ κάποιον πνευματικά: Οι απαντήσεις σας δεν με ~σαν. Το άρθρο θα ~σει πλήρως όσους αγνοούν τα γεγονότα. Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν ~στηκα (: για ανεπαρκείς ή αναξιόπιστες πληροφορίες). Πβ. πληροφορώ.|| Δάσκαλοι που ~σαν το έθνος. 2. εξιχνιάζω, διαλευκαίνω: Γνωρίζετε κάτι που να ~ει (= ρίχνει φως) την υπόθεση; ΑΝΤ. συσκοτίζω. [< μτγν. διαφωτίζω ‘φωτίζω, διευκρινίζω’, γαλλ. éclairer] | |
| 12951 | διαφώτιση | δι-α-φώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. έγκυρη πληροφόρηση, κατατόπιση, καθοδήγηση· ειδικότ. μύηση στις πολιτικές αρχές και θέσεις κομματικής παράταξης: πνευματική/σεξουαλική ~. ~ της κοινής γνώμης για τα προβλήματα του δήμου (πβ. ενημέρωση).|| (κυρ. παλαιότ. για κομμουνιστικά κόμματα) Ιδεολογική/πολιτική ~. Πβ. προπαγάνδα. 2. εξήγηση, εξιχνίαση: ~ του θέματος. Πβ. διαλεύκανση. [< μτγν. διαφώτισις, γαλλ. éclaircissement] | |
| 12952 | διαφωτισμός | δι-α-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Δ) φιλοσοφικό και πνευματικό κίνημα στη δυτική Ευρώπη των αρχών του 18ου αι. που χαρακτηρίστηκε από την απόρριψη των παραδοσιακών κοινωνικών, θρησκευτικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών ιδεών, δογμάτων, παραδόσεων και την έμφαση στον ορθολογισμό: ευρωπαϊκός/νεοελληνικός ~. 2. (σπάν.) πνευματική διαφώτιση: ηλεκτρονικός ~. [< μεσν. διαφωτισμός, γερμ. Aufklärung, γαλλ. lumières] | |
| 12953 | διαφωτιστής | δι-α-φω-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. εκπρόσωπος του Διαφωτισμού. 2. {σπάν. θηλ. διαφωτίστρια} υπεύθυνος για τη μύηση στις θέσεις κόμματος, κυρ. κομμουνιστικού. Πβ. ινστρούχτορας, καθοδηγητής. [< γερμ. Aufklärer] | |
| 12954 | διαφωτιστικός | , ή, ό δι-α-φω-τι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που ενημερώνει και κατατοπίζει· ειδικότ. που κάνει κοινωνική ή πολιτική διαφώτιση: ~ός: ρόλος. ~ό: βιβλίο/παράδειγμα. ~ές: απαντήσεις. ~ά: σχόλια. Είχαμε μια πολύ ~ή συζήτηση. Πβ. κατατοπιστικός.|| ~ή: εκστρατεία/καμπάνια. [< γαλλ. éclairant] | |
| 12955 | διαφώτιστος | , η, ο δι-α-φώ-τι-στος επίθ. (επιστ.): (για υλικό) που επιτρέπει τη μερική διέλευση του φωτός: διαφανή, ~α τοιχώματα. Πβ. ημιδιαφανής.|| (ως ουσ.) Στέγες με ~α. [< γαλλ. translucide] | |
| 12956 | διαχειμάζω | δι-α-χει-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {διαχείμα-σαν} (λόγ.): περνώ τον χειμώνα σε ένα μέρος: Αποδημητικά πτηνά που ~ουν στην Αφρική. Έντομο που ~ει στο στάδιο της χρυσαλλίδας (: είναι σε χειμερία νάρκη). Πβ. ξεχειμωνιάζω. ΑΝΤ. ξεκαλοκαιριάζω [< αρχ. διαχειμάζω] | |
| 12957 | διαχείμαση | δι-α-χεί-μα-ση ουσ. (θηλ.) & διαχείμανση (λόγ.): παραμονή σε πεδινό μέρος κατά τη διάρκεια του χειμώνα: Πουλιά που έρχονται για ~ στην Ελλάδα. Πβ. ξεχειμώνιασμα, χειμαδιό. | |
| 12958 | διαχειρίζομαι | δι-α-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {διαχειρί-στηκα (λογιότ.) -σθηκα, διαχειριζ-όμενος} (λόγ.) 1. είμαι υπεύθυνος για την οργάνωση, τον έλεγχο και την αξιοποίηση χρηματικών ποσών ή συνόλου δεδομένων: (ΟΙΚΟΝ.) ~ τον εταιρικό λογαριασμό/την περιουσία ανηλίκου. Εταιρεία που ~εται αμοιβαία κεφάλαια. Ίδρυμα που ~εται κληροδοτήματα/εθνικούς πόρους/υποτροφίες. Πβ. διευθύνω, κουμαντάρω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ τα αρχεία/τις κλήσεις/το μέιλ μου. Το σύστημα σχεδιάστηκε για να ~στεί λογιστικά το πελατολόγιο. 2. διευθετώ, χειρίζομαι: ~ με επιτυχία μια κρίση/τον χρόνο μου (πβ. οργανώνω, προγραμματίζω). ~στηκε την εξουσία (= άσκησε). Είναι ανίκανος να ~στεί την κατάσταση/τα κοινά. Βλ. αυτο~, συν~. [< αρχ. διαχειρίζω, γαλλ. gérer] | |
| 12959 | διαχείριση | δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. διεύθυνση, διοίκηση· ειδικότ. διευθέτηση θέματος, υπόθεσης, προβλήματος: αστική/δημόσια/ιδιωτική ~. ~ ανθρώπινου δυναμικού/πολυκατοικίας/προγράμματος/προσωπικών δεδομένων. ~ της αγοράς/(εναέριας) κυκλοφορίας/εξουσίας (= άσκηση· πβ. διακυβέρνηση)/κίνησης (π.χ. προϊόντων)/της κοινωνίας. Γραφείο ~ης. Υπεύθυνος ~ης έργων. Σύστημα ~ης ασφάλειας/ποιότητας (π.χ. τροφίμων· βλ. ISO, ΕΛ.Ο.Τ.). Ανέλαβε/έχει τη ~ της επιχείρησης.|| ~ συναισθημάτων. ~ της ενέργειας/της μετανάστευσης/της (κυκλοφοριακής) συμφόρησης/υδατικών πόρων/των χημικών ουσιών/του χρέους. Ορθή ~ του χρόνου (πβ. οργάνωση, προγραμματισμός). Πβ. χειρισμός. Βλ. αυτο~, κακο~, συν~. 2. έλεγχος, οργάνωση και αξιοποίηση αγαθών, χρημάτων ή ηλεκτρονικών δεδομένων: ~ των γνώσεων/δραστηριοτήτων (π.χ. μάθησης)/των επιδόσεων (υπαλλήλου)/της έρευνας/της τεχνολογίας. Ορθολογική/συνετή ~ των αποθεμάτων νερού. ~ υλικού (: η αντίστοιχη υπηρεσία σε επιχειρήσεις ή στον στρατό).|| (ΟΙΚΟΝ.) Δημοσιονομική/λογιστική/ταμειακή ~. ~ δανείου/ενεργητικού και παθητικού/των (οικονομικών) ενισχύσεων/εσόδων-εξόδων/περιουσιακών στοιχείων/συμβάσεων. Αποτελεσματική/χρηστή ~ των κονδυλίων. Υπό ~ κεφάλαια/χαρτοφυλάκια. Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δικτύου/πληροφοριακών συστημάτων/πρόσβασης (στο ίντερνετ)/σφαλμάτων. Ηλεκτρονική ~ (= τηλε~). (σε φόρουμ:) ~ των χρηστών. ● ΣΥΜΠΛ.: διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων: οι διαδικασίες προσωρινής αποθήκευσης, συλλογής, μεταφοράς και ενδεχόμενης επεξεργασίας απορριμμάτων, αποβλήτων: βιώσιμη/εναλλακτική ~ ~. ~ ~ με βιοτεχνολογικές μεθόδους. Βλ. ανακύκλωση., διαχείριση κινδύνου/κινδύνων: προσδιορισμός, ανάλυση πιθανών κινδύνων και λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή τους, ειδικότ. για επενδυτικές αποφάσεις επιχείρησης και γενικότ. σε κάθε περίπτωση εκτέλεσης ορισμένου έργου: ~ ~ στον αθλητισμό/στη διοίκηση/στην εκπαίδευση. Εφαρμοσμένη ~ κινδύνων. [< αγγλ. risk management, 1963] , διαχείριση κρίσεων & (σπάν.) χειρισμός της κρίσης/κρίσεων: διαδικασία πρόληψης, περιορισμού ή/και επίλυσης, εκτόνωσης απρόβλεπτων και επικίνδυνων καταστάσεων: ~ ~ στον τουρισμό. Εκπαίδευση των πολιτών στη ~ ~. [< αγγλ. crisis management, 1965] , διαχείριση προβλημάτων: επισήμανση και οργάνωση των προβλημάτων που εντοπίζονται σε κάποιο τομέα καθώς και το σύνολο των στρατηγικών και μεθόδων αντιμετώπισής τους: (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ ~ σχολικής τάξης. Επιμορφωτικά σεμινάρια/στρατηγικές ~ης ~.|| ~ ~ πελατών/(ΠΛΗΡΟΦ.) ασφαλείας υπολογιστών., διαχείριση του περιβάλλοντος & περιβαλλοντική διαχείριση: ΟΙΚΟΛ. οργάνωση και έλεγχος του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται οι αναπτυξιακές προσπάθειες σε μακροχρόνια βάση. Βλ. αειφορία. [< αγγλ. environmental management, 1949] , σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που δημιουργεί και ελέγχει βάση δεδομένων., αναγκαστική διαχείριση βλ. αναγκαστικός, κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας βλ. κάμερα, ολοκληρωμένη διαχείριση βλ. ολοκληρωμένος [< 1: αρχ. διαχείρισις, γαλλ. gestion] | |
| 12960 | διαχειρίσιμος | , η, ο δι-α-χει-ρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί κάποιος να διαχειριστεί κάτι: ~ο: χρέος. Η κατάσταση στην αγορά/στην οικονομία είναι ~η. Σε ~α επίπεδα. Οι πληροφορίες σε ψηφιακή μορφή είναι πιο εύκολα ~ες. ΣΥΝ. χειρίσιμος [< αγγλ. manageable] | |
| 12961 | διαχειρισιμότητα | δι-α-χει-ρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαχειρίσιμου: ~ του (δημόσιου) χρέους.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Βασική ~ συστήματος. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. manageability] | |
| 12962 | διαχειριστής | δι-α-χει-ρι-στής ουσ. (αρσ.), διαχειρίστρια (η) 1. αυτός που διαχειρίζεται οικονομικές κυρ. υποθέσεις για λογαριασμό τρίτων ή/και ασκεί διοικητικά καθήκοντα: ~ πολυκατοικίας. (OIKON.) Επικεφαλής ~ επενδύσεων/κεφαλαίων/χαρτοφυλακίου. Υπόλογος ~. (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία.|| (ΝΟΜ.) ~ της κληρονομιάς/περιουσίας τρίτου (: σε περίπτωση θανάτου χωρίς διαθήκη ή μη προσδιορισμού του εκτελεστή της).|| ~ κρίσεων. ~ αποθήκης/επιχείρησης. Πβ. διευθυντής, μάνατζερ, προϊστάμενος.|| (μτφ.) ~ της εξουσίας.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ υλικού. Βλ. συν~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόσωπο που δημιουργεί έναν διακομιστή, λογαριασμούς χρηστών και κωδικούς πρόσβασης, ορίζει ομάδες και όρους ασφαλείας και συντηρεί το δίκτυο: ~ αρχείων/βάσης δεδομένων/φόρουμ. Λογαριασμός/σύνδεση ~ή.|| (ειδικότ. για πρόγραμμα:) ~ πακέτων/παραθύρων. ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστής ιστοσελίδας: ΔΙΑΔΙΚΤ. πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία, τη σχεδίαση και γενικότ. τη διαχείριση ιστοσελίδας. Βλ. αντμινιστρέιτορ. ΣΥΝ. γουεμπμάστερ [< αμερικ. webmaster, 1993] [< 1: γαλλ. administrateur, gérant 2: αγγλ. administrator] | |
| 12963 | διαχειριστικός | , ή, ό δι-α-χει-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διαχείριση ή τον διαχειριστή: ~ός: απολογισμός/έλεγχος/φορέας. ~ή: Αρχή/επάρκεια/επιτροπή. ~ό: κόστος/σχέδιο (για τους οικοτόπους). ~οί: στόχοι. ~ά: λάθη.|| (ως ουσ., ΓΕΩΠ.) Δασική ~ή (: κλάδος της δασοπονίας που διερευνά τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το δάσος κατά χώρο και κατά τόπο, καθώς και τη μέθοδο αξιοποίησής τους). ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστική χρήση βλ. χρήση [< μτγν. διαχειριστικόν 'προμήθεια που πληρώνεται για την παράδοση σιτηρών', γαλλ. gestionnaire] | |
| 12964 | διαχέω | δι-α-χέ-ω ρ. (μτβ.) {διέχυ-σε, διαχύ-σει, -θηκε, -θεί, διαχε-όμενος, -οντας, σπάν. διαχυ-μένος} & (σπάν.) διαχύνω (επιστ.): σκορπίζω προς διάφορες κατευθύνσεις: Η σκόνη αντανακλά και ~ει το φως στο περιβάλλον. Η θερμότητα ~εται ομοιόμορφα μέσα στον χώρο (πβ. διασκορπίζω).|| (μτφ.) ~εται η εντύπωση ότι ... Η πληροφορία ~εται στο διαδίκτυο (πβ. διαδίδω). Η κρίση δεν έχει ~θεί σε όλους τους τομείς της οικονομίας (πβ. εξαπλώνω, μεταδίδω). [< αρχ. διαχέω] | |
| 12965 | διαχριστιανικός | , ή, ό δι-α-χρι-στια-νι-κός επίθ.: που συμβαίνει μεταξύ δύο ή περισσότερων χριστιανικών κοινοτήτων ή δογμάτων: ~ός: διάλογος. ~ή: συνεργασία. Βλ. διαθρησκειακός, διορθόδοξος. | |
| 12966 | διαχρονία | δι-α-χρο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η ιστορική εξέλιξη της γλώσσας σε διάφορα επίπεδα (φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό) και η αντίστοιχη θεώρησή της: ο άξονας της ~ας. Βλ. συγχρονία.|| (κατ' επέκτ., για οποιοδήποτε σύστημα) Η ~ του ελληνικού πολιτισμού. Πβ. διαχρονικότητα. [< γαλλ. diachronie, 1908, αγγλ. diachrony, περ. 1939] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ