| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12967 | διαχρονικός | , ή, ό δι-α-χρο-νι-κός επίθ. 1. που αντέχει στον χρόνο: ~ός: θεσμός/συγγραφέας. ~ή: αξία/μόδα/συνέχεια. ~ό: αίτημα/έργο/ερώτημα/μήνυμα/πρόβλημα. Πβ. αιώνιος, ακατάλυτος, υπερχρονικός. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη διαχρονία: ~ή: προσέγγιση/σημασιολογία/σύνταξη/φωνολογία. Πβ. ιστορικοσυγκριτικός. Βλ. συγχρονικός. ● επίρρ.: διαχρονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 2: γαλλ. diachronique, 1908, αγγλ. diachronic, 1922] | |
| 12968 | διαχρονικότητα | δι-α-χρο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον διαχρονικό: η ~ της ελληνικής γλώσσας/του κλασικού στιλ/της σκέψης μεγάλων στοχαστών. Η ~ και οικουμενικότητα μιας αξίας. Βλ. συγχρονικότητα, -ότητα. | |
| 12969 | διάχυση | δι-ά-χυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. είδος ανάκλασης που παρατηρείται, όταν η ακτινοβολία, φωτεινή ή θερμική, προσπίπτει σε ακανόνιστη ή ημιδιαφανή επιφάνεια και διασκορπίζεται προς διάφορες κατευθύνσεις: Η ~ του φωτός είναι μηδενική για απόλυτα λείες και στιλπνές επιφάνειες. 2. (μτφ.-λόγ.) διάδοση: ~ ερευνητικών αποτελεσμάτων/γνώσεων (βλ. εκλαΐκευση)/ιδεών/πληροφοριών μέσω διαδικτύου/τεχνογνωσίας. Πβ. εξάπλωση, μετάδοση.|| ~ ευθυνών (πβ. επίρριψη, μετάθεση).|| ~ του πλούτου. Πβ. κατανομή, μοίρασμα. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. φυσική τάση των μορίων να κινούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υφίστανται διαφορές στη σύσταση, τη θερμοκρασία και τη συγκέντρωση της ύλης: παθητική ~. ~ αερίων/ιόντων/υγρών. Βλ. διαπίδυση, όσμωση. ΣΥΝ. διαχυτικότητα (2) ● διαχύσεις (οι) (λόγ.): θερμές εκδηλώσεις συμπάθειας: δημόσιες/ερωτικές ~. Πβ. διαχυτικ-, εγκαρδι-ότητα. [< γαλλ. effusions] [< αρχ. διάχυσις ‘εξάπλωση, επέκταση’, γαλλ. diffusion] | |
| 12970 | διαχυτήρας | δι-α-χυ-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & διαχύτης ΤΕΧΝΟΛ. 1. συσκευή που διαχέει το φως. 2. αγωγός με ρυθμιζόμενη διατομή, η οποία, διευρυνόμενη, επιβραδύνει την ταχύτητα αερίου ή υγρού, διαχέοντάς το ομοιόμορφα: ~ες λυμάτων. Βλ. εναλλάκτης. 3. εξάρτημα που προσαρμόζεται σε ακροφύσια διασκορπίζοντας ρευστό με μεγαλύτερη πίεση. [< αγγλ. diffuser] | |
| 12971 | διαχυτικός | , ή, ό δι-α-χυ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που εκδηλώνει με έντονο τρόπο συναισθήματα συμπάθειας: χαμογελαστός και ~ με όλους. ~ και ενθουσιώδης τύπος. Είναι ευγενικός και ~ μαζί μου. Πβ. εγκάρδιος, εκδηλωτ-, φιλ-ικός. Βλ. συγκρατημένος, ψυχρός. ● επίρρ.: διαχυτικά [< πβ. αρχ. διαχυτικός ‘ικανός να διασκορπίζει’, γαλλ. expansif] | |
| 12972 | διαχυτικότητα | δι-α-χυ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον διαχυτικό· (συνεκδ. στον πληθ.) οι σχετικές εκδηλώσεις: υπερβολική ~. Αυθορμητισμός και ~. Πβ. εγκαρδι-, εκδηλωτικ-, φιλικ-ότητα. Βλ. ψυχρότητα.|| Εναγκαλισμοί, ασπασμοί και ~ες. Πβ. διαχύσεις. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. διάχυση: θερμική ~. [< 1: γαλλ. expansivité] | |
| 12973 | διάχυτος | , η, ο δι-ά-χυ-τος επίθ. 1. που διαχέεται στον χώρο: ~ος: φωτισμός. ~η: ακτινοβολία/μυρωδιά. ~ο: άρωμα/φως.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: καρκίνος (: με μεταστάσεις παντού). ~ο: οίδημα.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ες αναπτυξιακές διαταραχές. 2. (μτφ.) γενικός και απροσδιόριστος: ~ος: εκνευρισμός/ενθουσιασμός/ερωτισμός/φόβος. ~η: ανησυχία/απογοήτευση/δυσπιστία/εντύπωση. ~ο: άγχος. Επικρατούσε ένα ~ο κλίμα αισιοδοξίας. [< μεσν. διάχυτος, γαλλ. diffus] | |
| 12974 | διαχωρίζω | δι-α-χω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {διαχώρι-σα, διαχωρί-στηκε, -στεί, -σμένος, διαχωριζ-όμενος, διαχωρίζ-οντας}: χωρίζω, διακρίνω κάτι από κάτι άλλο: ~ τα απορρίμματα σε ανακυκλώσιμα υλικά και μη. (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα που ~ει αρχεία. Πβ. διαιρώ. ΑΝΤ. (συν)ενώνω.|| (συνήθ. μτφ.) ~ δυο έννοιες μεταξύ τους/το συναίσθημα από τη λογική (πβ. αντιδιαστέλλω). Είσαι μέλος της ομάδας, δεν σε ~ από τους υπόλοιπους (πβ. ξεχωρίζω). Πρέπει να ~σεις την επαγγελματική από την προσωπική σου ζωή. Ταξικά/φυλετικά ~σμένη κοινωνία. Πβ. διαφοροποιώ. ΑΝΤ. συνδέω, συσχετίζω, ταυτίζω. ● ΦΡ.: διαχωρίζω τη θέση μου: διαφωνώ με ορισμένη άποψη, ενέργεια: ~σε ~ του με επιχειρήματα. Έσπευσε να ~σει ~ της από την του κόμματος. Πβ. αποστασιο-, διαφορο-ποιούμαι. [< αρχ. διαχωρίζω, γαλλ. dissocier] | |
| 12976 | διαχωριστής | δι-α-χω-ρι-στής ουσ. (αρσ.) & διαχωριστήρας: συσκευή, εργαλείο ή μέθοδος διαχωρισμού: μαγνητικός/φυγοκεντρικός ~. ~ αέρα/λαδιού (= ελαιοδιαχωριστήρας)/νερού. (ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σήματος. (ΟΠΤ.) ~ δέσμης. Βλ. διαλογέας, σπαστήρας. [< μτγν. διαχωριστής, γαλλ. séparateur] | |
| 12977 | διαχωριστικός | , ή, ό δι-α-χω-ρι-στι-κός επίθ.: που διαχωρίζει: ~ός: τοίχος. ~ή: λωρίδα/μεμβράνη/νησίδα. ~ό: κιγκλίδωμα (βλ. διάζωμα)/πλέγμα/στηθαίο/τζάμι. Πβ. χωριστικός.|| (μτφ.) ~ά: όρια (ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό). ● Ουσ.: διαχωριστικό (το): ειδική κατασκευή που χωρίζει ενιαίο χώρο: ~ά γραφείων. ΣΥΝ. χώρισμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διαχωριστική γραμμή βλ. γραμμή [< μτγν. διαχωριστικός, γαλλ. séparateur] | |
| 12978 | διαψεύδω | δι-α-ψεύ-δω ρ. (μτβ.) {διέψευ-σα, διαψεύ-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διαψεύδ-οντας} 1. υποστηρίζω ότι κάτι που έχει ειπωθεί δεν είναι αληθές: ~ (επίσημα) δημοσιεύματα/ισχυρισμούς/κατηγορίες/σενάρια/φήμες. ~ει τα αδιάψευστα. ~σε κατηγορηματικά τα περί ... Ο μάρτυρας ~σε τον κατηγορούμενο. Έχει ~σει ότι ... Η θεωρία του δεν έχει μέχρι στιγμής ~στεί (: δεν έχει αποδειχθεί εσφαλμένη). Βλ. αλληλοδιαψεύδονται. ΑΝΤ. επιβεβαιώνω 2. δεν επαληθεύω πρόβλεψη ή προσδοκία: ~σε την αισιοδοξία/την ανησυχία/τα προγνωστικά/τους φόβους τους. Λυπάμαι που θα σε ~σω. Η οικονομία ~σε τις Κασσάνδρες (: ανέκαμψε). Η ιστορία/πραγματικότητα μάς ~σε. Πιστεύουμε σε σένα, μη μας ~σεις! Κατάφερε να ~σει τους γιατρούς (: που πίστευαν ότι δεν θα θεραπευτεί). ~στηκα οικτρά. Οι ελπίδες/προσδοκίες μου ~στηκαν. Εύχομαι/μακάρι να ~στώ (= να αποδειχθεί ότι έχω άδικο), αλλά ... [< μτγν. διαψεύδω, γαλλ. démentir] | |
| 12979 | διάψευση | δι-ά-ψευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. δημόσια συνήθ. δήλωση με την οποία υποστηρίζεται ότι κάτι είναι ψευδές: έμπρακτη/επίσημη/κατηγορηματική/ρητή ~ δημοσιευμάτων/ισχυρισμών/καταγγελιών/φημών. ~ για τα περί παραίτησης του ... Το υπουργείο προέβη/προχώρησε σε ~ με επίσημη ανακοίνωση. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. επιβεβαίωση (1) 2. μη επαλήθευση πρόβλεψης ή προσδοκίας και το σχετικό αίσθημα: τραγική ~ ελπίδων/ονείρων/φόβων. ~ των δημοσκοπήσεων. Ζωή γεμάτη ~εύσεις. [< μτγν. διάψευσις, γαλλ. démenti] | |
| 12980 | διαψεύσιμος | , η, ο δι-α-ψεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιδέχεται διάψευση: ~οι: ισχυρισμοί. ~ες: προβλέψεις/υποθέσεις. Αναπόδεικτες και ~ες θεωρίες. ΑΝΤ. επαληθεύσιμος [< αγγλ. falsifiable, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 12981 | διαψευσιμότητα | δι-α-ψευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα διάψευσης: (ΦΙΛΟΣ.) ~ θεωριών/προτάσεων. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. επαληθευσιμότητα [< αγγλ. falsifiability, 1937] | |
| 12982 | διβουλία | δι-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.) 1. αμφιταλάντευση ανάμεσα σε δύο απόψεις. Πβ. αναποφασιστικότητα. 2. υποκρισία. | |
| 12983 | δίβουλος | , η, ο δί-βου-λος επίθ. 1. που διχάζεται ανάμεσα σε δύο γνώμες: Στάθηκε ~. Πβ. αμφιταλαντευόμενος, αναποφάσιστος. ΣΥΝ. δίγνωμος 2. (σπάν.) που εκφράζει άλλο από αυτό που πιστεύει, υποκριτής. Πβ. ανειλικρινής, δόλιος. [< μεσν. δίβουλος] | |
| 12984 | διγαμία | δι-γα-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τέλεση δεύτερου γάμου, χωρίς να έχει λυθεί ή ακυρωθεί ο πρώτος. Βλ. μονο-, πολυ-γαμία. [< μτγν. διγαμία] | |
| 12985 | δίγαμμα | δί-γαμ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. γράμμα που εμφανίζεται σε πρώιμες αρχαιοελληνικές επιγραφές (σύμβ. F), κατείχε στο αλφάβητο τη θέση μεταξύ του -ε- και του -ζ- και ισοδυναμούσε ηχητικά με το β· εξέλιξή του αποτελεί το λατινικό w. Βλ. κόππα, σαμπί. [< μτγν. δίγαμμα] | |
| 12986 | δίγαμος | , η δί-γα-μος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που έχει κάνει δεύτερο γάμο, προτού λυθεί ο προηγούμενος. Βλ. πολύγαμος. [< μτγν. δίγαμος ‘δυο φορές παντρεμένος’] | |
| 12987 | διγενής | , ής, ές δι-γε-νής επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (στην παραδοσιακή γραμματική) όνομα με δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό): ~ές: επίθετο/ουσιαστικό. Βλ. -γενής. [< μεσν. διγενής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ