Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13860-13880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12987διγενής, ής, ές δι-γε-νής επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (στην παραδοσιακή γραμματική) όνομα με δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό): ~ές: επίθετο/ουσιαστικό. Βλ. -γενής. [< μεσν. διγενής]
12988διγλωσσίαδι-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. (για ομιλητή ή γλωσσική κοινότητα) χρήση δύο γλωσσών στην καθημερινή επικοινωνία. Βλ. -γλωσσία, πολυγλωσσία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υποστήριξη διαφορετικών θέσεων, ανάλογα με την περίσταση, για λόγους σκοπιμότητας: πολιτική/προεκλογική ~. Πβ. διπροσωπία, υποκρισία. 3. ΓΛΩΣΣ. (καταχρ.) διμορφία. Βλ. δημοτική, καθαρεύουσα. [< 1: γαλλ. bilinguisme, 1911, 2: μτγν. διγλωσσία 3: πβ. αγγλ. diglossia, 1959, γαλλ. diglossie, 1960]
12989διγλωσσικός, ή, ό δι-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη διγλωσσία: ~ός: αλφαβητισµός. ~ή: εκπαίδευση/ικανότητα. ~ό: περιβάλλον. Βλ. πολυγλωσσικός. [< αγγλ. diglossic, 1959]
12990δίγλωσσος, η, ο δί-γλωσ-σος επίθ. 1. που έχει γραφτεί σε δύο γλώσσες: ~ος: κατάλογος. ~η: έκδοση/επιγραφή. ~ο: λεξικό. Βλ. -γλωσσος. 2. που χρησιμοποιεί δύο γλώσσες ως μητρικός ομιλητής ή τις γνωρίζει άριστα: ~οι: πληθυσμοί. ~α: παιδιά (: από μικτούς γάμους). Βλ. μονόγλωσσος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: εκπαίδευση (= διγλωσσική). 3. (σπάν.-μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υποκριτής. [< 2, 3: αρχ. δίγλωσσος, γαλλ. bilingue]
12991δίγνωμος, η, ο δί-γνω-μος επίθ. (σπάν.): δίβουλος. [< μτγν. δίγνωμος]
12992διγονεϊκόςδι-γο-νε-ϊ-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται και στους δύο γονείς: ~ή: οικογένεια. Βλ. μονο~, μητρ-, πατρ-ότητα. [< αγγλ. biparental, 1892]
12993δίγραμμος, η, ο δί-γραμ-μος επίθ.: που έχει δύο γραμμές: ~η: σειρά στοιχείων (: σε διαβατήριο).|| ~ο: τηλέφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: δίγραμμη επιταγή: ΟΙΚΟΝ. που έχει δύο παράλληλες γραμμές στην πρόσθια όψη της για λόγους ασφαλείας και εισπράττεται μόνο από τον δικαιούχο. [< γαλλ. chèque barré] [< μεσν. δίγραμμος]
12994δίδαγμαδί-δαγ-μα ουσ. (ουδ.) {διδάγμ-ατος | -ατα, -άτων}: συμπέρασμα, κανόνας συμπεριφοράς που προκύπτει από διδασκαλία ή δυσάρεστη συνήθ. εμπειρία: ~ για το μέλλον. ~ατα του Ευαγγελίου/της ζωής/του πολέμου. Σοφά ~ατα από το παρελθόν. Το ~ που βγαίνει/εξάγεται είναι ότι ... Αντλούν ~ατα από την ιστορία. Πβ. διδαχή, μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικό δίδαγμα & (σπάν.) συμπέρασμα: μήνυμα με τη μορφή ηθικής προσταγής που απορρέει από κείμενο ή γεγονός: το ~ ~ του παραμυθιού. Ποιο είναι το ~ ~ από αυτή την ιστορία; Πβ. επιμύθιο. [< γαλλ. moralité] [< αρχ. δίδαγμα]
12995διδακτέος, α, ο δι-δα-κτέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να διδαχθεί: ~α: ύλη (: όπως ορίζεται από το Αναλυτικό Πρόγραμμα). Βλ. εξεταστέος, -τέος. [< αρχ. διδακτέον]
12996διδακτηριακός, ή, ό δι-δα-κτη-ρι-α-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με το διδακτήριο: ~ό: συγκρότημα.
12997διδακτήριοδι-δα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σχολικό κτίριο: ανέγερση ~ίου. Συστέγαση δημόσιων σχολείων στο ίδιο ~. Πβ. εκπαιδευτήριο. Βλ. -τήριο. [< αρχ. διδακτήριον 'τεκμήριο, απόδειξη']
12998διδακτικός, ή, ό δι-δα-κτι-κός επίθ. 1. που αφορά τη διδασκαλία: ~ός: στόχος/χρόνος. ~ή: εμπειρία/ενότητα/μέθοδος/πείρα/πράξη/ώρα. ~ό: έτος/περιβάλλον/προσωπικό (: οι διδάσκοντες, βλ. δάσκαλος, καθηγητής)/πρότυπο. ~ές: επισκέψεις/πρακτικές/προσεγγίσεις. ~ά: αντικείμενα/βιβλία/πακέτα. Βλ. αλληλο~. 2. που περιέχει ή προσφέρει διδάγματα: ~ός: μύθος. ~ή: ιστορία/(ΦΙΛΟΛ.) ποίηση (: στοχεύει στη διδαχή και βρίσκεται μεταξύ επικής και λυρικής ποίησης, βλ. παραβολή).|| (συχνά αρνητ. συνυποδ., που επιδιώκει να διδάξει:) ~ός: τόνος. Λόγος με/χωρίς ~ό ύφος. Βλ. διδακτισμός, ηθικο~. ● Ουσ.: διδακτική (η) (με κεφαλ. το αρχικό Δ): ΠΑΙΔΑΓ. κλάδος της παιδαγωγικής με αντικείμενο τις θεωρίες και μεθόδους διδασκαλίας: γενική/ειδική ~. ~ της γλώσσας/της ιστορίας. [< γερμ. Didaktik] ● επίρρ.: διδακτικά ● ΣΥΜΠΛ.: διδακτικά μέσα: ΠΑΙΔΑΓ. αυτά που χρησιμοποιούνται στη διδασκαλία. Βλ. οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα. [< γαλλ. moyens didactiques] , διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες: καθορισμένη αριθμητική τιμή για κάθε ακαδημαϊκό μάθημα, ανάλογα με τον συντελεστή βαρύτητας ή τις ώρες διδασκαλίας του: απαιτούμενες ~ ~ για τη λήψη πτυχίου. Κατοχύρωση/μεταφορά (βλ. ECTS, πρόγραμμα Εράσμους) ~ών ~ων., διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο βλ. σενάριο, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη βλ. πρόσθετος, σχολικό/διδακτικό εγχειρίδιο βλ. εγχειρίδιο [< 1: μτγν. διδακτικός, γαλλ. enseignant 2: γαλλ. didactique, édifiant, αγγλ. didactic]
12999διδακτισμόςδι-δα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) & διδακτικισμός (αρνητ. συνυποδ.): τάση διδαχής που χαρακτηρίζει λόγια ή κείμενα: στείρος ~. Συμβουλές χωρίς ίχνος ~ού. Βλ. ηθικολογία, -ισμός. [< γαλλ. didactisme, αγγλ. didacticism]
13000διδάκτορας

δι-δά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γεν. θηλ. διδάκτορος | σπάν. θηλ. διδακτόρισσα} & (λόγ.) διδάκτωρ (συντομ. Δρ.): αυτός που έχει διδακτορικό δίπλωμα: επίτιμος/υποψήφιος ~. Είναι ~ ιστορίας/φιλοσοφίας (: PhD). Αναγορεύτηκε/ανακηρύχθηκε/έγινε ~. Βλ. -τορας. ΣΥΝ. δόκτωρ (1) [< γερμ. Doktor]

13001διδακτορίαδι-δα-κτο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): τίτλος που απονέμεται σε διδάκτορα και σπάν. η διδακτορική διατριβή. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος
13002διδακτορικός, ή, ό δι-δα-κτο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον διδάκτορα ή τη διδακτορική διατριβή: ~ός: κύκλος (σπουδών)/τίτλος/υπότροφος/φοιτητής. ~ή: εργασία/έρευνα. ~ές: σπουδές. Βλ. μετα~, προ~. ● Ουσ.: διδακτορικό (το) (προφ.): διδακτορικό δίπλωμα, διδακτορική διατριβή: κάτοχος ~ού. Έχει ~ στη Φυσική. Κατέθεσε/ολοκλήρωσε το ~ του. Βλ. μετα~. ΣΥΝ. ντοκτορά [< γερμ. Doktorat] [< γαλλ. doctoral]
13003δίδακτραδί-δα-κτρα ουσ. (ουδ.) (τα) {διδάκτρων}: ποσό που καταβάλλεται, για να παρακολουθήσει κάποιος μαθήματα, σε ιδιωτικό συνήθ. εκπαιδευτικό φορέα: ακριβά/ετήσια/μειωμένα/μηνιαία ~. Τα ~ του κολεγίου/του μεταπτυχιακού/του φροντιστηρίου. Βλ. εξέταστρα. [< μτγν. δίδακτρον ‘αμοιβή για τον δάσκαλο’]
13004διδάκτωρβλ. διδάκτορας
13005διδάξας, διδάξασαδι-δά-ξας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διδάξ-αντος, -αντα | -αντες, -άντων, συνηθέστ. στο αρσ.} (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα: αυτός που πέτυχε πρώτος κάτι θετικό ή αρνητικό, δίνοντας το παράδειγμα: Είναι/θεωρούνται/υπήρξαν οι ~οι ~αντες του είδους. Βλ. -ας, -ασα, -αν.
13006διδασκαλείο[διδασκαλεῖο] δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. (παλαιότ.) σχολή που εντάσσεται σε Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία ή σε Παιδαγωγικό Τμήμα Πανεπιστημίου, με σκοπό τη μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης: ~ Δημοτικής Εκπαίδευσης/Νηπιαγωγών. Βλ. Παιδαγωγική Ακαδημία. 2. εκπαιδευτήριο: ~ Ξένων Γλωσσών του ΕΚΠΑ. Βλ. ιερο~, οικο~, χορο~. [< αρχ. διδασκαλεῖον ‘σχολείο’, γαλλ. école normale primaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.