| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13007 | διδασκαλία | δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. εκπαιδευτική διαδικασία που στοχεύει στη μετάδοση γνώσεων από τον δάσκαλο στον μαθητή και η σχετική μέθοδος: γλωσσική/διαδικτυακή/ηλεκτρονική (βλ. τηλε~)/θεατρική/πανεπιστημιακή (πβ. παράδοση) ~. Η ~ του γραπτού λόγου/της λογοτεχνίας/των μαθηματικών/της μουσικής/των φυσικών επιστημών. Αίθουσα (βλ. τάξη)/αξιολόγηση/μέσα/σκοποί/στόχοι/στρατηγικές/σχέδιο ~ας. ~ κατ' οίκον (βλ. μάθηση). Βοηθητικό υλικό για τη ~ των φιλολογικών μαθημάτων.|| Αποτελεσματική/βιωματική/δασκαλοκεντρική/επικοινωνιακή/εποπτική/εργαστηριακή/εφαρμοσμένη/θεωρητική/μαθητοκεντρική/ομαδική (: ~ σε ομάδες)/παραδοσιακή/πειραματική ~. ~ με φύλλα εργασίας/χρήση υπολογιστή.|| (κατ΄επέκτ.) ~ χορών (πβ. χορο~). Πβ. εκμάθηση. Βλ. αυτο~, μικρο~, οικο~. 2. αρχές και θέσεις θρησκείας ή φιλοσοφικής συνήθ. θεωρίας: αιρετική/βουδιστική/ηθική/πυθαγόρεια/στωική/χριστιανική ~. Η ~ του Ευαγγελίου. 3. (ειδικότ.) προετοιμασία και ανέβασμα θεατρικού έργου (κυρ. αρχαίου δράματος). 4. {κυρ. στον πληθ.} (σπάν.) νουθεσία, υπόδειξη: ηθικοπλαστικές ~ες (= διδαχές). ● ΣΥΜΠΛ.: ενισχυτική διδασκαλία & (σπάν.) υποστηρικτική διδασκαλία: διδακτικό πρόγραμμα με στόχο την παροχή ενισχυτικής βοήθειας σε μαθητές συνήθ. γυμνασίου. Πβ. Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη. Βλ. αντισταθμιστική εκπαίδευση., από καθέδρας διδασκαλία βλ. καθέδρα, δειγματική διδασκαλία βλ. δειγματικός, διαθεματική διδασκαλία βλ. διαθεματικός, εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, εξατομικευμένη διδασκαλία βλ. εξατομικευμένος, επάρκεια (διδασκαλίας/γλώσσας) βλ. επάρκεια, μετωπική διδασκαλία βλ. μετωπικός, ομαδοσυνεργατική διδασκαλία βλ. ομαδοσυνεργατικός, οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα διδασκαλίας βλ. οπτικοακουστικός [< αρχ. διδασκαλία] | |
| 13008 | διδασκαλικός | , ή, ό δι-δα-σκα-λι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται στον δάσκαλο: ~ός: σύλλογος. ~ό: επάγγελμα/έργο/προσωπικό. ~ή Ομοσπονδία Ελλάδας (ακρ. ΔΟΕ). [< αρχ. διδασκαλικός ‘που αναφέρεται στη διδασκαλία’] | |
| 13009 | διδάσκαλος | δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άλου | σπανιότ. θηλ. διδασκάλισσα} (λόγ.): δάσκαλος και κατ΄επέκτ. καθοδηγητής, διαφωτιστής: οι ~οι του Γένους (: λόγιοι που προώθησαν την παιδεία του ελληνικού λαού, κυρ. κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας). Βλ. δημο~, ιερο~, νομο~, οικο~, χορο~. ● ΦΡ.: άνευ διδασκάλου (επίσ.): για μέθοδο εκμάθησης συνήθ. ξένης γλώσσας: Αγγλικά/μαθήματα ~ ~., ουδείς μωρότερος των ιατρών, αν δεν υπήρχαν οι διδάσκαλοι βλ. μωρός [< αρχ. διδάσκαλος] | |
| 13010 | διδάσκω | δι-δά-σκω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δίδα-ξα, διδά-χθηκα κ. -χτηκα (λόγ. μτχ. διδαχ-θείς, -θείσα, -θέν), διδάσκ-ων, -οντας, -όμενος, διδα-γμένος} 1. μαθαίνω κάτι σε κάποιον, τον καθοδηγώ, ώστε να αποκτήσει γνώσεις ή και δεξιότητες· ειδικότ. ασκώ το επάγγελμα του εκπαιδευτικού ή εργάζομαι σε ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα: ~ ιστορία/μαθηματικά/οικονομικά. Οι μαθητές μπορούν να ~χθούν δύο ή τρεις ξένες γλώσσες. ~ει χημεία στη Β' τάξη Γυμνασίου/Λυκείου. ~ξε σκηνοθεσία και υποκριτική σε δραματικές σχολές (: παρέδωσε μαθήματα). ~γμένη/~χθείσα ύλη (ΑΝΤ. αδίδακτος).|| (κατ' επέκτ.) Η ζωή/η πείρα/ο χρόνος μού ~ξε (: με έκανε να καταλάβω) ... Η ιστορία ~ει ότι ... (= καθιστά σαφές). Δεν ~χτηκε (= έμαθε) από τα λάθη του παρελθόντος. ~χτηκα πολλά από ... (πβ. νουθετώ).|| ~όμενα/~έντα: μαθήματα. (ως ουσ.) Σχέση διδασκόντων και ~ομένων. 2. κηρύσσω συνήθ. ηθικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές αρχές, θεωρίες: ~ξε την αγάπη/ειρήνη. 3. προετοιμάζω και ανεβάζω παράσταση κυρ. αρχαίου δράματος. ● ΣΥΜΠΛ.: αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο ● ΦΡ.: δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) (παροιμ.): για κάποιον που δεν εφαρμόζει όσα υποδεικνύει. [< αρχ. διδάσκω] | |
| 13011 | διδάσκων | , ουσα, ον δι-δά-σκων επίθ./ουσ. {διδάσκ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων | αδόκ. διδάσκοντας (ο)} (επίσ.): πρόσωπο που διδάσκει: ~ων: καθηγητής. Η ~ουσα (καθηγήτρια). ~ον: προσωπικό.|| (κυρ. ως ουσ.) ~οντες και διδασκόμενοι. Σύλλογος ~όντων (σχολείου, σχολής). Πβ. δάσκαλος, εκπαιδευτικός. [< αρχ. διδάσκων] | |
| 13012 | διδαχή | δι-δα-χή ουσ. (θηλ.): διδασκαλία, κυρ. ηθική ή θρησκευτική: αποστολική/πατερική ~. Η ~ του Κυρίου. Οι ~ές της Εκκλησίας. Πβ. δόγμα, κήρυγμα.|| Φιλοσοφικές ~ές.|| ~ές από την ιστορία (πβ. δίδαγμα). Πατρικές ~ές (πβ. νουθεσία, παράγγελμα). [< αρχ. διδαχή] | |
| 13013 | διδάχος | δι-δά-χος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λόγ.-λογοτ.): καθοδηγητής, διδάσκαλος: οι ~οι του Γένους. | |
| 13014 | διδυμία | δι-δυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΡΥΣΤ. σύμφυση δύο κρυστάλλων του ίδιου ορυκτού, ώστε να παρουσιάζουν συμμετρία. Βλ. πολυδυμία. 2. ΙΑΤΡ. καρδιακή αρρυθμία κατά την οποία κάθε φυσιολογικός παλμός ακολουθείται από μία έκτακτη συστολή. [< 1: αγγλ. twinning 2: αγγλ. bigeminy, περ. 1923] | |
| 13015 | διδυμοποίηση | δι-δυ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αδελφοποίηση. | |
| 13016 | δίδυμος | , η, ο δί-δυ-μος επίθ. 1. καθένα από τα δύο παιδιά που γεννιούνται με διαφορά λίγων λεπτών από την ίδια μητέρα: ~οι: γιοι. ~ες: κόρες. ~α: αδέλφια. Έχει (δύο) ~α αγόρια/κορίτσια.|| ~η: κύηση (: με δύο έμβρυα). Βλ. -δυμος. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) διπλός ή όμοιος: ~ος: αγωγός/αυλός (= δίαυλος)/κρύσταλλος (βλ. διδυμία). ~η: εκκλησία/σήραγγα. ~οι: πλανήτες/σεισμοί. ~ες: γέφυρες. ~α: σπίτια. ● Ουσ.: δίδυμο (το) {διδύμ-ου | -ων} 1. δύο άτομα που έχουν στενή συνεργασία ή εμφανίζονται συχνά μαζί: καλλιτεχνικό/συγγραφικό ~. Αχτύπητο τηλεοπτικό ~. (ΑΘΛ.) Αμυντικό/διαιτητικό/επιθετικό/προπονητικό ~. Το ~ της επιτυχίας/(ειρων.) της συμφοράς. Βλ. τρίδυμο. ΣΥΝ. ντουέτο (2) 2. (στον ιππόδρομο) στοίχημα στο οποίο κερδίζει κάποιος, αν τα άλογα που επέλεξε τερματίσουν στις δύο πρώτες θέσεις με οποιαδήποτε σειρά. Βλ. γκανιάν, πλασέ., Δίδυμοι (οι) {Διδύμ-ων, -ους}: ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου· το τρίτο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (20 Mαΐου-20 Ιουνίου), μεταξύ Ταύρου και Καρκίνου· συνεκδ. αστρολογικός χαρακτηρισμός προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. [< μτγν. Δίδυμοι] , δίδυμοι/δίδυμες/δίδυμα (οι/οι/τα) {διδύμ-ων}: δύο αμφιθαλή αδέρφια που γεννιούνται την ίδια περ. στιγμή: ετεροζυγωτικά/ομοζυγωτικά ~α. Καρότσι ~ων. Γέννησε ~α.|| Μοιάζουν σαν ~οι. Βλ. δι-, μονο-ζυγωτικός, τρίδυμοι/τρίδυμες/τρίδυμα. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαμαία (δίδυμα) βλ. σιαμαίος [< 1: αρχ. δίδυμος 2: γαλλ. jumelé, géminé] | |
| 13017 | δίδω | δί-δω ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): δίνω. Βλ. (αντ)απο~, δια~, εκ~, εν~, επι~, κατα~, μετα~, παρα~, προσ~. [< μτγν. δίδω] | |
| 13018 | διεγείρω | δι-ε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {διήγειρε, διεγέρ-θηκε, -μένος, διεγείρ-οντας} 1. ενεργοποιώ φυσική ή ψυχική αντίδραση: Ουσία που ~ει την έκκριση ορμονών/το νευρικό σύστημα/την όρεξη (βλ. καταπραΰνω).|| Ερεθίσματα που ~ουν τη δημιουργικότητα/τη μνήμη/την προσοχή. Κείμενα/παραστάσεις που ~ουν τη φαντασία (= εξάπτουν). 2. συγκινώ, ξεσηκώνω, παθιάζω και ειδικότ. ερεθίζω σεξουαλικά κάποιον: ~ει (= εξεγείρει) τα πλήθη με τους λόγους του. Πβ. εμψυχώνω.|| ~εται (ερωτικά) με το άγγιγμα. Πβ. ανάβω, προκαλώ, φουντώνω. [< μτγν. διεγείρω, γαλλ. exciter] | |
| 13019 | διέγερση | δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.) 1. σωματικός ή ψυχικός ερεθισμός: εγκεφαλική/μαγνητική/μηχανική ~. Ηλεκτρική ~ των νεύρων (πβ. ηλεκτρο~). Ερέθισμα που προκαλεί ~ των κυττάρων/μυών.|| Ερωτική/πνευματική/σεξουαλική/συναισθηματική ~ (πβ. αναστάτωση, έξαψη, ευαισθητοποίηση). ~ του ενδιαφέροντος/της περιέργειας/της φαντασίας των μαθητών (πβ. κέντρισμα). Το υπερκινητικό παιδί βρίσκεται σε συνεχή ~ (: αυξημένη ψυχοκινητική δραστηριότητα, πβ. εκνευρισμός, ένταση). Βλ. υπερ~.|| (ΝΟΜ.) Οπλοφορία προς ~ τρόμου (πβ. πρόκληση). 2. ΦΥΣ. μετάβαση σωματιδίου από μία ενεργειακή κατάσταση σε άλλη υψηλότερη: ~ ηλεκτρονίων/μορίων/πυρήνα. ΑΝΤ. απο~.|| (ΗΛΕΚΤΡ., δημιουργία μαγνητικού πεδίου μέσω ηλεκτρικού ρεύματος:) ~ κυκλώματος. ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική διέγερση: ΓΕΩΦ. κατάσταση ενεργοποίησης σεισμογενούς περιοχής. [< μτγν. διέγερσις, γαλλ. excitation] | |
| 13020 | διεγερσιμότητα | δι-ε-γερ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. η ιδιότητα των κυττάρων, ιστών και οργάνων να διεγείρονται από ερεθίσματα: νευρομυϊκή ~. ~ της καρδιάς. Βλ. ερεθιστικότητα, υπερ~, -ότητα. [< γαλλ. excitabilité] | |
| 13021 | διεγέρτης | δι-ε-γέρ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διεγέρτρια} (επιστ.): ουσία ή συσκευή που προκαλεί διέγερση: ηλεκτρικός (= ηλεκτροδιεγέρτης· βλ. ενεργοποιητής)/μαγνητικός/οργανικός ~. (ΒΙΟΧ.) ~ες βραχείας/μακράς δράσης. (ΙΑΤΡ.) Αδρενεργικοί ~ες (ΑΝΤ. αναστολείς).|| (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) ~ των συνειδήσεων. ● διεγέρτρια (η): ΗΛΕΚΤΡ. είδος γεννήτριας που παρέχει ρεύμα διέγερσης. [< γαλλ. excitateur, stimulateur] | |
| 13022 | διεγερτικός | , ή, ό δι-ε-γερ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί διέγερση: ~ό: φάρμακο. Η καφεΐνη είναι ~ή. Πβ. τονωτικός, ψυχοτρόπος. ΑΝΤ. ηρεμιστικός, καταπραϋντικός, κατασταλτικός, ναρκωτικός (1) ● Ουσ.: διεγερτικά (τα): ουσίες που διεγείρουν κάποια λειτουργία του σώματος, ειδικότ. του κεντρικού νευρικού συστήματος: συνθετικά/φυσικά ~. Πβ. αναληπτικά, ψυχο~. ΑΝΤ. ηρεμιστικά ● επίρρ.: διεγερτικά [< μτγν. διεγερτικός, γαλλ. excitant, stimulant] | |
| 13023 | διεγκέφαλος | δι-ε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. το τμήμα του εγκεφάλου που βρίσκεται ανάμεσα στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και περιέχει τον θάλαμο, την επίφυση και τον υποθάλαμο. Βλ. μεσεγκέφαλος. [< αγγλ. diencephalon, γαλλ. diencéphale, 1953] | |
| 13024 | διέγνωσα | βλ. διαγιγνώσκωΑ | |
| 13025 | διεγχειρητικός | , ή, ό δι-εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει ή γίνεται κατά τη διάρκεια εγχείρησης: ~ός: έλεγχος. ~ό: υπερηχογράφημα. ~ές: επιπλοκές. [< γαλλ. intraopératoire] | |
| 13026 | διεδρικός | , ή, ό δι-ε-δρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που έχει δύο βουλευτικές έδρες: ~ός: νομός. ~ή: εκλογική περιφέρεια. Βλ. -εδρικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ