Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13900-13920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13027δίεδρος, η, ο δί-ε-δρος επίθ.: ΓΕΩΜ. βλ. -εδρος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δίεδρη γωνία: που σχηματίζεται από δύο επίπεδα τα οποία έχουν μια κοινή ακμή. || (ως ουσ.) Το ~ο (: ο ενδιάμεσος χώρος). [< αρχ. δίεδρος 'που κάθεται χωριστά, εχθρικός', γαλλ. dièdre, αγγλ. dihedral]
13028διέδωσαβλ. διαδίδω
13029διεθνής, ής, ές δι-ε-θνής επίθ. 1. που αναφέρεται ή ανήκει σε όλα τα έθνη ή σε πολλά από αυτά: ~ής: διαγωνισμός/θεσμός/κώδικας (π.χ. δεοντολογίας). ~ής: ανάπτυξη/διάσκεψη/έκθεση (βλ. ΔΕΘ)/επιτροπή/επιτυχία/καριέρα/κοινή γνώμη/κουζίνα/οικονομία/πολιτική/σκηνή/συνεργασία/φήμη. ~ές: αεροδρόμιο/εμπόριο/συνέδριο/τουρνουά/φεστιβάλ/φόρουμ. ~είς: κανονισμοί/νόμοι/παρατηρητές. ~είς: αερομεταφορές/διοργανώσεις/συγκρούσεις/συμφωνίες. ~ή: βραβεία/δίκτυα/προβλήματα/προγράμματα (π.χ. σπουδών)/πρότυπα (βλ. ISO). ~ής Ερυθρός Σταυρός/Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας. Πιανίστας με ~ή αναγνώριση. Πβ. διεθν-, οικουμεν-ικός, παγκόσμιος. ΑΝΤ. εθνικός, τοπικός (1) 2. ΑΘΛ. που συμμετέχει σε αθλητικό αγώνα μεταξύ εθνικών ομάδων: ~ής: άσος/διαιτητής/παίκτης.|| (ως ουσ.) Οι φίλαθλοι στήριξαν με πάθος τους ~είς. Βλ. -εθνής. ● Ουσ.: διεθνή (τα): ειδήσεις από το εξωτερικό., διεθνής (η) (αρνητ. συνυποδ.): άτομα ή ομάδες με οργανωμένα συμφέροντα και παγκόσμια δράση: η ~ του εγκλήματος/του κεφαλαίου/των ναρκωτικών/της τρομοκρατίας. ● επίρρ.: διεθνώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: διεθνείς σχέσεις: ΠΟΛΙΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά κυρ. από πολιτική άποψη τις διακρατικές σχέσεις. [< αγγλ. international relations, 1914] , Διεθνές Σύστημα Μονάδων: παγκοσμίως αποδεκτό σύστημα μονάδων μέτρησης. [< αγγλ. International System of Units (SI), 1932] , Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, Διεθνές Δικαστήριο (της Χάγης) βλ. δικαστήριο, διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο βλ. λεξιλόγιο, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλ. ταμείο, διεθνές φωνητικό αλφάβητο βλ. αλφάβητο, Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα βλ. λογιστικός, διεθνή νόμιμα βλ. νόμιμος, διεθνή ύδατα βλ. ύδωρ, Διεθνής Αμνηστία βλ. αμνηστία, Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού βλ. λογαριασμός, διεθνής κοινότητα βλ. κοινότητα, Ευρωπαϊκό/Διεθνές/Παγκόσμιο Έτος βλ. έτος, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, Καταστασιακή Διεθνής βλ. καταστασιακός, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών βλ. τράπεζα [< γαλλ.-αγγλ. international]
13030διεθνικός, ή, ό δι-ε-θνι-κός επίθ. 1. που αφορά σχέσεις μεταξύ εθνών: ~ή: συνεργασία. ~ό: οργανωμένο έγκλημα. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: δίκτυα/έργα. Πβ. διεθνής. Βλ. διακρατικός. 2. (σπάν.) διεθνιστικός: ~ή: αντίληψη. ΑΝΤ. εθνικιστικός [< 1: γαλλ. transnational, 1920, διαδόθηκε περ. το 1965, αγγλ. ~, 1921]
13031διεθνικότηταδι-ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον διεθνικό: η ~ ενός αγώνα/μιας ιδέας. Η ~ των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Πβ. διεθνισμός, οικουμενικότητα, παγκοσμιότητα. [< γαλλ. transnationalité, αγγλ. transnationality]
13032διεθνισμόςδι-ε-θνι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία που προωθεί την ένωση των λαών πέρα από εθνικά στεγανά και σύνορα: προλεταριακός (: αλληλοϋποστήριξη των εργατικών κινημάτων)/σοσιαλιστικός ~. Πβ. κοσμοπολιτισμός. ΑΝΤ. εθνικισμός (1) 2. ΓΛΩΣΣ. λέξη που απαντά με την ίδια σημασία και την ίδια ή παρόμοια μορφή σε διαφορετικές γλώσσες (π.χ. δημοκρατία). Βλ. διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο, -ισμός. [< 1: γαλλ. internationalisme 2: γερμ. Internationalismus]
13033διεθνιστήςδι-ε-θνι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διεθνίστρια}: ΠΟΛΙΤ. υποστηρικτής του διεθνισμού. Πβ. κοσμοπολίτης, πολίτης του κόσμου. ΑΝΤ. εθνικιστής, εθνικόφρων (1) [< γαλλ. internationaliste]
13034διεθνιστικός, ή, ό δι-ε-θνι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον διεθνισμό ή τους διεθνιστές: ~ή: αλληλεγγύη/δράση/οργάνωση. ~ό: κίνημα/πνεύμα. Πβ. κοσμοπολίτικος. ΣΥΝ. διεθνικός (2) ΑΝΤ. εθνικιστικός [< γαλλ. internationaliste]
13035διεθνολογίαδι-ε-θνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΝΟΜ. κλάδος της νομικής επιστήμης με αντικείμενο το Διεθνές Δίκαιο και τις αντίστοιχες σχέσεις. Βλ. -λογία.
13036διεθνολογικός, ή, ό δι-ε-θνο-λο-γι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη διεθνολογία ή τους διεθνολόγους.
13037διεθνολόγοςδι-ε-θνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός σε θέματα Διεθνολογίας.
13038διεθνοποίησηδι-ε-θνο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διεθνοποιώ: ~ της αγοράς/μιας γλώσσας/του εμπορίου/μιας εταιρείας/της οικονομίας/ενός όρου (βλ. διεθνισμός). Πβ. παγκοσμιοποίηση.|| ~ ενός προβλήματος (: επίλυσή του από διεθνή οργανισμό). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. internationalisation]
13039διεθνοποιώ[διεθνοποιῶ] δι-ε-θνο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {διεθνοποι-εί, -ώντας | διεθνοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος}: καθιστώ κάτι διεθνές: ~είται μία επιχείρηση/η παραγωγή. ~ημένη: οικονομία (= εξωστρεφής). ~ημένο: περιβάλλον.|| ~ ένα αίτημα/ένα περιφερειακό πρόβλημα/μια σύγκρουση. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. internationaliser]
13040διείδαβλ. διαβλέπω
13041διείσδυσηδι-είσ-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. εισχώρηση: ~ αέρα/νερού/σκόνης/υγρασίας στο δωμάτιο (πβ. διαπέραση). ~ βλήματος στη γη/της θάλασσας στην ξηρά/μάγματος σε ρήγμα/ουσίας στο δέρμα.|| Μαζικές ~ύσεις εχθρικών αεροσκαφών. (ΑΘΛ.) Παίκτης εξαιρετικός στις ~ύσεις (ενν. στην αντίπαλη άμυνα). 2. (μτφ.) σταδιακή και συστηματική ένταξη σε περιβάλλον ή ομάδα ανθρώπων, με στόχο συνήθ. την άσκηση επιρροής ή την επικράτηση: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική ~. ~ επιχειρήσεων/κεφαλαίων/προϊόντων σε ξένες αγορές.|| Προωθείται η ~ του φυσικού αερίου στην εγχώρια κατανάλωση. ~ της ευρυζωνικότητας (στην Ελλάδα). Πβ. διάδοση, προώθηση.|| (για επιδέξια, κρυφή ή ύπουλη ενέργεια:) ~ πρακτόρων στην οργάνωση. Πβ. εισοδισμός, παρείσφρηση. 3. (μτφ.) εμβάθυνση: ~ στην ανθρώπινη ψυχή/στο νόημα του λόγου. [< μτγν. διείσδυσις, γαλλ. pénétration]
13042διεισδυτικός, ή, ό δι-εισ-δυ-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει την ιδιότητα να διεισδύει: ~ή: βαφή. ~ό: υγρό.|| (κυρ. μτφ.) ~ή: ανάλυση/γραφή/έρευνα/ματιά/σκέψη. ~ό: βλέμμα (πβ. διαπεραστικός)/κείμενο/πνεύμα. ~ές: παρατηρήσεις. Πβ. βαθύς, διορατικός, οξυδερκής. ΑΝΤ. ρηχός. [< γαλλ. pénétrant]
13043διεισδυτικότηταδι-εισ-δυ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ικανότητα διείσδυσης: ~ της ακτινοβολίας.|| (μτφ.) ~ της (ευρυζωνικής) τεχνολογίας. Η ~ του πνεύματός του. Βλ. -ότητα.
13044διεισδύωδι-εισ-δύ-ω ρ. (αμτβ.) {διείσδυ-σε, διεισδύ-σει, -οντας} (+ σε) (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. εισδύω 1. εισχωρώ: Το βερνίκι ~ει στο ξύλο (πβ. διαπερνώ). Κρέμα που ~ει βαθιά στην επιδερμίδα. Επικίνδυνοι τοξικοί ρύποι έχουν ~σει στο έδαφος (: μπήκαν βαθιά).|| Ο στρατός ~σε στα εχθρικά εδάφη. 2. (μτφ.) εισέρχομαι σταδιακά και συστηματικά, ασκώ επιρροή: Ο όμιλος ~ει στις αναπτυσσόμενες χώρες/στη διεθνή αγορά (πβ. επιβάλλομαι, επικρατώ). Η τεχνολογία έχει ~σει στην κοινωνία (: διαδοθεί, προωθηθεί).|| (για πρόσ. που ενεργεί με επιδέξιο και ύπουλο τρόπο:) Κατάφερε να ~σει στα απόρρητα αρχεία/στις μυστικές υπηρεσίες/στον υπόκοσμο/στην υψηλή κοινωνία. Πβ. παρεισδύω, παρεισφρέω. ΣΥΝ. εισχωρώ (2) 3. (μτφ.) εμβαθύνω: ~ει στην ουσία των πραγμάτων. [< μτγν. διεισδύω ‘διαπερνώ’, γαλλ. pénétrer]
13045διεκδίκησηδι-εκ-δί-κη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ένδικη συνήθ. απαίτηση σχετικά με την κυριότητα πράγματος ή γενικότ. αξίωση για ικανοποίηση αιτήματος, οφειλής: δικαστική/εδαφική/εθνική ~. ~ κληρονομιάς. Δικαίωμα ~ης. Εγείρει νομικές ~ήσεις.|| Ατομικές/θεσμικές/κοινωνικές/οικονομικές ~ήσεις. ~ επιδόματος/(εργασιακών) δικαιωμάτων. ~ και κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών. Παραμένουν ανυποχώρητοι στις ~ήσεις τους. 2. προσπάθεια για επικράτηση, νίκη σε ανταγωνιστικές συνθήκες: ~ του βραβείου/του τίτλου/υποτροφίας. Σκληρή μάχη για τη ~ του Δήμου. Παραιτήθηκε από τη ~ της προεδρίας του κόμματος. [< μεσν. διεκδίκησις 'επιβολή τιμωρίας', γαλλ. revendication]
13046διεκδικήσιμος, η, ο δι-εκ-δι-κή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί ή αξίζει να τον διεκδικήσει κάποιος: ~ος: τίτλος. ~η: μπαλιά. ~ο: μερίδιο. ~οι: στόχοι. ~ες: εκτάσεις. ~α: αναδρομικά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.