Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13920-13940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13047διεκδικητήςδι-εκ-δι-κη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διεκδική-τρια}: πρόσωπο που διεκδικεί κάτι: ~ της εξουσίας/της θέσης/της περιουσίας/του τίτλου/του χρίσματος. Πβ. μνηστήρας.|| (ως επίθ., κυρ. στο θηλ.) ~τριες πόλεις (των Ολυμπιακών Αγώνων). [< μεσν. διεκδικητής 'υπερασπιστής, πληρεξούσιος', γαλλ. revendicateur]
13048διεκδικητικός, ή, ό δι-εκ-δι-κη-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στη διεκδίκηση: ~ός: αγώνας. ~ή: δράση/πολιτική. ~ό: πλαίσιο. Πβ. απαιτητικός. ● ΣΥΜΠΛ.: διεκδικητική αγωγή: ΝΟΜ. που ασκεί ο κύριος και μη νομέας πράγματος κατά του κατόχου ή νομέα του πράγματος, ώστε να αναγνωριστεί η κυριότητά του πάνω σε αυτό και να του αποδοθεί., διεκδικητική συμπεριφορά βλ. συμπεριφορά
13049διεκδικώ[διεκδικῶ] δι-εκ-δι-κώ ρ. (μτβ.) {διεκδικ-είς ... | διεκδίκ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος} 1. αξιώνω την ικανοποίηση αιτήματος, δικαιώματος, οφειλής: ~ούν την ανεξαρτησία τους/το δίκιο τους/ισότητα. Οι απεργοί ~ούν αυξήσεις/επιδόματα/μείωση των ωρών εργασίας. ~ούμενα: αναδρομικά.|| (προφ.) Ξέρει να ~εί αυτό που θέλει/και να κερδίζει. Πβ. ζητώ. 2. προσπαθώ να κατακτήσω κάτι, να επικρατήσω σε ανταγωνισμό: Οι ομάδες ~ούν το έπαθλο/τη νίκη/τον τίτλο. Οι υποψήφιοι ~ούν τη βουλευτική έδρα/εκατό θέσεις εργασίας. Η πόλη ~εί επίσημα τη διοργάνωση των αγώνων. 3. ΝΟΜ. απαιτώ με ένδικα μέσα την κυριότητα πράγματος που κατέχει ή αξιώνει άλλος: ~εί την επιμέλεια του παιδιού/την κληρονομιά/την πατρότητα του έργου. Η διαφιλονικούμενη περιοχή ~είται από τις δύο χώρες. ~ούμενα: εδάφη/οικόπεδα. [< μτγν. διεκδικῶ, γαλλ. revendiquer]
13050διεκπεραιώνωδι-εκ-πε-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {διεκπεραίω-σα, διεκπεραιώ-θηκε, -μένος, διεκπεραιών-οντας} (επίσ.) 1. διευθετώ, ολοκληρώνω: ~ μια αίτηση/εντολή/συμφωνία/υπόθεση. Αγορές και τραπεζικές συναλλαγές ~ονται ηλεκτρονικά (πβ. εκτελώ). Η δοσοληψία/η εργασία ~θηκε γρήγορα/έγκαιρα/επιτυχώς. Πβ. φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κάνω διεκπεραίωση: Το γραφείο πρωτοκόλλου ~ει την αλληλογραφία (: την ταξινομεί και την αποστέλλει). ~μένα: έγγραφα. [< μτγν. διεκπεραιῶ, γαλλ. expédier]
13051διεκπεραίωσηδι-εκ-πε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ολοκλήρωση εργασίας: άμεση/έγκαιρη/επιτυχής/ταχεία ~. ~ αιτημάτων/αιτήσεων/εργασιών/έργου/μισθοδοσίας/τραπεζικών συναλλαγών (πβ. εκτέλεση). Προθεσμίες ~ης υποθέσεων πολιτών (πβ. διευθέτηση). 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ταξινόμηση και αποστολή εγγράφων και συνεκδ. η αρμόδια υπηρεσία: ~ της αλληλογραφίας. Γραφείο πρωτοκόλλου και ~ης. [< γαλλ. expédition]
13052διεκπεραιωτήςδι-εκ-πε-ραι-ω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που διεκπεραιώνει εργασία ή ειδικότ. υπάλληλος γραφείου που ασχολείται με τη διεκπεραίωση: (αρνητ. συνυποδ.) ~ εντολών/υποθέσεων. Είναι ένας απλός ~ των αποφάσεων του προϊσταμένου του. Πβ. εκτελεστής, εκτελεστικό όργανο.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ αλληλογραφίας. [< γαλλ. expéditionnaire]
13053διεκπεραιωτικός, ή, ό δι-εκ-πε-ραι-ω-τι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που στοχεύει στη διεκπεραίωση: ~ός: μηχανισμός.~ή: σχέση. ~ό: έργο/όργανο (πβ. εκτελεστικός, βλ. δημιουργικός).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ικανότητα (του δικτύου/επεξεργαστή/συστήματος). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Επιτάχυνση των διαδικασιών που έχουν ~ό χαρακτήρα. ● επίρρ.: διεκπεραιωτικά
13054διεκτραγώδησηδι-εκ-τρα-γώ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του διεκτραγωδώ: ~ της πραγματικότητας.
13055διεκτραγωδώ[διεκτραγῳδῶ] δι-εκ-τρα-γω-δώ ρ. (μτβ.) {διεκτραγωδ-εί, -ώντας | διεκτραγώδ-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε} (λόγ.): παρουσιάζω κάτι δίνοντας έμφαση στη δραματική του πλευρά: ~ούν την κατάσταση της οικονομίας. ~ούσε τα δεινά που πέρασε (βλ. μεγαλοποιώ). Στο βιβλίο ~ούνται οι αγώνες του λαού για ελευθερία.
13056διέλαβεβλ. διαλαμβάνω
13057διέλασηδι-έ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική επεξεργασία μετάλλων: ~ αλουμινίου/χαλκού. Προϊόντα ~ης. ΣΥΝ. εξώθηση (4) [< πβ. μτγν. διέλασις ‘διείσδυση (για καρφί)’, γαλλ. extrusion, 1922]
13058διελεύκανσηβλ. διαλεύκανση
13059διέλευσηδι-έ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πέρασμα, διάβαση: απρόσκοπτη/ασφαλής/ελεύθερη/υποχρεωτική ~. ~ αγωγού (φυσικού αερίου)/αεροσκαφών/καλωδίων/πεζών/πλοίων/ρεύματος. ~ αμαξοστοιχίας από σταθμό/στρατευμάτων από τη χώρα. Άδεια/σημείο ~ης. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Δικαιώματα ~ης (: για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών). (για πρόσ.). Κατά τη ~ του υπουργού από την περιοχή (: σύντομη παραμονή). Διευκολύνω/εμποδίζω τη ~. Εκατό χιλιάδες ~εύσεις (ενν. οχημάτων) την ημέρα.|| ~ του δρόμου/των συνόρων. Πβ. διάσχιση.|| ~ του χρόνου. Πβ. παρέλευση. ● ΣΥΜΠΛ.: αβλαβής διέλευση βλ. αβλαβής, ζώνη διέλευσης βλ. ζώνη [< μτγν. διέλευσις ‘δίοδος’]
13060διέλθειβλ. διέρχομαι
13061διελκυστίνδαδι-ελ-κυ-στίν-δα ουσ. (θηλ.) , (προφ.-εσφαλμ.) διελκυνστίδα (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αντιπάλους: ~ δηλώσεων. Πολιτική ~ μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης. 2. παιχνίδι στο οποίο δύο αντίπαλες ομάδες τραβούν ένα σχοινί από τις άκρες, προσπαθώντας να παρασύρουν η μία την άλλη προς την πλευρά της. [< 2: μτγν. επίρρ. διελκυστίνδα, βλ. διέλκω ‘τραβώ’]
13062διεμβολίζειδι-εμ-βο-λί-ζει ρ. (μτβ.) {διεμβόλι-σε, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) πλήττει, κλονίζει: Πρακτική που ~ τους ανταγωνιστές/τις εργασιακές σχέσεις/τα κεκτημένα δικαιώματα/ένα μέτωπο/μία παράταξη. Πολιτική που ~ τις προσπάθειες για επίλυση του ζητήματος. 2. (για πλοίο ή όχημα) εμβολίζει: Το λεωφορείο ~στηκε από διερχόμενη επιβατική αμαξοστοιχία.|| (ΑΘΛ.) ~σε την αντίπαλη άμυνα (: από τα πλάγια).
13063διεμβόλισηδι-εμ-βό-λι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διεμβολίζει: (μτφ.) ~ ενός κόμματος.
13064διεμβολιστήςδι-εμ-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.) (μτφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή) αυτός που διασπά με τις τρίπλες και την ταχύτητά του τις αντίπαλες άμυνες. Πβ. τριπλαδόρος.
13065διεμφυλικός, ή, ό δι-εμ-φυ-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε άτομο το οποίο νιώθει ότι δεν ανήκει στο βιολογικό του φύλο. ΣΥΝ. τρανσεξουαλικός [< αγγλ. transgender, 1974, γαλλ. transgenre, 1997]
13066διένειμαβλ. διανέμω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.