Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [13940-13960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13064διεμβολιστήςδι-εμ-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.) (μτφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή) αυτός που διασπά με τις τρίπλες και την ταχύτητά του τις αντίπαλες άμυνες. Πβ. τριπλαδόρος.
13065διεμφυλικός, ή, ό δι-εμ-φυ-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε άτομο το οποίο νιώθει ότι δεν ανήκει στο βιολογικό του φύλο. ΣΥΝ. τρανσεξουαλικός [< αγγλ. transgender, 1974, γαλλ. transgenre, 1997]
13066διένειμαβλ. διανέμω
13067διένεξηδι-έ-νε-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αντιπαράθεση, διαμάχη: δικαστική/εδαφική/νομική/οικογενειακή/οικονομική ~. Εθνικές/θρησκευτικές/πολιτικές ~έξεις. ~ ανάμεσα σε δύο κράτη/μεταξύ ... και ... ~ για το πετρέλαιο. Διευθετώ/επιλύω/προκαλώ μια ~. Αμβλύνεται/λήγει/οξύνεται μια ~. Πβ. διαφωνία, έριδα, προστριβή, φιλονικία. [< μεσν. διένεξις]
4440Διένεξη

[ἀντιδικία] α-ντι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) {αντιδικιών} 1. αντιπαράθεση μεταξύ προσώπων ή ομάδων: πνεύμα ~ας. Προσωπικές/τηλεοπτικές ~ες. Βρίσκονται/ήρθαν σε ~ (= ερίζουν). Πβ. διαμάχη, διένεξη, διχογνωμία, έριδα, φιλονικία. Βλ. ομο-, συμ-φωνία. 2. ΝΟΜ. δικαστικός αγώνας μεταξύ αντιδίκων: ~ για εμπορική επωνυμία. Διαζύγιο κατ' ~. [< μτγν. ἀντιδικία]

13068διενέργειαδι-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διεξαγωγή: απρόσκοπτη/ομαλή ~. ~ ανακρίσεων/ανασκαφών/αυτοψίας/δημοπρασίας/δημοψηφίσματος/διαγωνισμού/εκλογών/εμβολιασμών/εξετάσεων/πληρωμής/πραγματογνωμοσύνης/(ΝΟΜ.) πράξης/προσλήψεων/συναλλαγών/συνεδρίου/συνομιλιών. ~ ελέγχων σε επιχειρήσεις. Πβ. πραγματοποίηση. [< μεσν. διενέργεια]
13069διενεργώ[διενεργῶ] δι-ε-νερ-γώ ρ. (μτβ.) {διενεργ-είς ... | διενήργ-ησα, διενεργ-είται, -ήθηκε (μτχ. -ηθείς), -ώντας, -ούμενος} (επίσ.): διεξάγω, κάνω: Η Τροχαία ~εί προανάκριση για το δυστύχημα. ~είται έλεγχος (π.χ. εργαστηριακός, υγειονομικός, φορολογικός). ~ούνται αρχαιρεσίες/εκλογές/εξετάσεις. Ο εισαγγελέας ζήτησε να ~ηθεί (= γίνει) σε βάθος έρευνα για ... ~ηθείσες: συναλλαγές. Σε ~ηθέντα έλεγχο ... Πβ. πραγματοποιώ. [< μτγν. διενεργῶ ‘ενεργώ δραστικά’]
13070διένιαβλ. αλκαδιένια
13071διεξάγωδι-ε-ξά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. διεξ-ήγα, αόρ. -ήγαγα, -αγάγει, (λόγ.) -ήχθη (σπάν.) -άχθηκε κ. -ήχθηκε, -αχθεί (μτχ. διεξαχ-θείς, -θείσα, -θέν), διεξαγ-όμενος} (επίσ.): (για αρμόδιο πρόσωπο ή φορέα) πραγματοποιώ, κάνω: Ο εισαγγελέας ~ει ανακρίσεις. ~ουν έρανο. ~ήγαγε διαπραγματεύσεις. Το ίδρυμα θα ~αγάγει έρευνα σχετικά με ... Πβ. ολοκληρώνω, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας. ΣΥΝ. διενεργώ ● διεξάγεται: γίνεται, συντελείται: ~ διαγωνισμός/ψηφοφορία. Κανονικά ~ η κυκλοφορία. ~ονται αγώνες/εκλογές/έλεγχοι/εξετάσεις/εργασίες (π.χ. ασφαλτόστρωσης)/πειράματα/συνομιλίες. Η δίκη θα ~αχθεί δημόσια. ~όμενο: πρωτάθλημα. [< μτγν. διεξάγω]
13072διεξαγωγήδι-ε-ξα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πραγματοποίηση έργου, διαδικασίας από αρμόδιο φορέα: απρόσκοπτη/κανονική ~ διαλόγου/της δίκης/των εξετάσεων. Ημερομηνία ~ής σεμιναρίων/συνεδρίου. Εξασφαλίστηκε η ομαλή ~ του αγώνα. Πβ. τέλεση.|| (ΝΟΜ.) ~ (των) αποδείξεων (: προσκόμιση και τεκμηρίωση των αποδεικτικών στοιχείων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις). ΣΥΝ. διενέργεια [< μτγν. διεξαγωγή]
13073διεξέρχομαιδι-ε-ξέρ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {διεξ-ήλθα, -έλθει} (απαιτ. λεξιλόγ.): μελετώ, αναλύω κάτι διεξοδικά και κατ' επέκτ. αντεπεξέρχομαι σε κάτι: Δεν έχω ~έλθει εξαντλητικά τη σχετική βιβλιογραφία. Πβ. πραγματεύομαι.|| ~ήλθε επιτυχώς τη διαδικασία πιστοποίησης. [< αρχ. διεξέρχομαι ‘διασχίζω, εκθέτω λεπτομερώς’]
13074διεξήγα, διεξήγαγαβλ. διεξάγω
13075διεξοδικός, ή, ό δι-ε-ξο-δι-κός επίθ. (λόγ.): λεπτομερής, αναλυτικός: ~ός: έλεγχος/κατάλογος. ~ή: αναζήτηση/ανάλυση/απάντηση/εξέταση/μελέτη/παρουσίαση (π.χ. μιας έρευνας)/περιγραφή/συζήτηση. Πβ. εκτενής, εξαντλητ-, εξονυχιστ-ικός. ΑΝΤ. συνοπτικός ● επίρρ.: διεξοδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. διεξοδικός]
13076διεξοδικότηταδι-ε-ξο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον διεξοδικό: Ο συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα με ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναλυτικότητα (2) ΑΝΤ. συνοπτικότητα
13077διέξοδοςδι-έ-ξο-δος ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αδιέξοδο 1. (μτφ.) δυνατότητα, μέσο, τρόπος διαφυγής από δυσάρεστη ή δύσκολη κατάσταση: επαγγελματική/πολιτική ~. Η μοναδική/η μόνη ~. ~ από την πραγματικότητα/τα προβλήματα. Αναζητά/βρίσκει ~ο (πβ. καταφύγιο) στη μουσική. Δίνει ~ο στην οργή του (= την εκτονώνει, την εκφράζει). Δεν διαφαίνεται/υπάρχει άλλη ~ (ΣΥΝ. λύση). Τομείς απασχόλησης που προσφέρουν ~όδους. 2. πέρασμα που οδηγεί έξω από ένα μέρος ή προς αυτό: ~ προς τον δρόμο/τη θάλασσα. Πβ. δίοδος. [< αρχ. διέξοδος]
13078διεπαγγελματικός, ή, ό δι-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ.: που αφορά τις σχέσεις μεταξύ επαγγελμάτων: ~ός: διάλογος/φορέας. ~ή: οργάνωση/συμφωνία/συνεργασία. [< γαλλ. interprofessionnel, 1932]
13079διεπαφήδι-ε-πα-φή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κοινό σύνορο μεταξύ λειτουργικών μονάδων (λογισμικών, συσκευών υλικού και κατ' επέκτ. χρήστη), το οποίο επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσά τους: ηλεκτρονική/φυσική/ψηφιακή ~. ~ διαχείρισης/πρωτοκόλλου. ~ ανθρώπου-μηχανής. Περιβάλλον ~ής. Πβ. διασύνδεση, διεπιφάνεια. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφικό περιβάλλον βλ. γραφικός [< αγγλ. interface, 1964]
13080διέπειδι-έ-πει ρ. (μτβ.) {διέπ-εται, μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): ρυθμίζει, ορίζει ως νόμος ή με ισχύ νόμου: Το νομικό καθεστώς που ~ τη λειτουργία των καταστημάτων. Κράτος που ~εται από το δίκαιο (: κράτος δικαίου).|| Η λογική/το πνεύμα που ~ την προσπάθειά μας. Αρμονικό κλίμα ~ (= χαρακτηρίζει) τις σχέσεις των δύο χωρών. ~εται από πνεύμα αλληλεγγύης/ειρήνης. Πβ. βασίζω, καθορίζω, κανονίζω. [< αρχ. διέπω ‘διευθετώ’]
13081διεπίδρασηδι-ε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διάδραση, αλληλόδραση.
13082διεπιστημονικός, ή, ό δι-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που αφορά δύο ή περισσότερα επιστημονικά πεδία ή επιστήμονες διαφορετικών κλάδων: ~ός: διάλογος. ~ή: επιτροπή/έρευνα/προσέγγιση/συνεργασία. ~ό: πρόγραμμα (σπουδών)/συνέδριο. Πβ. διαθεματικός. Βλ. πολυεπιστημονικός. ● επίρρ.: διεπιστημονικά [< αγγλ. interdisciplinary, 1937, γαλλ. interdisciplinaire, πριν από το 1959]]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.