Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13960-13980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13087διεργασίαδι-ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία που στοχεύει σε κάποιο αποτέλεσμα: βιομηχανική/εγκεφαλική/μηχανική/νοητική/πνευματική/συλλογική/φυσική/ψυχική ~. Διπλωματικές/κοινωνικές/πολιτικές ~ες (= ζυμώσεις). Η ~ της μάθησης/της φωτοσύνθεσης. Εντείνονται/ξεκινούν/ολοκληρώνονται οι ~ες για ... Οι χημικές ~ες που συμβαίνουν στο κύτταρο ... Πβ. προτσές. Βλ. επεξεργασία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση εντολών ενός ή περισσότερων προγραμμάτων: τερματισμός ~ας. Διαχείριση/εναλλαγή/πίνακας ~ών. Βλ. λειτουργικό (σύστημα), προγραμματισμός. [< 1: μεσν. διεργασία 2: αγγλ. process]
13088διερεύνησηδι-ε-ρεύ-νη-ση ουσ. (θηλ.): λεπτομερής έρευνα: δικαστική/εμπειρική/κλινική/πειραματική ~. ~ αγοράς/δυνατοτήτων (π.χ. εξοικονόμησης ενέργειας)/των επιπτώσεων (του καπνίσματος)/των προοπτικών (π.χ. συνεργασίας)/των πτυχών ενός προβλήματος. ~ και δίωξη εγκλημάτων. Η υπόθεση βρίσκεται/είναι υπό ~. Πβ. ανίχνευση. Βλ. εξερεύνηση.|| (ΜΑΘ.) ~ εξίσωσης (: μελέτη των όρων της και των δυνατών λύσεων που μπορεί να έχει). ● ΣΥΜΠΛ.: διερεύνηση αναγκών: συστηματική εξέταση και καταγραφή απαιτήσεων ή τάσεων: ~ ~ των επιχειρήσεων/των εργαζομένων/των καταναλωτών. Ερωτηματολόγιο/μελέτη ~ης ~. [< μτγν. διερεύνησις, γαλλ. enquête]
13089διερευνητήςδι-ε-ρευ-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διερευνήτρια}: πρόσωπο ή μηχάνημα που κάνει διερεύνηση: ~ αεροπορικών ατυχημάτων. [< αρχ. διερευνητής ‘παρατηρητής, κατάσκοπος’, γαλλ. investigateur, enquêteur]
13090διερευνητικός, ή, ό δι-ε-ρευ-νη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διερεύνηση ή στοχεύει σε αυτή: ~ός: διάλογος. ~ή: αποστολή (του ΟΗΕ)/συζήτηση. ~ό: βλέμμα/ερώτημα/(ΠΛΗΡΟΦ.) λογισμικό (: διευκολύνει τον χρήστη στην προσέγγιση των πληροφοριών)/ταξίδι. Οι επαφές είχαν ~ό χαρακτήρα. Πβ. ανιχνευτ-, εξεταστ-ικός. ● επίρρ.: διερευνητικά ● ΣΥΜΠΛ.: διερευνητική μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. εκπαιδευτική διαδικασία κατά την οποία ο διδάσκων δεν προσφέρει έτοιμη γνώση, αλλά καθοδηγεί τον διδασκόμενο, ώστε να την προσεγγίσει μόνος του. Βλ. ανακαλυπτική, βιωματική, ενεργητική μάθηση. [< αγγλ. inquiry/exploratory learning] , διερευνητική εντολή βλ. εντολή [< μτγν. διερευνητικός, γαλλ. investigateur , exploratoire]
13091διερευνώ[διερευνῶ] δι-ε-ρευ-νώ ρ. (μτβ.) {διερευν-άς ... | διερεύν-ησα, -άται, -ήθηκε, -ώντας, -ώμενος}: ερευνώ λεπτομερώς: ~ κάτι άμεσα/διεξοδικά. ~ το ενδεχόμενο συνεργασίας/μια καταγγελία/τις προθέσεις κάποιου (πβ. βολιδοσκοπώ). Η μελέτη ~ά τις σχέσεις ανάμεσα στη λογοτεχνία και την οικονομία (πβ. ανιχνεύω). Η υπόθεση ~άται σε βάθος από την Αστυνομία. Ο εισαγγελέας διέταξε έρευνα, προκειμένου να ~ηθούν τα αίτια του θανάτου της. Η επιτροπή θα ~ήσει αν ... ~ώμενα: αδικήματα. Πβ. εξετάζω, μελετώ. [< μτγν. διερευνῶ, γαλλ. enquêter]
13092διερμηνέαςδι-ερ-μη-νέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. διερμην-έως | -είς, -έων} 1. πρόσωπο που μεταφράζει από μια γλώσσα σε άλλη σε περιστάσεις προφορικής επικοινωνίας, ώστε να συνεννοηθούν άνθρωποι που μιλούν διαφορετικές γλώσσες: επαγγελματίας/ορκωτός ~. ~ στον ΟΗΕ. ~είς συνεδρίων. Κάνω τον/χρησιμοποιώ ~α. Βλ. μεταφραστής.|| (μτφ.-προφ.) Για να τον καταλάβω χρειάζομαι ~α (: δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του). 2. ΠΛΗΡΟΦ. διερμηνευτής: ~ εντολών. [< 1: μεσν. διερμηνεύς, γαλλ. interprète]
13093διερμηνείαδι-ερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.): προφορική μετάφραση ομιλίας, κυρ. σε επίσημη περίσταση επικοινωνίας: διαδοχική (: στις παύσεις του ομιλητή)/επάλληλη (: κυρίως σε εμπορικές διαπραγματεύσεις)/ταυτόχρονη (: συγχρόνως με τον ομιλητή)/ψιθυριστή (: σε ένα ή δύο άτομα, ταυτόχρονα με τον ομιλητή) ~. || ~ στη νοηματική γλώσσα.διερμηνείες (οι): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διερμηνεύσεις: πρότυπα και ~. Επιτροπή ~ών. [< γαλλ. interprétation]
13094διερμήνευσηδι-ερ-μή-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διερμηνεύω: ~ του λαϊκού αισθήματος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ των λειτουργικών προγραμμάτων. Βλ. μεταγλώττιση. [< μτγν. διερμήνευσις ‘ερμηνεία’, στον πληθ. ‘διαπραγματεύσεις, γαλλ. interprétation]
13095διερμηνευτήςδι-ερ-μη-νευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μεταφράζει εντολές από υψηλού επιπέδου γλώσσα σε γλώσσα μηχανής και τις εκτελεί. Βλ. μεταγλωττιστής. ΣΥΝ. διερμηνέας (2) 2. (σπάν.-μτφ.) εκφραστής: ~ές των κυβερνητικών απόψεων/συναισθημάτων του λαού. [< 1: αγγλ. interpreter, 1936, 2: μτγν. διερμηνευτής ‘διερμηνέας’]
13096διερμηνεύωδι-ερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {διερμήνευ-σα, (σπάν.) -τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας, -μένος} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) εκφράζω σκέψεις, επιθυμίες, αισθήματα άλλου προσώπου για λογαριασμό του· κατ' επέκτ. ερμηνεύω: ~σε τις ανησυχίες της νέας γενιάς/τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης/τις διαθέσεις του προέδρου/τη θέληση της πλειοψηφίας. ~οντας τα συναισθήματα των συμπολιτών μας, ... Πβ. εκπροσωπώ.|| ~ κάτι επιτυχώς/λανθασμένα/σωστά. ~ το μήνυμα των εκλογών. ~σε την πρόταση ως εκβιασμό. 2. (σπάν.) κάνω διερμηνεία. 3. ΠΛΗΡΟΦ. {στο γ'. πρόσ.} (σπάν.) για λογισμικό που εκτελεί τη λειτουργία του διερμηνευτή: Πρόγραμμα που ~ει εντολές. [< μτγν. διερμηνεύω, γαλλ. interpréter]
13097διέρρευσεβλ. διαρρέει
13098διέρρηξαβλ. διαρρηγνύω
13099διέρχομαιδι-έρ-χο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διήλθα, διέλθει, διερχ-όμενος} (λόγ.) 1. περνώ από κάποιο σημείο: ~ τα σύνορα. Ο νέος δρόμος θα διέλθει από κατοικημένες περιοχές. (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία ~εται από το κέντρο του κύκλου. (ΦΥΣ.) Από τον αγωγό ~εται ρεύμα. ~όμενοι: οδηγοί/πεζοί (πβ. διαβάτης, περαστικός). ~όμενα: οχήματα. 2. διανύω φάση, περνώ: Η οικονομία ~εται περίοδο ανάκαμψης/κρίσης. Η συνεργασία θα διέλθει από ένα δοκιμαστικό στάδιο.|| Από τότε έχουν διέλθει δύο μήνες. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο Διερχομένων: στρατιωτικές εγκαταστάσεις προσωρινής διαμονής στρατιωτών και κατ' επέκτ. κάθε χώρος διέλευσης πολλών ανθρώπων: (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) Με τόσο κόσμο που μπαινοβγαίνει καθημερινά, το σπίτι μας έχει γίνει ~ ~. [< 1: αρχ. διέρχομαι]
13100διερώτησηδι-ε-ρώ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) διερώτημα, το (επιστ.): έκφραση αμφιβολίας, ερωτηματική σκέψη: φιλοσοφική ~. Μάθηση με ~. Πβ. απορία, προβληματισμός. [< μεσν. διερώτησις, γαλλ. interrogation]
13101διερωτώμαι[διερωτῶμαι] δι-ε-ρω-τώ-μαι ρ. (μτβ.) {διερωτ-άσαι ... | διερωτ-ήθηκε, -ώμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αναρωτιέμαι, απορώ: ~ μήπως ... Είναι στιγμές που ~ αν θα αντέξω. ~άται κανείς αν/τι μπορεί να … ~ώμενος γιατί ... Πβ. προβληματίζομαι. [< αρχ. διερωτῶ, γαλλ. s΄interroger]
13102δίεσηδί-ε-ση ουσ. (θηλ.) (σύμβ. #) 1. ΜΟΥΣ. αλλοίωση που υψώνει κατά ένα χρωματικό ημιτόνιο τον μουσικό φθόγγο που έπεται του σχετικού συμβόλου: διπλή ~ (: ανύψωση κατά δύο ημιτόνια). Πρελούδιο σε ντο ~ (ελάσσονα/μείζονα). ΑΝΤ. ύφεση (3) 2. σύμβολο σε πληκτρολόγιο, κυρ. τηλεφώνου· το αντίστοιχο πλήκτρο: Πατήστε ~. [< 1: αρχ. δίεσις, γαλλ. dièse, αγγλ. diesis]
13103διεσπάρηβλ. διασπείρω
13104διεσπαρμένος, η, ο δι-ε-σπαρ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. διασκορπισμένος: ~ες: δυνάμεις. ~α: κτίρια. Πληθυσμός ~ σε μικρές κοινότητες. Μετοχικό κεφάλαιο ~ο σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Πληροφορίες ~ες στο διαδίκτυο. Γεωγραφικά ~ες δραστηριότητες. Πβ. σκόρπιος. ΑΝΤ. συγκεντρωμένος (1) 2. (σπάν.) (για χώρο) διάσπαρτος. ● βλ. διασπείρω [< αρχ. διεσπαρμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διασπείρω, γαλλ. dispersé]
13105διεστάλη, διεσταλμένος, διέστειλεβλ. διαστέλλω
13106διεστραμμένος, η, ο δι-ε-στραμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): ανώμαλος, νοσηρός: ~ος: δολοφόνος. ~η: ιδέα/σκέψη/φαντασία/φύση. ~ες: επιθυμίες/ορέξεις. ~α: γούστα/ένστικτα. Είναι σεξουαλικά ~ (πβ. διεφθαρμένος, έκφυλος). Μόνο ένα ~ο μυαλό θα επινοούσε μια τέτοια μακάβρια φάρσα! Πβ. αρρωστημένος. ● βλ. διαστρέφω [< μτγν. διεστραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διαστρέφω γαλλ. pervers]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.