Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1380-1400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
391αγκυλωτικός, ή, ό [ἀγκυλωτικός] α-γκυ-λω-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που δύσκολα προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα, δύσκαμπτος: ~ή: αντίληψη/γραφειοκρατία. ~ό: κατεστημένο. 2. ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την αγκύλωση, αγκυλοποιητικός.
392αγκυλωτός, ή, ό [ἀγκυλωτός] α-γκυ-λω-τός επίθ. 1. που έχει σχήμα αγκύλης: ~ό: άγκιστρο. Πβ. καμπύλος, κυρτός. Βλ. γαμψός. 2. που αγκυλώνει, τσιμπά: ~ός: θάμνος. ~ή: βελόνα. ~ό: ρούχο/συρματόπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγκυλωτός σταυρός: του οποίου οι βραχίονες κάμπτονται σε ορθή γωνία· χρησιμοποιήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο και κυρ. ως σύμβολο αρχαίων θρησκειών και του ναζισμού: ~οί ~οί σε αρχαία αγγεία.|| (συνεκδ.) Η μάστιγα του ~ού ~ού (: του φασισμού). Πβ. σβάστικα. [< γερμ. Hakenkreuz] [< μεσν. ἀγκυλωτός < αρχ. ἀγκυλωτός ‘εφοδιασμένος με λουριά’]
393άγκυρα[ἄγκυρα] ά-γκυ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. βαρύ μεταλλικό όργανο με ένα κεντρικό στέλεχος (άτρακτος) και δύο κυρτούς βραχίονες, που προσαρμόζεται στην άκρη αλυσίδας ή συρματόσχοινου, αφήνεται να πέσει στο νερό, γαντζώνεται στον βυθό και χρησιμοποιείται για να κρατά το σκάφος στην ίδια περίπου θέση: ~ πλώρης/πρύμνης. ~ με καδένα/σχοινί. Βαρούλκο ~ας. Τραβάμε τις ~ες.|| (ειδικότ.) Πλωτή ~ (: για να μην παρασυρθεί το σκάφος από ρεύματα, π.χ. όταν ψαρεύει κάποιος). Βλ. δέστρα. 2. (μτφ.) καθετί που παρέχει σταθερότητα, λειτουργεί ως στήριγμα: ~ ασφάλειας/ελπίδας/σταθερότητας/σωτηρίας. Πβ. καταφύγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. σημείο υπερκειμένου που αποτελεί την πηγή ή τον προορισμό ενός υπερσυνδέσμου. Βλ. λινκ. ● ΦΡ.: βίρα τις άγκυρες!: (ναυτικό παράγγελμα) σηκώστε τις άγκυρες: ~ ~ και όρτσα τα πανιά/και πρόσω ολοταχώς., ρίχνω άγκυρα 1. αγκυροβολώ, αράζω: Το πλοίο έριξε ~ στα ανοιχτά/στο λιμάνι. 2. (μτφ.) παραμένω κάπου για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο παίκτης έριξε ~ στην ομάδα, ανανεώνοντας το συμβόλαιό του., σηκώνω (την) άγκυρα 1. (για πλοίο) αποπλέω: Λύνουμε κάβους, ~ουμε ~ και σαλπάρουμε. 2. (μτφ.) (για πρόσ.) φεύγω, αναχωρώ. [< 1,2: αρχ. ἄγκυρα, γαλλ. ancre 3: αγγλ. anchor, 1988]
394αγκύριο[ἀγκύριο] α-γκύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα για ενίσχυση, υποστήριξη, σύνδεση δύο δομικών υλικών ή τμημάτων του ίδιου υλικού, το οποίο εισχωρεί και στερεώνεται μέσα σε αυτά: μεταλλικό/πλαστικό/χαλύβδινο/χημικό ~. ~α αντιστήριξης/βράχου/κολόνας. Βλ. κοχλίας, ροδέλα. [< μτγν. ἀγκύριον 'μικρή άγκυρα', αγγλ. anchor, tie bolt]
395αγκυροβόλημα[ἀγκυροβόλημα] α-γκυ-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγκυροβολώ, άραγμα: ασφαλές ~ των σκαφών στο λιμάνι. Ελλιμενισμός και ~. Πβ. αγκυροβολία. ΣΥΝ. προσόρμιση
396αγκυροβόληση[ἀγκυροβόληση] α-γκυ-ρο-βό-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. αγκυροβολία.
397αγκυροβόλιβλ. αγκυροβόλιο
398αγκυροβολία[ἀγκυροβολία] α-γκυ-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΝΑΥΤ. άραγμα πλεούμενου με ρίψη της άγκυράς του: κατακόρυφη ~. ~ σε όρμο. Ζώνη/πάσσαλος/σήματα (: χρησιμοποιούνται από τα πλοία για αποφυγή συγκρούσεων στη θάλασσα)/φώτα ~ας. Βλ. -βολία, πλαγιοδέτηση, φουντάρισμα. ΣΥΝ. αγκυροβόληση
399αγκυροβόλιο[ἀγκυροβόλιο] α-γκυ-ρο-βό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αγκυροβολίου} & αγκυροβόλι 1. όρμος κατάλληλος για την αγκυροβολία πλεούμενου: τεχνητό/φυσικό/χειμερινό ~. ~ αναμονής πλοίων/σκαφών αναψυχής. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανάγκης. Τουριστικά ~α (βλ. μαρίνα). Πβ. αραξοβόλι, ράδα. 2. (μτφ.) ασφαλές μέρος, καταφύγιο: Αναζητώ/βρίσκω ~. [1: < μτγν. ἀγκυροβόλιον]
400αγκυροβολώ[ἀγκυροβολῶ] α-γκυ-ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {αγκυροβολ-εί ...| αγκυροβόλ-ησα, -ημένος}: σταθεροποιώ, ακινητοποιώ ένα πλεούμενο ρίχνοντας άγκυρα· γενικότ. αράζω: Ο στόλος ~ησε (= προσορμίστηκε) ανοιχτά της Κρήτης/στο λιμάνι (= ελλιμενίστηκε)/σε ορμίσκο. ~ημένη: θαλαμηγός. ~ημένο: σκάφος. ΑΝΤ. βιρ-, σαλπ-άρω.|| (μτφ.) Μετά τις περιπέτειές του ~ησε στο πατρικό του σπίτι. Βλ. -βολώ. [< αρχ. ἀγκυροβολῶ]
401αγκυρώνω[ἀγκυρώνω] α-γκυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. γαντζώνω, αγκιστρώνω κάτι: Τα άγκιστρα ~ουν στο μπετόν. (Κάτι) ~εται στη δοκό/στο έδαφος/στον πυθµένα. 2. (λόγ.-μτφ.) σταθεροποιώ, παγιώνω: ~ τη δημοκρατία. [< γερμ. verankern, γαλλ. ancrer]
402αγκύρωση[ἀγκύρωση] α-γκύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνδεση ή ενίσχυση της σύνδεσης δύο δομικών στοιχείων με μεταλλικό μέσο, αγκύριο: ~ οπλισμού/υδρορροής. Φουρκέτα για ~ σε τοιχίο. ~ των επισφαλών τμημάτων του βράχου με ράβδους από χάλυβα. Μηχανικές ~ώσεις. Τοίχοι αντιστήριξης με ~ώσεις. 2. (μτφ.) πρόσδεση σε, εξάρτηση από κάποιον ή κάτι (ιδεολογία, πρακτική): κοινωνική/πολιτική ~. [< γερμ. Verankerung, αγγλ. anchoring, γαλλ. ancrage]
403αγκωνάρι[ἀγκωνάρι] α-γκω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {αγκωναρ-ιού} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. μεγάλη πελεκημένη πέτρα για την κατασκευή γωνιών σε τοίχους και γενικότ. οποιαδήποτε ογκώδης πέτρα, ογκόλιθος: λαξευτά/σκαλιστά ~ια. Πβ. γωνιόλιθος. Βλ. ακρογωνιαίος λίθος. 2. (μτφ.) στήριγμα: Στάθηκε πραγματικό ~ για την οικογένειά του στις δύσκολες ώρες (βλ. βράχος). [< μεσν. αγκωνάριν ‘βραχιόλι που φοριέται κοντά στον αγκώνα’]
404αγκώνας[ἀγκώνας] α-γκώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. η εξωτερική γωνία της άρθρωσης ανάμεσα στον βραχίονα και τον αντιβραχίονα: γδαρσίματα/εξάρθρημα/κακώσεις/στρέβλωση/τραυματισμοί του ~α. Κάμπτω/λυγίζω/τεντώνω τους ~ες. Ακουμπώ/στηρίζομαι στους ~ες. Έσπρωχνε/σκουντούσε τους περαστικούς με τους ~ες.|| (συνεκδ., το τμήμα του μανικιού σε αυτό το σημείο) Φόρμα ενισχυμένη στους ~ες. Η μπλούζα είναι τρύπια/έχει φθαρεί στους ~ες. 2. (μτφ.) κάθε καμπή που σχηματίζει γωνία: ~ αγκιστριού/άγκυρας. ~ του δέλτα (: η γωνία που σχηματίζει το δέλτα ενός ποταμού). Ως τον ~α του δρόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: αγκώνας των τενιστών: ΙΑΤΡ. επικονδυλίτιδα. [< αγγλ. tennis elbow] [< μεσν. αγκώνας]
405αγκωνιά[ἀγκωνιά] α-γκω-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα ή σπρώξιμο με τον αγκώνα: Δίνω/ρίχνω/τρώω μια ~. Βλ. γονατιά.
406αγλάισμα[ἀγλάισμα] α-γλά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) {αγλαΐσμ-ατος | -ατα} (επίσ.): ό,τι προσδίδει λαμπρότητα, κύρος και τιμή: Η πολιτιστική μας κληρονομιά αποτελεί το ~ (: στολίδι) του έθνους. Καύχημα και ~ του τόπου. (ειρων.) ~ατα επιστημοσύνης. ΣΥΝ. εγκαλλώπισμα [< αρχ. ἀγλάισμα]
407αγλαός, ή, ό [ἀγλαός] α-γλα-ός επίθ. (αρχαιοπρ.): λαμπρός, φωτεινός· κατ' επέκτ. έξοχος, υπέροχος, σπουδαίος, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί: λαμπρά και αξιοθαύμαστα επιτεύγματα: ~ ~ της ελευθερίας/παιδείας. Η συνεργασία απέδωσε ~ούς ~ούς. [< αρχ. ἀγλαός]
408αγλέουρας[ἀγλέουρας] α-γλέ-ου-ρας ουσ. (αρσ.) & αγλέορας & αγκλέο(υ)ρας: δηλητηριώδες φυτό (χρησιμοποιήθηκε από τη λαϊκή ιατρική κατά της παραφροσύνης). ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα: τρώω, πίνω πάρα πολύ. Βλ. μέχρι σκασμού. ΣΥΝ. τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο [< αρχ. ἑλλέβορος]
409άγλυκος, η, ο [ἄγλυκος] ά-γλυ-κος επίθ.: που δεν είναι πολύ ή καθόλου γλυκός: ~ος: καφές (: χωρίς ζάχαρη)/χυμός. ~η: σοκολάτα. ~ο: κέικ/σιρόπι. ~α: γλυκά/πορτοκάλια/σταφύλια. ΑΝΤ. γλυκός (1)
410αγλωσσία[ἀγλωσσία] α-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία ομιλίας για λόγους ψυχολογικούς, νευρολογικούς (αφασία) ή λόγω φυσικής ανικανότητας. Βλ. αλαλία, αφωνία, -γλωσσία. 2. ανεπαρκής γνώση και χρήση της γλώσσας. [< αρχ. ἀγλωσσία ‘αλαλία’, γαλλ. aglossie, αγγλ. aglossia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.