| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13107 | διεστώτα | [διεστῶτα] δι-ε-στώ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): αντίθετες πλευρές ή θέσεις, διαφορές: Γεφυρώνει/ενώνει/συνάπτει/συνθέτει τα ~. Τα ~ συγκλίνουν. Συμβιβάζει αρμονικά τα ~. ● βλ. διίσταται [< αρχ. διεστῶτα, μτχ. παρακ. του ρ. διίσταμαι] | |
| 13108 | διεταιρικός | , ή, ό δι-ε-ται-ρι-κός επίθ.: που αφορά τις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιρειών: ~ή: συζήτηση. ~ές: απαιτήσεις/πωλήσεις/συναλλαγές. ~ά: έσοδα. Πβ. διεπιχειρησιακός. [< αγγλ. intercompany] | |
| 13109 | διετής | , ής, ές δι-ε-τής επίθ. (επίσ.) 1. που έχει διάρκεια δύο χρόνων: ~ής: προθεσμία/φοίτηση. ~ές: μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών/συμβόλαιο. Πβ. δίχρονος. Βλ. -ετής. 2. ΒΟΤ. (για φυτό) που έχει κύκλο ζωής δύο ετών. [< αρχ. διετής] | |
| 13110 | διετία | βλ. δι-, -ετία | |
| 13111 | διευθέτηση | δι-ευ-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ρύθμιση, τακτοποίηση: αποτελεσματική/δικαστική/ειρηνική/πολιτική/φιλική ~. ~ της διαφοράς/της διένεξης/της εκκρεμότητας/του προβλήματος (πβ. επίλυση, λύση)/της σύγκρουσης/του χρέους (πβ. διακανονισμός)/του χρόνου εργασίας. Κυκλοφοριακές ~ήσεις. Η κρίση οδεύει προς/τελεί υπό ~ (πβ. εξομάλυνση). 2. (για χώρο, δομικά έργα) διαμόρφωση με κατάλληλες τεχνικές εργασίες: ~ του ποταμού/του χειμάρρου. [< μεσν. διευθέτησις, γαλλ. arrangement] | |
| 13112 | διευθετήσιμος | , η, ο δι-ευ-θε-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διευθετηθεί: (ΟΙΚΟΝ.) ~α: δάνεια. [< γαλλ. arrangeable] | |
| 13113 | διευθετούσα | [διευθετοῦσα] δι-ευ-θε-τού-σα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. σταθερή γραμμή η οποία σε χώρο δύο διαστάσεων είναι ευθεία και ορίζει, μαζί με την εστία, τις κωνικές τομές: ~ της παραβολής. [< πβ. μτγν. μτχ. διευθετοῦσα, γαλλ. directrice] | |
| 13114 | διευθετώ | [διευθετῶ] δι-ευ-θε-τώ ρ. (μτβ.) {διευθετ-είς ..., -ώντας | διευθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. ρυθμίζω, τακτοποιώ ένα θέμα: Η εταιρεία ~ησε τα χρέη της (πβ. διακανονίζω). ~ησαν σειρά συναντήσεων (πβ. κανονίζω). Η διαμάχη/η κρίση ~ήθηκε (πβ. εξομαλύνω). Το ζήτημα ~ήθηκε ειρηνικά/οριστικά/προσωρινά (πβ. επιλύω, λύνω). Το αίτημα/το πρόβλημα/η υπόθεση θα ~ηθεί. 2. (για χώρο) διαμορφώνω: ~ημένο: ρέμα. Τουριστικά ~ημένα σπήλαια. Βλ. -θετώ. [< μτγν. διευθετῶ, γαλλ. arranger, régler] | |
| 12719 | διευθετώ. | δι-αρ-ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαρρύθμι-σα, διαρρυθμί-στηκε, -σμένος} 1. διαμορφώνω έναν χώρο, ρυθμίζω τη θέση των αντικειμένων μέσα σε αυτόν: ~ το γραφείο/το σπίτι μου.|| Ειδικά/πλήρως ~σμένο εσωτερικό. Πβ. διευθετώ. 2. (επίσ.) τακτοποιώ ένα θέμα ή πρόβλημα: Το άρθρο ... του Συντάγματος ~ει τις σχέσεις μεταξύ ... [< μτγν. διαρρυθμίζω] | |
| 13115 | διεύθυνση | δι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (συντομ. Δ/νση, στις σημ. 1,2,3) 1. τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον τόπο κατοικίας ή εργασίας κάποιου (οδός, αριθμός, περιοχή)· το ίδιο το μέρος όπου διαμένει ή εργάζεται: ακριβής/λανθασμένη/μόνιμη/προσωρινή/ταχυδρομική ~. ~ αλληλογραφίας/αποστολής (π.χ. του λογαριασμού)/έδρας (επιχείρησης)/επικοινωνίας/σπιτιού. Άλλαξε ~. Στο φάκελο αναγράφονται η ~ του αποστολέα και του παραλήπτη.|| Τα γραφεία του οργανισμού μεταφέρονται σε νέα ~. 2. διοίκηση, ευθύνη διαχείρισης έργου, λειτουργίας υπηρεσίας ή συνεκδ. αυτός που έχει αναλάβει τη διοίκηση ή ο χώρος όπου στεγάζονται τα σχετικά γραφεία: οικονομική/τεχνική ~. ~ εφημερίδας/θεάτρου/σχολείου/παραγωγής/προγράμματος. Έχει τη γενική ~ της εταιρείας/τη ~ σύνταξης του περιοδικού. Της ανέθεσαν/εμπιστεύθηκαν τη ~ του ινστιτούτου. Παραιτήθηκε από τη ~. Πβ. μάνατζμεντ.|| (για μουσικό σχήμα ή σύνολο:) ~ χορωδίας. Συναυλία υπό τη ~ του ...|| Απευθύνομαι στη/καταγγέλλω τη ~. Η ~ δεν φέρει ευθύνη για τυχόν απολεσθέντα αντικείμενα. Πβ. διευθυντής, προϊστάμενος.|| Η έδρα της ~ης. 3. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (κ. με κεφαλ. Δ) διοικητική υποδιαίρεση υπηρεσίας, οργανισμού ή τομέας επιχείρησης και συνεκδ. οι υπάλληλοί της: Αστυνομική/Κεντρική/Περιφερειακή ~. ~ Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. ~ Διοικητικού (ενν. προσωπικού)/Μεταφορών/Μηχανοργάνωσης/Πολεοδομίας/Τροχαίας. Γενική ~ Αρχαιοτήτων. ~ Μάρκετινγκ/Προµηθειών/Πωλήσεων μιας εταιρείας. Γραμματέας ~ης.|| Από τη ~ διατίθενται ενημερωτικά φυλλάδια. Βλ. τμήμα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός ή γενικότ. το σύνολο των χαρακτήρων που προσδιορίζει θέση μνήμης, καταχωρητή, αποδέκτη μηνύματος, συσκευή: άκυρη/έγκυρη ~. ~ διακομιστή/δικτυακού παροχέα/ιστοσελίδας. Βιβλίο (: διευθυνσιογράφος)/γραμμή ~ύνσεων. Χρήσιμες ~ύνσεις στο διαδίκτυο. Σε κάθε υπολογιστή αντιστοιχίζεται μια ~. 5. κατεύθυνση προς την οποία κινείται κάποιος ή κάτι: διαγώνια/διαμήκης/κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια/τυχαία ~. Η ~ του αέρα/των ακτίνων του ήλιου. Ο άνεμος άλλαξε ~ (= πορεία).|| (ΦΥΣ.) ~ της δύναμης/του μαγνητικού πεδίου/της ορμής/της ταχύτητας. Πβ. φορά. Βλ. τετρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική διεύθυνση & διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. σειρά χαρακτήρων που προσδιορίζει μια εικονική τοποθεσία στην οποία μπορούν να σταλούν ηλεκτρονικά μηνύματα. ΣΥΝ. ιμέιλ (2) [< αγγλ. electronic/email address] , σύστημα διεύθυνσης: ΤΕΧΝΟΛ. το σύνολο των οργάνων οχήματος ή σκάφους τα οποία επιτρέπουν την πλοήγησή του: ηλεκτρικό/μηχανικό/υδραυλικό ~ ~. ~ ~ αεροσκάφους/αυτοκινήτων. ~ατα ~ βολής/πυρός. ● ΦΡ.: προς όλες τις κατευθύνσεις/διευθύνσεις: παντού: Τα σωματίδια κινούνται ~ ~. Τα κύματα διαδίδονται ~ ~. Πβ. όλα τα αζιμούθια. [< 1,4: γαλλ. adresse 2,3,5: γαλλ. direction] | |
| 13116 | διευθυνσιογράφος | δι-ευ-θυν-σι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικό πρόγραμμα για την καταχώριση και διαχείριση πληροφοριών (ονομάτων, διευθύνσεων): ~ πελατών μιας εταιρείας (βλ. πελατολόγιο). Βλ. ατζέντα, -γράφος. [< αγγλ. address book] | |
| 13117 | διευθυνσιοδότηση | δι-ευ-θυν-σι-ο-δό-τη-ση: ΠΛΗΡΟΦ. παροχή διεύθυνσης (ταυτότητας ηλεκτρονικού υπολογιστή στο διαδίκτυο ή κωδικού που καθορίζει τον χώρο αποθήκευσης πληροφορίας): αυτόματη/ιεραρχική ~. ~ μνήμης. Βλ. αριθμοδότηση, -δότηση. [< αγγλ. addressing, 1957, γαλλ. adressage, 1968] | |
| 13118 | διευθυντήριο | δι-ευ-θυ-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ολιγομελής ομάδα που ασκεί την εξουσία, συχνά με αυθαίρετο τρόπο: το ~ των ισχυρών. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. Directoire] | |
| 13119 | διευθυντής, διευθύντρια | δι-ευ-θυ-ντής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού, κλητ. διευθυντ-ά} (κ. με κεφαλ. Δ, συντομ. Δ/ντής, Δ/ντρια): πρόσωπο που διευθύνει επιχείρηση, υπηρεσία, ίδρυμα, οργανισμό ή τμήμα τους: διοικητικός/εκτελεστικός/εμπορικός/οικονομικός/τεχνικός ~. ~ γραφείου (υπουργού)/εφημερίδας/καταστήματος/νοσοκομείου/προσωπικού/πωλήσεων/σύνταξης (: στα ΜΜΕ)/σχολείου (βλ. γυμνασι-, λυκει-άρχης)/τράπεζας. Απευθύνθηκε στον ~ή (= στη διεύθυνση). Κύριε ~ά.|| (ως ανώτατος βαθμός στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία:) Αστυνομικός ~. Πβ. προϊστάμενος.|| (ειδικότ., ΜΟΥΣ.) ~ ορχήστρας (= μαέστρος). ● ΣΥΜΠΛ.: γενικός (διευθυντής) (συχνά με κεφαλ. Γ, Δ): υπεύθυνος για τη διοίκηση και την εύρυθμη λειτουργία εταιρείας, ομίλου, ιδρύματος, υπηρεσίας, οργανισμού. Βλ. Γενικός (Γραμματέας), διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος., καλλιτεχνικός διευθυντής/καλλιτεχνική διευθύντρια: πρόσωπο που εποπτεύει και διευθύνει παραγωγές στον χώρο της τέχνης, του θεάματος, της διαφήμισης, των εκδόσεων: ~ ~ του Εθνικού Θεάτρου/φεστιβάλ/χορωδίας. [< μτγν. διευθυντής, γαλλ. directeur] | |
| 13120 | διευθυντικός | , ή, ό δι-ευ-θυ-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον διευθυντή ή τη διεύθυνση: ~ός: σύμβουλος. ~ή: εμπειρία/θέση/ομάδα. ~ό: γραφείο/όργανο/στέλεχος. ~ά: καθήκοντα. Πβ. ιθύνων. | |
| 13121 | διευθύνω | δι-ευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. διηύθυνα κ. διεύθυνα, διευθύν-ει, -θηκε, -θεί, -οντας} 1. διοικώ, εποπτεύω, συντονίζω: ~ αγώνα (βλ. διαιτητής)/γραφείο/εφημερίδα/θίασο (βλ. θιασάρχης)/μαγαζί/ορχήστρα (βλ. μαέστρος)/συζήτηση (: ως συντονιστής)/σχολή/τμήμα υπηρεσίας/(ΔΙΑΔΙΚΤ.) φόρουμ. Ο πρόεδρος ~ει τη συνεδρίαση (= προεδρεύει). Εταιρεία που ~εται από τον ... Πβ. διαχειρίζομαι. 2. (σπάν.) στρέφω κάτι προς ορισμένη κατεύθυνση: Έλικας που ~εται από την τιμονιέρα. Πβ. κατευθύνω, οδηγώ. [< μτγν. διευθύνω ‘ισιώνω, διορθώνω’, γαλλ. diriger] | |
| 13122 | διευθύνων | , ουσα, ον δι-ευ-θύ-νων επίθ. (επίσ.): που διευθύνει: ~ων: πρόεδρος. ~ουσα: Αρχή/επιτροπή/υπηρεσία. ~ον: όργανο/στέλεχος. ● Ουσ.: διευθύνων, διευθύνουσα (ο/η): αυτός που εκτελεί χρέη διευθυντή. ● ΣΥΜΠΛ.: διευθύνων σύμβουλος {σπανιότ. διευθύνουσα σύμβουλος} (κ. με κεφαλ. Δ, Σ): μέλος διοικητικού συμβουλίου εταιρείας ή οργανισμού με διευθυντικές αρμοδιότητες: πρόεδρος και ~ ~. Συνάντηση με τον ~οντα σύμβουλο. Βλ. γενικός (διευθυντής). [< αγγλ. managing director] [< μτγν. διευθύνων, αγγλ. managing] | |
| 13123 | διευκόλυνση | δι-ευ-κό-λυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια που συντελεί στο να γίνει κάτι ευκολότερα: ~ της διακίνησης αγαθών/του εμπορίου/των εργασιών/της εφαρμογής ενός μέτρου/της κυκλοφορίας/της λειτουργίας (π.χ. γραφείου)/των συναλλαγών. ~ της πρόσβασης στην απασχόληση/στις πληροφορίες. Πβ. υποβοήθηση. ΑΝΤ. παρεμπόδιση. 2. οικονομικής φύσεως εξυπηρέτηση ή γενικότ. παροχή βοήθειας για την αντιμετώπιση δύσκολης, απαιτητικής κατάστασης: επενδυτική/χρηματοδοτική ~. Χορήγηση ~ης. Πιστωτικές ~ύνσεις. Προπληρωμή με ταμειακή ~. Ζητώ/κάνω (μια) ~.|| ~ των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις.|| Ταξιδιωτικές ~ύνσεις. Ειδικές ~ύνσεις έχουν προβλεφθεί για τα ΑΜΕΑ. Πβ. ευκολίες. ● ΣΥΜΠΛ.: διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας βλ. ακολασία [< γαλλ. facilité] | |
| 53621 | διευκόλυνση | [ὑποβοήθηση] υ-πο-βο-ή-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφορά πρόσθετης ή έμμεσης βοήθειας ή ενίσχυσης: ~ του εκπαιδευτικού έργου/της έρευνας/της μνήμης/της οικονομικής ανάπτυξης/της προσπάθειας. Πβ. διευκόλυνση, ενίσχυση.|| Ιατρική ~ στην ανθρώπινη αναπαραγωγή.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τιμόνι με ηλεκτρική/υδραυλική ~. ~ φρεναρίσματος. | |
| 13125 | διευκολυντικός | , ή, ό δι-ευ-κο-λυ-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που διευκολύνει: ~ή: στάση εργασίας (: για συμμετοχή σε παράσταση διαμαρτυρίας). ~ές: ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Πβ. ενισχυτ-, υποβοηθητ-, υποστηρικτ-ικός. ΑΝΤ. παρεμποδιστικός. ● επίρρ.: διευκολυντικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ