| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13126 | διευκολύνω | δι-ευ-κο-λύ-νω ρ. (μτβ.) {διευκόλυν-α, διευκολύν-θηκα, -θεί, διευκολύν-οντας, -όμενος}: καθιστώ κάτι πιο εύκολο ή βοηθώ κάποιον σε συγκεκριμένο ζήτημα, τομέα: ~ει την κατάσταση/τη μεταφορά (π.χ. δεδομένων)/την οργάνωση (π.χ. δράσεων)/την πρόσβαση (στην αγορά εργασίας). Η τεχνολογία ~ει τη ζωή μας (= την απλοποιεί). Έργα που ~ουν την κυκλοφορία των οχημάτων. ~εται ο διάλογος/ο έλεγχος/η επικοινωνία. Το εμπόριο ~θηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις. Πβ. ευκολύνω, υποβοηθώ. ΑΝΤ. δυσκολεύω, δυσχεραίνω, (παρ)εμποδίζω.|| Υπηρεσία που ~ει τους χρήστες του διαδικτύου να κάνουν αναζήτηση/στην αναζήτηση. Της ζήτησα δανεικά και με ~ε (: μου δάνεισε χρήματα). ● διευκολύνει: βολεύει, εξυπηρετεί, συμφέρει: Δεν με ~ να βγούμε καθημερινή. ● Παθ.: διευκολύνομαι: έχω δυνατότητα, ευχέρεια, συνήθ. οικονομική, για κάτι: Μόλις ~θώ, θα ξεχρεώσω. [< γαλλ. faciliter] | |
| 13127 | διευκρινίζω | δι-ευ-κρι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διευκρίνι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διευκρινίζ-οντας, -όμενος} (λόγ.): κάνω κάτι σαφές, αποσαφηνίζω, ξεκαθαρίζω: ~ έναν όρο. ~ την άποψή/τη θέση/τη στάση μου. ~σε τους λόγους της παραίτησής της. Το θέμα ~στηκε πλήρως. Τα έργα, όπως ~σε χθες ο εκπρόσωπος Τύπου, θα διαρκέσουν δύο μήνες. Πρέπει να ~στεί ότι ... Δεν έχει ~στεί αν ... Πβ. ξεδιαλύνω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω, επεξηγώ [< μτγν. διευκρινῶ ‘εξετάζω λεπτομερώς’] | |
| 13128 | διευκρίνιση | δι-ευ-κρί-νι-ση ουσ. (θηλ.) & διευκρίνηση (λόγ.): παροχή σαφέστερων πληροφοριών σχετικά με ένα ζήτημα, αποσαφήνιση: ~ ανακοίνωσης/μιας έννοιας/του τρόπου πληρωμής. ~ επί των οικονομικών καταστάσεων. ~ των προθέσεών του. Χρειάζονται (περαιτέρω) ~ίσεις, για να μη γίνει καμιά παρανόηση. Δεν έδωσε επαρκείς ~ίσεις (πβ. εξηγήσεις). Ζητήθηκαν ~ίσεις για τα θέματα των εξετάσεων. Πβ. (δια)σαφήνιση, επεξήγηση. [< μτγν. διευκρίνησις ‘ακριβής εξήγηση’] | |
| 13129 | διευκρινιστής | δι-ευ-κρι-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. κύκλωμα που μπορεί να δέχεται ή να απορρίπτει σήματα που έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά: ~ συχνότητας. [< αγγλ. discriminator, 1931, γαλλ. discriminateur, 1957] | |
| 13130 | διευκρινιστικός | , ή, ό δι-ευ-κρι-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που αποσκοπεί στη διευκρίνιση: ~ή: ανακοίνωση/απάντηση/δήλωση/εγκύκλιος/ερώτηση/οδηγία. ~ό: έγγραφο. ~ά: σχόλια. Πβ. διασαφηνιστ-, επεξηγηματ-ικός. ● επίρρ.: διευκρινιστικά | |
| 13131 | δίευρο | δί-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νόμισμα αξίας δύο ευρώ. | |
| 13132 | διευρυμένος | , η, ο επίθ.: που έχει διευρυνθεί: ~ος: δήμος/ρόλος. ~η: (ΠΟΛΙΤ.) αυτονομία/σύνοδος/σύσκεψη. ~ο: πεδίο δράσης/συμβούλιο/ωράριο. ~οι: ορίζοντες. ~ες: δυνατότητες/συνομιλίες. ~α: καθήκοντα/κριτήρια. Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί με ~η σύνθεση. ΑΝΤ. περιορισμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια βλ. οικογένεια | |
| 13133 | διεύρυνση | δι-εύ-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αύξηση των ορίων, επέκταση: ~ των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης/του ελλείμματος/του πεδίου εφαρμογής (νόμου)/της κοινωνικής συμμετοχής. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (: λόγω ένταξης νέων κρατών-μελών). Προοπτικές ~ης της οικονομικής συνεργασίας. Περαιτέρω ~ της κερδοφορίας. || (μτφ.) ~ του πνεύματος. ΑΝΤ. περιορισμός (1), συρρίκνωση 2. διαπλάτυνση: ~ δρόμου/σήραγγας. Πβ. πλάτυνση, φάρδεμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ αγγείων. ΑΝΤ. στένεμα (1) [< γαλλ. élargissement] | |
| 13134 | διευρύνω | δι-ευ-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {διεύρυν-α, διευρύν-θηκε, -οντας, -όμενος, διευρυ-μένος} 1. (μτφ.) αυξάνω τα όρια, επεκτείνω: ~ τον κύκλο των γνωριμιών/των ενδιαφερόντων μου (ΑΝΤ. στενεύω). (για επιχείρηση) ~ει το δίκτυο των καταστημάτων/τις δραστηριότητές/το πελατολόγιό της. ~ε τη σφαίρα επιρροής του. ~εται η διαμάχη (= γενικεύεται)/η διαφορά/η έρευνα (για ένα σκάνδαλο)/ο προβληματισμός/ο ρόλος (π.χ. του κράτους). ~θηκε το χάσμα/η ψαλίδα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. ~ονται οι εξουσίες της επιτροπής. ΑΝΤ. περιορίζω (1), συρρικνώνω 2. διαπλατύνω: ~εται ο δρόμος/το ρήγμα (πβ. διανοίγω, πλατ-, φαρδ-αίνω).|| (ΙΑΤΡ.) Τα αιμοφόρα αγγεία ~ονται (: διαστέλλονται). ΑΝΤ. στενεύω (1) ● ΦΡ.: ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό [< αρχ. διευρύνω, γαλλ. élargir] | |
| 13135 | διευρωπαϊκός | , ή, ό δι-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που αφορά δύο ή περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: ~ός: (οδικός) άξονας. ~ή: αγορά/συνεργασία. ~ό: πρόγραμμα/σύστημα πληρωμών. ● ΣΥΜΠΛ.: Διευρωπαϊκά Δίκτυα (ακρ. ΔΕΔ): αυτά που παρέχουν τη δυνατότητα σύνδεσης των εθνικών δικτύων και εξασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων και την καλή λειτουργία των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ~ ~ Ενέργειας/Μεταφορών/Τηλεπικοινωνιών. [< γαλλ. transeuropéen] | |
| 13136 | διεφθάρη | βλ. διαφθείρω | |
| 13137 | διεφθαρμένος | , η, ο δι-ε-φθαρ-μέ-νος επίθ.: ηθικά εξαχρειωμένος, ανήθικος: ~ος: πολιτικός. ~η: εξουσία. ~ο: καθεστώς/μυαλό. ~οι: υπάλληλοι. Είναι ~ ως το κόκαλο. Πβ. ακόλαστος, φαύλος. ΑΝΤ. αδιάφθορος, ηθικός (1) ● βλ. διαφθείρω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διαφθείρω, γαλλ. corrompu] | |
| 13138 | διέφυγα | βλ. διαφεύγω | |
| 13139 | δίζυγο | δί-ζυ-γο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. άθλημα της ενόργανης γυμναστικής που εκτελείται σε δύο παράλληλες μπάρες, στηριγμένες σε κατακόρυφους ορθοστάτες, το οποίο περιλαμβάνει προγράμματα με συνεχή εναλλαγή ασκήσεων· ειδικότ. το αντίστοιχο όργανο: ~ ανδρών (= παράλληλοι ζυγοί).|| Ασύμμετρο ~ (γυναικών) (= ασύμμετροι ζυγοί). Βλ. μονόζυγο | |
| 13140 | διζυγωτικός | , ή, ό δι-ζυ-γω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (κυρ. για δίδυμα) που προέρχονται από τη γονιμοποίηση δύο ωαρίων, γι' αυτό και δεν μοιάζουν πάρα πολύ μεταξύ τους. || (κατ' επέκτ.) ~ή: κύηση. Βλ. ετερο-, μονο-, ομο-ζυγωτικός. [< αγγλ. dizygotic, 1930, γαλλ. dizygote, 1959] | |
| 13141 | διζωνικός | , ή, ό δι-ζω-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε δύο εδαφικές ζώνες: ~ή: λύση. ~ό: κράτος/σύστημα διακυβέρνησης. [< αγγλ. bizonal, 1946] | |
| 13142 | διήγημα | δι-ή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {διηγήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΛΟΓΟΤ. πεζογράφημα περιορισμένης έκτασης: αστυνομικό/ερωτικό/ηθογραφικό/ιστορικό/κοινωνικό/παιδικό/φανταστικό ~. Συλλογή ~άτων. Βλ. αφήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα. ● Υποκ.: διηγηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου βλ. μυστήριο [< μτγν. διήγημα ‘διήγηση, αφήγηση’, γαλλ. conte] | |
| 13143 | διηγηματικός | , ή, ό δι-η-γη-μα-τι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με το διήγημα ή τη διήγηση: ~ό: έργο/ύφος. Βλ. αφηγηματ-, διηγηματογραφ-, μυθιστορηματ-ικός. ● επίρρ.: διηγηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (ΝΟΜ.) Τα ~ώς αναφερόμενα στην αγωγή (: όσα εξιστορούνται σε αυτή). [< αρχ. διηγηματικός ‘αφηγηματικός, περιγραφικός’] | |
| 13144 | διηγηματογραφία | δι-η-γη-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. η τέχνη της συγγραφής διηγημάτων και συνεκδ. η σχετική λογοτεχνική παραγωγή σε δεδομένη χώρα ή χρονική περίοδο. Βλ. -γραφία. | |
| 13145 | διηγηματογραφικός | , ή, ό δι-η-γη-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τη διηγηματογραφία. Βλ. διηγηματικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ