Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14020-14040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13146διηγηματογράφοςδι-η-γη-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πεζογράφος που ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων. Πβ. νοβελίστας. Βλ. -γράφος.
13147διήγησηδι-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.): προφορική ή γραπτή εξιστόρηση γεγονότων, το περιεχόμενό της: αλληγορική/αυτοβιογραφική/γλαφυρή/λαϊκή/παραστατική/συναρπαστική/σύντομη ~. ~ της ζωής του .../ιστοριών. Πβ. αφήγηση. Βλ. ανα~. [< αρχ. διήγησις]
13148διηγούμαι[διηγοῦμαι] δι-η-γού-μαι ρ. (μτβ.) {διηγ-είσαι ... | διηγ-ήθηκα, -ούμενος} & (προφ.) διηγιέμαι: αφηγούμαι ένα πραγματικό ή φανταστικό γεγονός, συνήθ. προφορικά: ~είται ανέκδοτα/παραμύθια/τις περιπέτειές του. Μας τα ~ήθηκαν όλα με κάθε λεπτομέρεια. ~ ένα περιστατικό με γλαφυρό τρόπο/παραστατικά. ~ούμενος τη ζωή του, ξέσπασε σε κλάματα.|| (στον γραπτό λόγο) Το βιβλίο ~είται την ιστορία ... Πβ. αν-, εξ-ιστορώ. Βλ. εκθέτω, περιγράφω. ● ΦΡ.: (περασμένα μεγαλεία) και διηγώντας τα να κλαις: για περιπτώσεις αναπόλησης αυτού που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. [< αρχ. διηγοῦμαι]
13149διήθημαδι-ή-θη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε προέρχεται από διήθηση: (ΧΗΜ.) διαυγές/υγρό ~. Βλ. αιώρημα, ίζημα.|| (ΙΑΤΡ.) Πνευμονικό ~. [< μτγν. διήθημα, γαλλ. infiltrat, περ. 1925]
13150διήθησηδι-ή-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος διαχωρισμού των αιωρούμενων, σε υγρό ή αέριο, στερεών σωματιδίων με χρήση φίλτρου: βιολογική ~. ~ του νερού. Πβ. διαύγαση, διύλιση, μικρο~, λαμπικάρ-, ραφινάρ-, στράγγ-, φιλτράρ-ισμα. 2. ΙΑΤΡ. συσσώρευση οργανικών υγρών ή κυτταρικών ουσιών σε ιστό: λεμφοκυτταρική/λιπώδης (βλ. κυτταρίτιδα)/νεοπλασματική/φλεγμονώδης ~. [< μτγν. διήθησις 1: γαλλ. filtration 2: αγγλ.-γαλλ. infiltration]
13151διηθητικός, ή, ό δι-η-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διήθηση: (ΧΗΜ.) ~ός: ηθμός. ~ή: επιφάνεια/μεμβράνη. ~ό: υλικό/χαρτί (πβ. πορώδης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: καρκίνος (= επιθετικός). ~ή: πνευμονοπάθεια. [< γαλλ. filtrant, infiltrant]
13152διηθώ[διηθῶ] δι-η-θώ ρ. (μτβ.) {διήθ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΧΗΜ. {συνήθ. μεσοπαθ.} κάνω διήθηση: Τα όμβρια ύδατα εξατμίζονται ή ~ούνται στο έδαφος (: απορροφώνται από ...). ~ημένο: διάλυμα. Πβ. διυλίζω, στραγγίζω, φιλτράρω. 2. ΙΑΤΡ. (για οργανικά υγρά ή παθολογικά κύτταρα) διεισδύω σε ιστούς του σώματος: Ο καρκίνος ~εί γειτονικούς ιστούς. [< 1: αρχ. διηθῶ, γαλλ. filtrer, infiltrer]
13153διηλεκτρικός, ή, ό δι-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που δεν έχει αγωγιμότητα: ~ό: μέσο/υγρό. ~ή: αντοχή. ~ά: υλικά. Πβ. μονωτικός.|| (ως ουσ.) Ιδεώδες ~ό (: με μηδενική ηλεκτρική διαπερατότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: διηλεκτρική σταθερά: ΗΛΕΚΤΡ. (για διηλεκτρικά υλικά) ο λόγος της ηλεκτρικής επαγωγής προς την ένταση του ηλεκτρικού πεδίου: υψηλή ~ ~. Η ~ ~ του κενού. [< γαλλ. diélectrique, αγγλ. dielectric]
13154διήλθαβλ. διέρχομαι
13155διημερεύειδι-η-με-ρεύ-ει ρ. (αμτβ.) {διημέρευ-σε} (επίσ.): (συνήθ. για κατάστημα που) μένει ανοιχτό ως αργά το βράδυ τις καθημερινές ή τις αργίες: Φαρμακεία που ~ουν (= διημερεύοντα). Βλ. διανυκτερεύει, εφημερεύω.διημερεύω: (σπάν.-λόγ.) παραμένω κάπου όλη μέρα: ~σε στο καταφύγιο. ● Μτχ.: διημερεύων , ουσα, ον {κυρ. ουδ. πληθ. διημερεύ-οντα}: που λειτουργεί καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας: ~οντα: πρατήρια (υγρών καυσίμων). [< αρχ. διημερεύω]
13156διημέρευσηδι-η-μέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. λειτουργία, συνήθ. φαρμακείου, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας: ~ και διανυκτέρευση. Βλ. εφημερία. 2. παραμονή σε κάποιο μέρος όλη την ημέρα: υπαίθρια ~. Τιμή δωματίων για ~. [< μεσν. διημέρευσις, γαλλ. séjour d'une journée]
13157διημερίδαδι-η-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.): επιστημονική συνήθ. εκδήλωση διάρκειας δύο ημερών: ~ επιμόρφωσης. Βλ. ημερίδα, συμπόσιο, συνέδριο.
13158διήμερος, η, ο βλ. δι-, -ήμερος
13159διηνεκής, ής, ές δι-η-νε-κής επίθ. {διηνεκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): διαρκής, συνεχής: ~ής: στόχος (: μόνιμος). ~ής: ανάπτυξη (βλ. αειφόρος). ~είς: προσπάθειες. Αρχεία ~ούς (υπηρεσιακής) χρησιμότητας. Πβ. αδιάλειπτος, αέναος, ακατάπαυστος. ● επίρρ.: διηνεκώς [-ῶς] ● ΦΡ.: στο διηνεκές & (λογιότ.) εις το διηνεκές: για πάντα, επ' άπειρον: Η συμφωνία θα ισχύει ~ ~. Πβ. ες αεί, στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα. [< αρχ. διηνεκής]
13160διήνυσαβλ. διανύω
13161διηπειρωτικός, ή, ό δι-η-πει-ρω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες ηπείρους ή τις ενώνει: ~ή: συμμαχία/συνδιάσκεψη/συνεργασία.|| ~ός: σιδηρόδρομος. ~οί: πύραυλοι (: με βεληνεκές χιλιάδων χλμ.). ~ές: πτήσεις. ~ά: ταξίδια. Βλ. διαβαλκαν-, διατλαντ-ικός. ● επίρρ.: διηπειρωτικά [< αγγλ.-γαλλ. intercontinental, transcontinental]
13162διηρημένοςβλ. διαιρώ
13163διήρκεσεβλ. διαρκεί
13164διηύθυναβλ. διευθύνω
13165διθάλαμος, η, ο δι-θά-λα-μος επίθ. (επιστ.): που έχει δύο θαλάμους, τμήματα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: τάφος.|| ~η: δεξαμενή. ● ΣΥΜΠΛ.: δίκερη/δίκερος μήτρα βλ. δίκερος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.