Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14040-14060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13166διθειούχος, α, ο [διθειοῦχος] δι-θει-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. για χημική ένωση που αποτελείται από δύο άτομα θείου σε συνδυασμό με άλλο άτομο ή ρίζα: ~ος: άνθρακας. ~ο: μολυβδαίνιο. [< αγγλ. disulphide]
13167διθέσιος, α, ο βλ. δι-, -θέσιος
13168διθυραμβικός, ή, ό δι-θυ-ραμ-βι-κός επίθ. 1. εγκωμιαστικός: ~ός: λόγος. ~ές: κριτικές. ~ά: σχόλια. ~ ο ξένος Τύπος για ... Πβ. εκθειαστ-, εξυμνητ-, επαινετ-ικός. 2. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στον διθύραμβο. ● επίρρ.: διθυραμβικά [< μτγν. διθυραμβικός, γαλλ. dithyrambique, αγγλ. dithyrambic]
13169διθύραμβοςδι-θύ-ραμ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμβου | -ων (λόγ.) -άμβων, -ους (λόγ.) -άμβους} 1. {στον πληθ.} εγκωμιαστική κριτική ή πολύ επαινετικός λόγος: Η παράσταση απέσπασε ~άμβους από τους κριτικούς. Έγραψαν/έπλεξαν ~άμβους για ... Ο διεθνής Τύπος του επιφύλαξε ~άμβους. Πβ. εγκώμιο, έπαινος, ύμνος. Βλ. κολακεία. ΑΝΤ. λίβελος, λοιδορία, μομφή (1), ψόγος 2. ΦΙΛΟΛ. χορικό, ενθουσιαστικό και αρχικά αυτοσχέδιο άσμα της διονυσιακής λατρείας που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας: ~οι και παιάνες. Βλ. κώμος. [< 1: γαλλ. dithyrambe, αγγλ. dithyramb 2: αρχ. διθύραμβος]
13170δίθυρος, η, ο δί-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): δίπορτος: ~ο: αυτοκίνητο. Βλ. -θυρος. ● ΣΥΜΠΛ.: δίθυρα (μαλάκια): ΖΩΟΛ. υδρόβιοι οργανισμοί (επιστ. ονομασ. Bivalvia) το σώμα των οποίων περιβάλλεται από όστρακο με δύο συμμετρικά μέρη που συνδέονται στο ένα άκρο τους με ελαστικό σύνδεσμο. Βλ. μύδι, στρείδι, οστρακοειδή, οστρακόδερμα. [< αρχ. δίθυρος]
13171διίσταταιδι-ί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {-νται, παρατ. διίστα-το, -ντο, μτχ. διιστά-μενος, μόνο στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} διαφέρει, αποκλίνει: Οι γνώμες ~νται (= διχάζονται. ΑΝΤ. συγκλίνουν, συμφωνούν). ~μενες: απόψεις/θέσεις. 2. ΧΗΜ. διαχωρίζεται: Το άλας ~ πλήρως. Ο ηλεκτρολύτης ~ σε ιόντα. ● βλ. διεστώτα [< 1: αρχ. διίσταμαι]
13172διισχυρίζομαιδι-ι-σχυ-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) (λόγ.): διατυπώνω αναλυτικά έναν ισχυρισμό: Κύκλοι περί τον υπουργό ~ονται ότι ... Πβ. διατείνομαι, ισχυρίζομαι, υποστηρίζω. [< αρχ. διισχυρίζομαι]
13173δικάβαλος, η, ο δι-κά-βα-λος επίθ. (προφ.): που γίνεται με μοτοσικλέτα στην οποία επιβαίνουν δύο άτομα: ~η: βόλτα/κόντρα/σούζα. Ομάδα ~ης αστυνόμευσης (: ομάδα ΔΙ.ΑΣ.). ~α: ταξίδια.|| (για οδηγό) Γυρνούσα/ταξίδευα ~. ● επίρρ.: δικάβαλο: με δύο αναβάτες: Είναι ~ σε μηχανάκι. Έλα να σε πάρω ~. Βλ. καβάλα, τρικάβαλο.|| (ως ουσ.) Αποφεύγω το ~.
13174δικάζωδι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {δίκα-σα, -σει, -στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, δικάζ-οντας, -όμενος} 1. (για δικαστή) κρίνω μια υπόθεση, αποφασίζω για την αθωότητα ή την ενοχή κατηγορουμένου: ~ουν αμερόληπτα/μεροληπτικά/με αυστηρότητα/με επιείκεια. Τον ~σαν και τον καταδίκασαν. ~εται αίτηση ασφαλιστικών μέτρων/έφεση. ~εται για λαθρεμπόριο/με κατηγορίες για συμμετοχή σε ληστείες/ως εγκληματίας πολέμου. ~στηκε ερήμην. Συνελήφθη και κρατείται μέχρι να ~στεί. Παραπέμπονται να ~στούν. Πβ. εκ~. Βλ. προ~. 2. (μτφ.) επικρίνω: Ποιος μπορεί να με ~σει; Πβ. κατακρίνω. 3. (σπάν.) επιβάλλω ποινή: Τον ~σαν ισόβια. ΣΥΝ. καταδικάζω (1) [< αρχ. δικάζω]
13175δίκαιαδί-και-α επίρρ. & (λόγ.) δικαίως ΑΝΤ. άδικα 1. δικαιολογημένα, εύλογα ή δικαιωματικά: ~ ανησυχούν οι κάτοικοι της περιοχής για τη μόλυνση του περιβάλλοντος. (εμφατ.) Οι δικαιούχοι διαμαρτύρονται και δικαίως.|| Νικήσαμε/προκριθήκαμε ~. 2. σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου: Πρέπει να δικαστεί ~. Μοίρασε ~ τα κέρδη/την περιουσία του. ● βλ. δίκαιος
13176δικαιικός, ή, ό δι-και-ι-κός επίθ. & (σπάν.) δικαϊκός (επιστ.) : που αναφέρεται στο δίκαιο: ~ός: κανόνας/πολιτισμός. ~ή: παράδοση/τάξη. ● επίρρ.: δικαιικά [< μτγν. δικαϊκός]
13177δίκαιοδί-και-ο ουσ. (ουδ.) {δικαί-ου | -ων} 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Δ) το σύνολο των νόμων και των κανόνων που θεσμοθετεί και αναγνωρίζει το κράτος και οι οποίοι καθορίζουν δεσμευτικά την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων: αεροπορικό/αθλητικό/ασφαλιστικό/γραπτό/διοικητικό/εκκλησιαστικό/εκλογικό/ενεργειακό/ηλεκτρονικό/ιατρικό/κοινό/κοινοβουλευτικό/κοινωνικό/στρατιωτικό/συγκριτικό/σωφρονιστικό/τραπεζικό/φορολογικό/χρηματιστηριακό/χωροταξικό ~. ~ αλλοδαπών/αναγκαστικής εκτέλεσης/ανηλίκων/ανταγωνισμού/ανωνύμων εταιρειών/αξιογράφων/βιομηχανικής ιδιοκτησίας/διεθνών συναλλαγών/ιθαγένειας/Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης/περιβάλλοντος/πληροφορικής/πνευματικής ιδιοκτησίας/συμβάσεων/συνεταιρισμών/της υγείας. Διάταξη/επιβολή/ισχύς/καταστρατήγηση/παράβαση (του) ~ου. Η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών είναι ζήτημα ~ου. (ΙΣΤ.) Βυζαντινό/ελληνιστικό/ρωμαϊκό ~. Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού ~ου (της Ακαδημίας Αθηνών). 2. το σύνολο των αρχών που διασφαλίζουν τα δικαιώματα προσώπου ή ομάδας και κατ' επέκτ. το σωστό: αποκατάσταση του ~ου. Οι κοινωνικές σχέσεις πρέπει να έχουν ως γνώμονα το ~ (= τη δικαιοσύνη). Να υπηρετείς το ~. Βλ. δίκιο.|| (στον πληθ., δικαιωματικές απαιτήσεις) Αγωνίζομαι για/διεκδικώ τα/πολεμώ για τα ~ά μου. Τα ~α του έθνους (= εθνικά ~α)/του ελληνισμού/του λαού. Πβ. αξίωση. ΑΝΤ. άδικο 3. ΝΟΜ. η νομική επιστήμη: θεωρία του ~ου. Πβ. Επιστήμη του Δικαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: Αστικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις διαφορές των πολιτών και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Zivilrecht, γαλλ. droit civil] , Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία επίλυσης ιδιωτικών διαφορών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. [< γερμ. Zivilprozeß] , Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο & Διεθνές Δίκαιο: που διέπει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, και τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. [< γερμ. Völkerrecht] , Δημόσιο Δίκαιο : ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων της έννομης τάξης και εκείνων που ρυθμίζουν την οργάνωση, λειτουργία και γενικά τη δραστηριότητα των πολιτειακών οργάνων, όπως και τις σχέσεις των διοικούμενων με τη δημόσια διοίκηση. Βλ. Ιδιωτικό Δίκαιο. [< γερμ. Staatsrecht] , Εμπορικό Δίκαιο: το σύνολο γραπτών ή εθιμικών κανόνων Ιδιωτικού Δικαίου που ρυθμίζουν το Δίκαιο των εμπορικών πράξεων και των εμπόρων. [< γερμ. Handelsrecht] , Ενδοτικό Δίκαιο & ενδοτικός κανόνας δικαίου: που η εφαρμογή των κανόνων του είναι προαιρετική, η ισχύς του μπορεί να αρθεί από την ιδιωτική βούληση. Βλ. κανόνες αναγκαστικού Δικαίου. [< λατ. jus dispositivum] , Ενοχικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις ενοχικές σχέσεις (: συμβάσεις, αδικοπραξίες): γενικό/ειδικό ~ ~. Βλ. προστασία (του) καταναλωτή. [< γερμ. Schuldrecht] , Επιστήμη του Δικαίου: Νομική Επιστήμη που εξετάζει το ισχύον Δίκαιο., Ευρωπαϊκό Δίκαιο & Κοινοτικό Δίκαιο: το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γερμ. Europarecht] , θετικό δίκαιο: οι γραπτοί συνήθ. κανόνες δικαίου., Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ πολιτών διαφορετικών χωρών. [< γερμ. internationales Privatrecht] , Κληρονομικό Δίκαιο: το σύνολο των διατάξεων του Αστικού Δικαίου που ρυθμίζουν τους όρους μεταβίβασης περιουσίας λόγω θανάτου· το αντίστοιχο νομικό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Erbrecht] , κράτος δικαίου: ΝΟΜ. που λειτουργεί με βάση το γραπτό δίκαιο., Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο: το δίκαιο της θαλασσοπλοΐας. [< γερμ. Seerecht] , Οικογενειακό Δίκαιο & (προφ.) Οικογενειακό: οι κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις που συνδέονται με τον γάμο, τη συγγένεια εξ αίματος και την υιοθεσία. [< γερμ. Familienrecht] , Ποινικό Δίκαιο: ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στις εγκληματικές πράξεις και στις αντίστοιχες ποινές για τους δράστες: ~ ~ ανηλίκων. Αγωγή ~ού ~ου. Το ~ ~ διακρίνεται στο Ουσιαστικό ~ ~ και στην Ποινική Δικονομία.|| (προφ.) Αδίκημα/εγκληματίες του κοινού ~ού ~ου. [< γερμ. Strafrecht] , φυσικό δίκαιο: που πηγάζει από τη φύση του ανθρώπου και τις αρχές του για το ηθικό και το σωστό., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, Δημοσιονομικό Δίκαιο βλ. δημοσιονομικός, εθιμικό δίκαιο βλ. εθιμικός, Εμπράγματο Δίκαιο βλ. εμπράγματος, Εργατικό Δίκαιο/Εργατική Νομοθεσία/Εργατικός Κώδικας βλ. εργατικός, Ιδιωτικό Δίκαιο βλ. ιδιωτικός, ικανότητα δικαίου βλ. ικανότητα, κανόνες αναγκαστικού Δικαίου βλ. αναγκαστικός, Κανονικό Δίκαιο βλ. κανονικός, Οικονομικό Δίκαιο βλ. οικονομικός, Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο βλ. ποινικός, Πειθαρχικό Δίκαιο βλ. πειθαρχικός, πλάσμα δικαίου βλ. πλάσμα, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία βλ. ποινικός, Πτωχευτικό Δίκαιο βλ. πτωχευτικός, Συνταγματικό Δίκαιο βλ. συνταγματικός, Υπαλληλικό Δίκαιο βλ. υπαλληλικός ● ΦΡ.: το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου & ο νόμος/το δίκαιο του ισχυρού & το δίκαιο της πυγμής: σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η βούληση εκείνου που έχει τη μεγαλύτερη (υλική, οικονομική, πολιτική) δύναμη, σε βάρος των αδυνάτων. ΣΥΝ. ο νόμος της ζούγκλας (2), το δίκαιο των πολλών: όταν υπερισχύει η θέληση των περισσοτέρων., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα βλ. αίσθημα [< αρχ. δίκαιον, γαλλ. droit < λατ. directum ‘ορθή κατεύθυνση’, γερμ. Recht, Rechts-, αγγλ. law]
13178δικαιόγραφοδι-και-ό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {δικαιογράφου}: ΝΟΜ. έγγραφο που αναγνωρίζει νόμιμο δικαίωμα: εκτελεστό ~. Πβ. τίτλος.
13179δικαιοδοσίαδι-και-ο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξουσία που παραχωρείται νόμιμα σε προκαθορισμένα πλαίσια· κατ' επέκτ. το σύνολο των καθηκόντων και δικαιωμάτων που αυτή συνεπάγεται: αναγνωρισμένη/απεριόριστη/διοικητική/ειδική/έκτακτη/θρησκευτική/πολιτική ~. Βαθμίδα/όρια/περιοχή ~ας (: ευθύνης). Εκτός/εντός της ~ας του ... Έξω από τη ~ του ... Aσκεί ~. Κάτι υπάγεται σε άλλη ~ (βλ. εξουσιοδότηση). Υπό την άμεση ~ του Οικουμενικού Πατριαρχείου τελούν ...|| (ειδικότ., για απόδοση δικαιοσύνης:) Αμφισβητούμενη/αναθεωρητική/αποκλειστική/αστική/διεθνής/εθνική/πειθαρχική/ποινική ~. Η ~ του δικαστηρίου (πβ. δωσιδικία)/ενός κράτους. (Πρώτος/δεύτερος) βαθμός/σύγκρουση ~ας.|| Οι ~ες του προέδρου/του συμβουλίου/της υπηρεσίας. Δεν ανήκει στη σφαίρα της ~ας μου. Έχω ~ (για κάτι/για να κάνω κάτι). Είναι/εμπίπτει/περιέρχεται/περνά στη ~ της Βουλής/του Υπουργείου ... Διευρύνει/επεκτείνει τις ~ες του. Πβ. αρμοδιότητες. Βλ. -δοσία. ● ΣΥΜΠΛ.: εκούσια δικαιοδοσία: εξουσία πολιτικού δικαστηρίου να διατάξει ρυθμιστικά μέτρα, χωρίς να στηριχθεί σε ιδιωτικά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις: Υποθέσεις ~ας ~ας που υπάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο., σύγκρουση αρμοδιοτήτων/δικαιοδοσίας βλ. σύγκρουση [< μτγν. δικαιοδοσία ‘απονομή δικαιοσύνης’, γαλλ. juridiction]
13180δικαιοδοτικός, ή, ό δι-και-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη δικαιοδοσία: ~ός: έλεγχος/θεσμός/ρόλος (του δικαστηρίου). ~ή: αρμοδιότητα/εξουσία/κρίση. ~ό: όργανο. ~ά: καθήκοντα. [< μεσν. δικαιοδοτικός]
13181δικαιοδοτώ[δικαιοδοτῶ] δι-και-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δικαιοδοτ-εί ... | δικαιοδότ-ησε, -είται} (επίσ.) 1. απονέμω δικαιοσύνη, εκδίδω δικαστική απόφαση: Οι δικαστές οφείλουν να ~ούν με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Βλ. -δοτώ. 2. παραχωρώ βάσει νόμου τη δυνατότητα σε κάποιον να κάνει κάτι: Το Συμβούλιο ~ησε την Επιτροπή να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με ... Ο εισαγγελέας ~είται να διατάξει τη διερεύνηση της υπόθεσης. [< 1: μτγν. δικαιοδοτῶ]
13182δικαιοδόχοςδι-και-ο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ.: πρόσωπο ή εταιρεία που έχει αποδεχθεί ή κληρονομήσει δικαιώματα άλλου και ειδικότ. την άδεια να διαθέτει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες ή να φέρει αποκλειστικά συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία σε ορισμένη περιοχή. Βλ. δικαιόχρηση, -δόχος. ΑΝΤ. δικαιοπάροχος [< γερμ. Rechtsnachfolger]
13183δικαιοκρατικός, ή, ό δι-και-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη ή επιδιώκει την επικράτησή της: ~ή: συνείδηση. ~ό: σύστημα. ~ά: όρια. Ο ~ χαρακτήρας του δηµοκρατικού πολιτεύµατος.
13184δικαιοκρισίαδι-και-ο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): δίκαιη κρίση: απονομή δικαιοσύνης με ευθύνη και ~ (βλ. κακοδικία). Η ~ των εξεταστών. Πβ. ευθυκρισία. [< μτγν. δικαιοκρισία]
13185δικαιοκρίτηςδι-και-ο-κρί-της επίθ./ουσ.: χαρακτηρισμός του δίκαιου κριτή: ο ~ Θεός.|| (ως ουσ., συχνά ειρων.) Οι ~ες. Βλ. κήνσορας, τιμητής. [< μτγν. δικαιοκρίτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.