Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14060-14080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13186δικαιολογημένος, η, ο δι-και-ο-λο-γη-μέ-νος επίθ.: που δικαιολογείται, εξηγείται: ~ος: θυμός/προβληματισμός/φόβος. ~η: αγανάκτηση/αισιοδοξία/ανησυχία/απορία/απουσία/ερώτηση/καθυστέρηση/παράλειψη/συμπεριφορά. ~ο: λάθος/παράπονο. Πβ. βάσιμος, εύλογος, λογικός. Βλ. αιτιολογημένος. ΑΝΤ. παράλογος.|| Είσαι απόλυτα ~. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος (1) ● επίρρ.: δικαιολογημένα ● βλ. δικαιολογώ [< γαλλ. justifié]
13187δικαιολόγησηδι-και-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξήγηση, τεκμηρίωση με στοιχεία: ~ άποψης (: υπεράσπιση· βλ. επιχειρηματολογία)/ισχυρισμού/συμπεριφοράς. Ηθική/νομική ~ μιας πράξης (βλ. δικαίωση). Πβ. αιτιολόγηση. Βλ. δικαιολογία.|| (αρνητ. συνυποδ.) Απόπειρα/προσπάθεια ~ης μη νόμιμων ενεργειών (βλ. συγκάλυψη). 2. προσκόμιση στοιχείων με τα οποία επιβεβαιώνεται κάτι: ~ απουσιών/δαπανών/τεκμηρίων. Βλ. απόδειξη, βεβαίωση. [< γαλλ. justification]
13188δικαιολογήσιμος, η, ο δι-και-ο-λο-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να δικαιολογηθεί: ~η: συμπεριφορά. Πβ. συγγνωστός. Βλ. δικαιολογημένος. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος. [< γαλλ. justifiable]
13189δικαιολογητικός, ή, ό δι-και-ο-λο-γη-τι-κός επίθ.: που συντελεί στη δικαιολόγηση: ~ός: λόγος (π.χ. θέσπισης, ρύθμισης). ~ή: βάση (απόφασης). ~ά: στοιχεία. ● Ουσ.: δικαιολογητικά (τα) {σπανιότ. στον εν.} (επίσ.): αποδεικτικά έγγραφα: ~ εγγραφής/συμμετοχής. Απαιτούμενα ~ για έκδοση άδειας/τη χορήγηση σύνταξης. ~ό που πιστοποιεί ότι ... Επισυνάπτεται σχετικό ~ό. Καταθέτω/προσκομίζω/υποβάλλω/φέρνω τα απαραίτητα ~. Πβ. παραστατικά. [< γαλλ. justificatif]
13190δικαιολογίαδι-και-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) δευτερεύων ή επινοημένος λόγος που παρουσιάζεται ως αιτία ορισμένης πράξης ή συμπεριφοράς, πρόσχημα: αόριστη/απαράδεκτη/απίστευτη/αστεία/εύκολη/καλή/πρόχειρη/πρωτότυπη/φτηνή/χαζή/ψεύτικη ~. Τα παράτησε με τη ~ ότι βαρέθηκε. (ειρων.) Ωραία ~! Βρίσκει συνεχώς ~ες. Ψάχνεις για ~ες; Άσε τις ~ες! Μην ακούς τι λέει! ~ες! Πβ. πάτημα, πρόφαση. Βλ. -λογία. 2. εξήγηση που προβάλλεται, προκειμένου να δικαιολογηθεί κάτι: (α)βάσιμη/αστήρικτη/επαρκής/νόμιμη/πειστική/πραγματική/σοβαρή ~. Δεν έχεις/δεν υπάρχει καμία ~ για αυτό που έκανες (: ελαφρυντικό). Βλ. αιτιολογία. [< αρχ. δικαιολογία ‘υπεράσπιση του δικαίου’, γαλλ. justification]
13191δικαιολογώ[δικαιολογῶ] δι-και-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {δικαιολογ-είς ..., -ώντας | δικαιολόγ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. εξηγώ, κρίνω ή παρουσιάζω κάποιον ή κάτι ως αιτιολογημένο: ~ με επιχειρήματα τη θέση μου (πβ. τεκμηριώνω). ~ησε τη στάση του ισχυριζόμενος/λέγοντας ότι ...|| ~ την αντίδρασή/την απόφασή της. Τον ~ (: του δίνω δίκιο) απόλυτα/εν μέρει/πλήρως. ~ την αγωνία σου και θα σε βοηθήσω (: κατανοώ, συμμερίζομαι).|| Αν αργήσεις θα σε ~ήσω εγώ στη Διεύθυνση (πβ. καλύπτω). ~είσαι (= είσαι δικαιολογημένος), αλλά για τελευταία φορά. Μην προσπαθήσεις να τη ~ήσεις, αυτά που κάνει είναι παράλογα. Τέτοια συμπεριφορά δεν ~είται (: δεν συγχωρείται).|| (απρόσ.) Δεν ~είται (: δεν επιτρέπεται) να κάνεις τέτοιο λάθος. 2. (επίσ.) προσκομίζω αποδεικτικό έγγραφο: ~ απουσίες/δαπάνες. Βλ. -λογώ.δικαιολογεί: συνιστά την αιτία: Η εγχείρηση ~ την εξάντληση του οργανισμού της. ● βλ. δικαιολογημένος [< μτγν. δικαιολογῶ ‘μιλώ στο δικαστήριο, υπερασπίζομαι’, γαλλ. (se) justifier, γερμ. rechtfertigen]
13192δικαιοπαροχήδι-και-ο-πα-ρο-χή ουσ. (θηλ.) ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ.: δικαιόχρηση. ΣΥΝ. φραντσάιζ
13193δικαιοπάροχοςδι-και-ο-πά-ρο-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ.: πρόσωπο ή εταιρεία που μεταβιβάζει σε άλλον δικαίωμα και ειδικότ. που του παρέχει την άδεια να διαθέτει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες ή να φέρει αποκλειστικά εμπορική επωνυμία σε ορισμένη περιοχή. ΑΝΤ. δικαιοδόχος [< γερμ. Gewährsmann]
13194δικαιοπλαστικός, ή, ό δι-και-ο-πλα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στη διαμόρφωση κανόνων δικαίου: η ~ή λειτουργία της νομολογίας. Το ~ό έργο του δικαστή.
13195δικαιοπρακτικός, ή, ό δι-και-ο-πρα-κτι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη δικαιοπραξία: ~ή: βούληση. ~ά: έγγραφα. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαιοπρακτική ανικανότητα: έλλειψη προϋποθέσεων κατάρτισης δικαιοπραξίας: μερική/ολική ~ ~., δικαιοπρακτική ικανότητα: δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης σε δικαιοπραξίες: περιορισµένη/πλήρης ~ ~. Εκχώρηση ~ής ~ας. [< αγγλ. legal capacity] [< μτγν. δικαιοπρακτικός 'που πράττει δίκαια']
13196δικαιοπραξίαδι-και-ο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δήλωση ιδιωτικής βούλησης για σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση έννομης σχέσης: άτυπη/διμερής (π.χ. σύμβαση)/εκποιητική/επαχθής/μονομερής (π.χ. διαθήκη)/υποσχετική ~. ~ εν ζωή. Έγκριση/προϋποθέσεις ~ών. Ανίκανος/ικανός για ~. [< μτγν. δικαιοπραξία 'δίκαιη πράξη, σύμφωνη με τον νόμο', γαλλ. acte judiciaire, γερμ. Rechtsgeschäft]
13197δίκαιος, η, ο δί-και-ος επίθ. 1. που είναι σύμφωνος με το δίκαιο: ~ος: αγώνας/διακανονισμός/όρος. ~η: αμοιβή/απαίτηση/αποζημίωση/διανομή (κληρονομιάς)/διεκδίκηση/δίκη/επιλογή/κρίση/μεταχείριση/ποινή/πολιτική/ρύθμιση. ~ο: αίτημα. Είναι ~ο να/που ... (: ορθό, πρέπον, σωστό). Αν θέλουμε να είμαστε ~οι, … Η διεθνής κοινότητα αναζητά μια ~η και βιώσιμη λύση/διευθέτηση του ζητήματος.|| (για πρόσ.) ~ος: εξεταστής/κριτής (= ακριβο~, αμερόληπτος, αντικειμενικός, ΑΝΤ. μεροληπτικός). ΑΝΤ. άδικος (1) 2. δικαιολογημένος: ~ος: εκνευρισμός/χαρακτηρισμός. ~η: αγανάκτηση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αυστηρότητα/δυσφορία/έκρηξη οργής/επιθυμία. ~ο: παράπονο. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος (1) 3. επάξιος: ~ος: έπαινος. ~η: αναγνώριση/επιτυχία/νίκη. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο ● ΦΡ.: (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους (ΚΔ, λόγ.) & (εσφαλμ.) επί δικαίων και αδίκων: (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) προς όλους ανεξαιρέτως: Η υποψία αιωρείται ~ ~., κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος ● βλ. δίκαια [< αρχ. δίκαιος]
13198δικαιοστάσιοδι-και-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. προσωρινή αναστολή εκδίκασης υποθέσεων, παραγραφών, οφειλών, που θεσπίζεται με νόμο, λόγω έκτακτων συνθηκών. Βλ. χρεοστάσιο, -στάσιο. ΣΥΝ. μορατόριουμ (2) [< λατ. justitium]
13199δικαιοσύνηδι-και-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) ΝΟΜ. 1. ύπαρξη και εφαρμογή του δικαίου: αίσθημα/απόδοση/απονομή/αρχές/η έννοια (της) ~ης. Θεία ~ (πβ. Θεία Δίκη). Αγωνίζομαι/μάχομαι/πολεμώ για (τη) ~. Εν ονόματι/στο όνομα της ~ης. Αποκαταστάθηκε η ~. Ζει με ~ (= δίκαια). Πβ. νομιμότητα. Βλ. ευθυκρισία.|| (ειρων.) Η ~ των ισχυρών. Tι ~ είναι αυτή; (: δεν υπάρχει ~). ΑΝΤ. αδικία 2. (συχνά με κεφαλ. Δ) το νομικό δίκαιο, η δικαστική εξουσία και οι φορείς της: αθλητική/ανταποδοτική/διεθνής/διοικητική/εκκλησιαστική/ηλεκτρονική (: διακίνηση μέσω του διαδικτύου δικογραφιών και άλλων δικαστικών εγγράφων)/ποινική/στρατιωτική/τακτική/φορολογική ~.|| Οι λειτουργοί της ~ης. Το Υπουργείο/ο Υπουργός ~ης. Η αμεροληψία/ανεξαρτησία της ~ης. Παρακώλυση της ~ης. Έχω εμπιστοσύνη/καταφεύγω στη ~. Παραπομπή/προσφυγή στη ~. Έχει μπλεξίματα με τη ~. Καταδικάστηκε από τη ~/με απόφαση της ~ης (: του δικαστηρίου). Αντιμέτωπος με τη ~ θα βρεθεί ο ... Κλήθηκε να λογοδοτήσει ενώπιον της ~ης. Η ~ θα αποφανθεί για ... Οδηγήθηκε/παραδόθηκε/(λόγ.) προσήχθη στη ~. Πβ. Θέμιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος: το δικαστήριο., αποκαταστατική δικαιοσύνη βλ. αποκαταστατικός, διανεμητική δικαιοσύνη βλ. διανεμητικός, κοινωνική δικαιοσύνη βλ. κοινωνικός, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης βλ. ήλιος, πολιτική δικαιοσύνη βλ. πολιτικός ● ΦΡ.: ο πέλεκυς της δικαιοσύνης: δικαστική τιμωρία: Βαρύς θα πέσει ~ ~ (: για αυστηρή ποινή, παραδειγματική τιμωρία). Αντιμετωπίζει τον ~υ ~., η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< 1: αρχ. δικαιοσύνη 2: γαλλ. justice]
13200δικαιούμαι[δικαιοῦμαι] δι-και-ού-μαι ρ. (μτβ.) {δικαι-ούσαι, -ούται ... | παρατ. δικαιούμουν (λόγ.) εδικαιούμην, (συνήθ.) -ούτο ..., μόνο στον ενεστ.} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έχω νόμιμη αξίωση: ~ άδεια/μερίδιο (στην κληρονομιά)/μετεγγραφή/περίθαλψη. ~ούται επίδομα. Δεν ~ούνται αποζημίωσης. Ο εναγόμενος ~ούται να τύχει παράτασης της προθεσμίας. Όλοι οι ασφαλισμένοι ~ούνται να πάρουν σύνταξη. Πβ. νομιμοποιούμαι. 2. έχω δικαίωμα: ~ να λέω τη γνώμη μου/να ονειρεύομαι. Δεν ~ούσαι να παραπονιέσαι. ~ούται μια δεύτερη ευκαιρία. ~ούμαστε έναν καλύτερο κόσμο. Η πόλη δεν έχει τις υποδομές που ~ούται.|| (συνήθ. ειρων.) Δεν ~ούται (δια) να ομιλεί. Βλ. υποχρεούμαι. ΣΥΝ. αξίζω (2) ● Μτχ.: δικαιούμενος , η, ο: (για πρόσ.) που μπορεί νόμιμα να απαιτήσει κάτι ή (για κάτι) που οφείλεται: (+ γεν.) ασθενείς ~οι αναρρωτικής αδείας. (ως ουσ.) Οι ~οι συμμετοχής στον διαγωνισμό πρέπει να ... Πβ. δικαιούχος.|| Κρατήσεις από το ~ο ποσό. [< αρχ. δικαιῶ, γαλλ. être en droit de]
13201δικαιούχος[δικαιοῦχος] δι-και-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. κάτοχος δικαιώματος: βασικός/δυνητικός/κύριος/νόμιμος/τελικός ~. ~ αποζημίωσης/ενίσχυσης/επιδόματος/λογαριασμού (πβ. δικαιούμενος). ~-επικαρπωτής.|| (ως επίθ.) ~ος: εταιρεία. Τα ~α πρόσωπα. Βλ. υπόχρεος, -ούχος1.
13202δικαιόχρησηδι-και-ό-χρη-ση ουσ. (θηλ.) & δικαιοχρησία: ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ. δικαίωμα πώλησης των προϊόντων ή των υπηρεσιών εταιρείας σε ορισμένη περιοχή με χρήση του σήματος, της επωνυμίας και της τεχνογνωσίας της. Βλ. δικαιοδόχος. ΣΥΝ. δικαιοπαροχή, φραντσάιζ
13203δικαίωμαδι-καί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {δικαιώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. εξουσία, ελευθερία που απονέμεται από το Δίκαιο σε ορισμένο πρόσωπο (τον δικαιούχο), για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντος: αστικά/ατομικά/επαγγελματικά ~ατα. ~ αυτοδιάθεσης (των λαών)/γνώμης/επιβίωσης/εργασίας/ιδιοκτησίας/ισότητας/(ελεύθερης) κυκλοφορίας των πολιτών/συνταξιοδότησης/ψήφου. ~ στη(ν) αξιοπρέπεια/εκπαίδευση/έκφραση/ελευθερία/ζωή/μόρφωση/πληροφόρηση/σωματική ακεραιότητα. Διασφάλιση/θεμελίωση/κατοχύρωση/μεταβίβαση/παραβίαση/παραχώρηση/(δικαστική) στέρηση ~ατος. Αναγνωρίζω/ασκώ/διεκδικώ/εκχωρώ/επικαλούμαι/κατακτώ/προασπίζω/προστατεύω/σέβομαι/χάνω ένα ~. Δεν έχει το ηθικό ~ να ... Η απεργία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο/αναφαίρετο/απαράγραπτο ~ των εργαζομένων. Η εταιρεία διατηρεί το ~ τροποποίησης των όρων της σύμβασης. Προβάλλει ~ατα κυριότητας επί της/στη ... 2. άδεια ή δυνατότητα που αναγνωρίζεται σε κάποιον (να πράξει κάτι): ~ διαμονής/εγγραφής/εξαγοράς/επιλογής/επιστροφής προϊόντος/πρόσβασης (σε πηγές)/προτεραιότητας/προτίμησης/υποβολής (φακέλου, υποψηφιότητας). Ποιος σου έδωσε το ~ να επέμβεις στη συζήτηση; Mε ποιο ~ έψαξες τα προσωπικά μου αντικείμενα; Έχω (το) ~ να μάθω την αλήθεια (= δικαιούμαι). Αποτελεί/είναι ~ά μου να αρνηθώ την πρότασή σου. ~ δανεισμού από τη βιβλιοθήκη έχουν όλοι οι φοιτητές. Κάρτα που παρέχει ~ εισόδου σε μουσεία. ~ συμμετοχής στον διαγωνισμό. ~ στο αύριο/στην ελπίδα/στον έρωτα/στο όνειρο/στο χαμόγελο. δικαιώματα (τα): νόμιμη αμοιβή, ποσοστό, φόρος που μπορεί να ζητηθεί: συμβολαιογραφικά ~. Καταβάλλω/πληρώνω ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδυνάμωση δικαιώματος: ΝΟΜ. που η ισχύς του έχει μειωθεί ή καταργηθεί λόγω αδράνειας κατά την άσκησή του: ~ ~ στο εργατικό/ιδιωτικό δίκαιο. [< γερμ. Verwirkung] , δικαίωμα επικοινωνίας ΝΟΜ. 1. (στο Διεθνές Δίκαιο) το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών από μια χώρα σε άλλη. 2. (στο Οικογενειακό Δίκαιο) το δικαίωμα επικοινωνίας γονέα με τέκνο του οποίου δεν έχει την επιμέλεια., εργατικά δικαιώματα {σπανιότ. στον εν.}: το σύνολο των δικαιωμάτων των εργαζομένων: Εργατική Νομοθεσία και ~ ~. Τα ~ ~ των γυναικών., περιουσιακά δικαιώματα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. δικαιώματα ιδιοκτησίας. [< αγγλ. economic rights, γαλλ. droits patrimoniaux] , πολιτικά δικαιώματα & πολιτικές ελευθερίες: ΝΟΜ. το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, της ελευθερίας έκφρασης, της άσκησης ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής στα κοινά και σε φορείς συλλογικής δράσης. [< αγγλ. civil rights, γαλλ. droits civils] , τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου: θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που απορρέουν από τη φύση του ανθρώπου και θεωρούνται απαραβίαστα: Χάρτα/Χάρτης των ~ίνων ~άτων. Καταπάτηση των ~ίνων ~άτων/των ~άτων ~. [< αγγλ. human rights, γερμ. die Menschenrechte] , χρηματοοικονομικά δικαιώματα: ΝΟΜ. δυνατότητα αγοράς ή πώλησης τίτλου σε ορισμένη τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα., αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα βλ. αμεταβίβαστος, ασφαλιστικά δικαιώματα βλ. ασφαλιστικός, δικαίωμα ακρόασης βλ. ακρόαση, δικαίωμα αναφοράς βλ. αναφορά, δικαίωμα επίσχεσης βλ. επίσχεση, δικαίωμα προαίρεσης/προαιρέσεως βλ. προαίρεση, δικαίωμα υψούν βλ. υψούν, Ειδικό Τραβηκτικό Δικαίωμα βλ. τραβηκτικός, έκδοση δικαιωμάτων βλ. έκδοση, εμπράγματο δικαίωμα βλ. εμπράγματος, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, κατάχρηση δικαιώματος βλ. κατάχρηση, κεκτημένο δικαίωμα βλ. κεκτημένος, κληρονομικώ δικαίω/δικαιώματι βλ. κληρονομικός, πνευματικά δικαιώματα βλ. πνευματικός, συγγενικά δικαιώματα βλ. συγγενικός, συγγραφικά δικαιώματα βλ. συγγραφικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι ● ΦΡ.: δίνω δικαίωμα/δικαιώματα (να) βλ. δίνω, επιφυλάσσει το δικαίωμα βλ. επιφυλάσσω, ιδίω δικαιώματι βλ. ίδιος1 [< αρχ. δικαίωμα, γαλλ. droit(s), γερμ. Recht, αγγλ. right(s)]
13204δικαιωματικάδι-και-ω-μα-τι-κά επίρρ. & (λόγ.) δικαιωματικώς [-ῶς]: δίκαια, δικαιολογημένα, εύλογα: Μπορείς ~ να περηφανεύεσαι για την επιτυχία σου. Παίρνουν ~ τη μερίδα του λέοντος. Πβ. αυτοδίκαια, δικαίως, (επ)άξια.
13205δικαιωματικός, ή, ό δι-και-ω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με δικαίωμα ή απορρέει από αυτό: ~ή: αναγνώριση/απαίτηση/θέση/νίκη. ~ό: καθήκον/μερίδιο/προνόμιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.