| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13203 | δικαίωμα | δι-καί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {δικαιώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. εξουσία, ελευθερία που απονέμεται από το Δίκαιο σε ορισμένο πρόσωπο (τον δικαιούχο), για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντος: αστικά/ατομικά/επαγγελματικά ~ατα. ~ αυτοδιάθεσης (των λαών)/γνώμης/επιβίωσης/εργασίας/ιδιοκτησίας/ισότητας/(ελεύθερης) κυκλοφορίας των πολιτών/συνταξιοδότησης/ψήφου. ~ στη(ν) αξιοπρέπεια/εκπαίδευση/έκφραση/ελευθερία/ζωή/μόρφωση/πληροφόρηση/σωματική ακεραιότητα. Διασφάλιση/θεμελίωση/κατοχύρωση/μεταβίβαση/παραβίαση/παραχώρηση/(δικαστική) στέρηση ~ατος. Αναγνωρίζω/ασκώ/διεκδικώ/εκχωρώ/επικαλούμαι/κατακτώ/προασπίζω/προστατεύω/σέβομαι/χάνω ένα ~. Δεν έχει το ηθικό ~ να ... Η απεργία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο/αναφαίρετο/απαράγραπτο ~ των εργαζομένων. Η εταιρεία διατηρεί το ~ τροποποίησης των όρων της σύμβασης. Προβάλλει ~ατα κυριότητας επί της/στη ... 2. άδεια ή δυνατότητα που αναγνωρίζεται σε κάποιον (να πράξει κάτι): ~ διαμονής/εγγραφής/εξαγοράς/επιλογής/επιστροφής προϊόντος/πρόσβασης (σε πηγές)/προτεραιότητας/προτίμησης/υποβολής (φακέλου, υποψηφιότητας). Ποιος σου έδωσε το ~ να επέμβεις στη συζήτηση; Mε ποιο ~ έψαξες τα προσωπικά μου αντικείμενα; Έχω (το) ~ να μάθω την αλήθεια (= δικαιούμαι). Αποτελεί/είναι ~ά μου να αρνηθώ την πρότασή σου. ~ δανεισμού από τη βιβλιοθήκη έχουν όλοι οι φοιτητές. Κάρτα που παρέχει ~ εισόδου σε μουσεία. ~ συμμετοχής στον διαγωνισμό. ~ στο αύριο/στην ελπίδα/στον έρωτα/στο όνειρο/στο χαμόγελο. ● δικαιώματα (τα): νόμιμη αμοιβή, ποσοστό, φόρος που μπορεί να ζητηθεί: συμβολαιογραφικά ~. Καταβάλλω/πληρώνω ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδυνάμωση δικαιώματος: ΝΟΜ. που η ισχύς του έχει μειωθεί ή καταργηθεί λόγω αδράνειας κατά την άσκησή του: ~ ~ στο εργατικό/ιδιωτικό δίκαιο. [< γερμ. Verwirkung] , δικαίωμα επικοινωνίας ΝΟΜ. 1. (στο Διεθνές Δίκαιο) το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών από μια χώρα σε άλλη. 2. (στο Οικογενειακό Δίκαιο) το δικαίωμα επικοινωνίας γονέα με τέκνο του οποίου δεν έχει την επιμέλεια., εργατικά δικαιώματα {σπανιότ. στον εν.}: το σύνολο των δικαιωμάτων των εργαζομένων: Εργατική Νομοθεσία και ~ ~. Τα ~ ~ των γυναικών., περιουσιακά δικαιώματα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. δικαιώματα ιδιοκτησίας. [< αγγλ. economic rights, γαλλ. droits patrimoniaux] , πολιτικά δικαιώματα & πολιτικές ελευθερίες: ΝΟΜ. το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, της ελευθερίας έκφρασης, της άσκησης ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής στα κοινά και σε φορείς συλλογικής δράσης. [< αγγλ. civil rights, γαλλ. droits civils] , τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου: θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που απορρέουν από τη φύση του ανθρώπου και θεωρούνται απαραβίαστα: Χάρτα/Χάρτης των ~ίνων ~άτων. Καταπάτηση των ~ίνων ~άτων/των ~άτων ~. [< αγγλ. human rights, γερμ. die Menschenrechte] , χρηματοοικονομικά δικαιώματα: ΝΟΜ. δυνατότητα αγοράς ή πώλησης τίτλου σε ορισμένη τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα., αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα βλ. αμεταβίβαστος, ασφαλιστικά δικαιώματα βλ. ασφαλιστικός, δικαίωμα ακρόασης βλ. ακρόαση, δικαίωμα αναφοράς βλ. αναφορά, δικαίωμα επίσχεσης βλ. επίσχεση, δικαίωμα προαίρεσης/προαιρέσεως βλ. προαίρεση, δικαίωμα υψούν βλ. υψούν, Ειδικό Τραβηκτικό Δικαίωμα βλ. τραβηκτικός, έκδοση δικαιωμάτων βλ. έκδοση, εμπράγματο δικαίωμα βλ. εμπράγματος, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, κατάχρηση δικαιώματος βλ. κατάχρηση, κεκτημένο δικαίωμα βλ. κεκτημένος, κληρονομικώ δικαίω/δικαιώματι βλ. κληρονομικός, πνευματικά δικαιώματα βλ. πνευματικός, συγγενικά δικαιώματα βλ. συγγενικός, συγγραφικά δικαιώματα βλ. συγγραφικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι ● ΦΡ.: δίνω δικαίωμα/δικαιώματα (να) βλ. δίνω, επιφυλάσσει το δικαίωμα βλ. επιφυλάσσω, ιδίω δικαιώματι βλ. ίδιος1 [< αρχ. δικαίωμα, γαλλ. droit(s), γερμ. Recht, αγγλ. right(s)] | |
| 5067 | δικαιωμα | [ἀξιώνω] α-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αξίω-σα, -θηκα, αξιών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): απαιτώ, ζητώ κάτι συνήθ. δικαιωματικά: ~ μια απάντηση/αποζημίωση/αύξηση μισθού/την παραίτηση (κάποιου)/πειθαρχία/σεβασμό/(μια) συγγνώμη. ~ να γίνει δεκτό το αίτημά μου. ΣΥΝ. έχω την αξίωση να ● Παθ.: αξιώνομαι {κυρ. στον αόρ.} (οικ.): καταφέρνω, πετυχαίνω κάτι: ~θηκα να παντρέψω και τα δυο μου παιδιά.|| (ειρων.) Μπα, ~θηκες να το φτιάξεις; Πότε θα ~θείς να μας μιλήσεις; ● ΦΡ.: ο Θεός με αξίωσε (οικ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος κατάφερε κάτι, βρίσκεται σε μια κατάσταση με τη βοήθεια του Θεού: ~ ~ να κάνω μια ευτυχισμένη οικογένεια/να φτάσω σ' αυτήν την ηλικία. Nα μη μ' αξιώσει ο Θεός να ζήσω άλλες δυστυχίες. [< μεσν. αξιώνω < αρχ. ἀξιῶ] | |
| 13204 | δικαιωματικά | δι-και-ω-μα-τι-κά επίρρ. & (λόγ.) δικαιωματικώς [-ῶς]: δίκαια, δικαιολογημένα, εύλογα: Μπορείς ~ να περηφανεύεσαι για την επιτυχία σου. Παίρνουν ~ τη μερίδα του λέοντος. Πβ. αυτοδίκαια, δικαίως, (επ)άξια. | |
| 13205 | δικαιωματικός | , ή, ό δι-και-ω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με δικαίωμα ή απορρέει από αυτό: ~ή: αναγνώριση/απαίτηση/θέση/νίκη. ~ό: καθήκον/μερίδιο/προνόμιο. | |
| 13206 | δικαιωματισμός | δι-και-ω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): 1. όρος αναφερόμενος στα ανθρώπινα δικαιώματα για την υπεράσπιση πολιτικών κυρ. θέσεων: αριστερός ~. 2. αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο πολίτης έχει μόνο δικαιώματα και σχεδόν καμιά υποχρέωση: άκρατος/ατομικός ~. [< αγγλ. rightism, 1939, γαλλ. droits-de-l'hommisme, 1986] | |
| 13207 | δικαιωμένος | , η, ο δι-και-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει δικαιωθεί: ~η: ζωή/προσπάθεια. Αισθάνομαι/νιώθω ~, γιατί οι προβλέψεις μου επαληθεύτηκαν. Βγήκε ~ από τον δικαστικό αγώνα. ΑΝΤ. αδικαίωτος | |
| 13208 | δικαιώνω | δι-και-ώ-νω ρ. (μτβ.) {δικαίω-σα, δικαιώ-θηκα, -μένος, δικαιών-οντας} 1. αποδεικνύω, συνήθ. εκ των υστέρων, ότι κάτι ήταν ορθό ή δίκαιο, επιβεβαιώνω ή επιβραβεύω: Η εξέλιξη ~σε τις ανησυχίες/ελπίδες/επιλογές/επιφυλάξεις/προβλέψεις/υποψίες/τους φόβους της. ~σε όσους τον πίστεψαν. Τα γεγονότα με ~σαν. Τα ευρήματα ~σαν την υπόθεση της έρευνας. Πβ. επαληθεύω.|| ~σε το όνομά (: τίμησε)/την παρουσία/τη φήμη του. Η πορεία των πραγμάτων/ο χρόνος τον ~σε. Έχει ~θεί στην πράξη/στη συνείδηση του κόσμου. ~θηκε απόλυτα/περίτρανα/πλήρως. Οι αγώνες/προσπάθειές τους ~θηκαν (: ανταμείφθηκαν, απέδωσαν). ΑΝΤ. διαψεύδω (2) 2. ΝΟΜ. (συνήθ. για δικαστήριο) αναγνωρίζω κάτι ως δίκαιο ή/και αποφαίνομαι σχετικά, απαλλάσσω από κατηγορία: Η δικαστική απόφαση/η έκβαση της δίκης ~σε τον κατηγορούμενο. Το αίτημά/η ένστασή/η προσφυγή του ~θηκε. Ελπίζω να ~θώ στο εφετείο. [< αρχ. δικαιῶ, γαλλ. justifier] | |
| 13209 | δικαίως | βλ. δίκαια | |
| 13210 | δικαίωση | δι-καί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιβεβαίωση, συνήθ. εκ των υστέρων· επιβράβευση: ~ των επιλογών/προβλέψεών/προσδοκιών του. Απόλυτη/πλήρης ~ των θέσεών μας/(σπανιότ.) για τις θέσεις μας. Πβ. επαλήθευση.|| Ηθική/πανηγυρική/τελική ~ των αγώνων τους. Η ώρα της ~ης. Πβ. αναγνώριση. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. διάψευση (2) 2. ΝΟΜ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του δικαιώνω: δικαστική ~. ~ αιτήματος/ένστασης/προσφυγής. Απόφαση ~ης. [< αρχ. δικαίωσις, γαλλ. justification] | |
| 13211 | δικανικός | , ή, ό δι-κα-νι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη δίκη και τις αγορεύσεις στο δικαστήριο: ~ός: λόγος (βλ. επιδεικτικός, συμβουλευτικός)/όρος/συλλογισμός. ~ή: γλωσσολογία (πβ. δικαστική)/ικανότητα/κρίση/ρητορική. ~ό: επιχείρημα. [< αρχ. δικανικός] | |
| 13212 | δίκαννος | , η, ο δί-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει δύο κάννες: ~η: καραμπίνα. Βλ. μονόκαννος. ● Ουσ.: δίκαννο (το): Τον σημάδεψε με το ~. | |
| 13213 | δικάσιμος | δι-κά-σι-μος ουσ. (θηλ.) & δικάσιμη: ΝΟΜ. η ημέρα που έχει οριστεί για την εκδίκαση υπόθεσης: τακτική ~ (: που δεν έχει αναβληθεί). Ορίστηκε νέα ~. Βλ. ακρόαση. [< μτγν. δικάσιμος] | |
| 13214 | δικαστηριακός | , ή, ό δι-κα-στη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το δικαστήριο: ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/διερμηνεία/κρίση/πρακτική. ~οί κύκλοι εξέφρασαν τη θέση ότι ... Πβ. δικαστικός. [< μτγν. δικαστηριακός ‘που ανήκει στο δικαστήριο’] | |
| 13215 | δικαστήριο | δι-κα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΝΟΜ. 1. (συχνά με κεφαλ. Δ) κρατικό όργανο απονομής δικαιοσύνης· περιληπτ. οι δικαστικοί λειτουργοί (δικαστές και εισαγγελείς) που δικάζουν μια υπόθεση και συνεκδ. το σχετικό κτίριο: αναθεωρητικό/αναιρετικό/αρμόδιο/αστικό/δευτεροβάθμιο/διοικητικό (: για διαφορές ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη)/εκκλησιαστικό/έκτακτο/μικτό/ομοσπονδιακό/ορκωτό/ποινικό/πολιτικό (: για ιδιωτικές διαφορές)/πρωτοβάθμιο/στρατιωτικό (πβ. στρατοδικείο)/τακτικό ~. ~ ανηλίκων. Γραμματέας/μέλη/πρόεδρος ~ου. Η υπόθεση έφτασε στα ~α.|| Το ~ άγεται στην κρίση/στο συμπέρασμα ότι ... Το ~ απαλλάσσει από τις κατηγορίες/καταδικάζει τον κατηγορούμενο. Το ~ απέρριψε/έκανε δεκτή την ένσταση. Το ~ αποσύρεται/αποφαίνεται/αποφασίζει/ασκεί τη δικαιοδοσία του/συνεδριάζει/συνέρχεται. Προς το σεβαστό ~ … Κατέθεσε/παρουσιάστηκε ενώπιον του ~ίου.|| (μτφ.) Το ~ της κοινής γνώμης/του κόσμου. Τηλεοπτικό ~ (= τηλεδικείο).|| Tα ~α (: συγκρότημα κτιρίων). Πβ. ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. Bλ. Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο, Συμβούλιο της Επικρατείας, -τήριο. 2. (συνεκδ.) δικαστική υπόθεση, δίκη: Κερδίζω/χάνω το ~. Το ~ αναβλήθηκε. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο: που εκδικάζει ενστάσεις κατά του κύρους των βουλευτικών εκλογών, κρίνει για την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, αίρει συγκρούσεις μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών Αρχών. [< γερμ. Oberster Sondergerichtshof] , Διαιτητικό Δικαστήριο: που ασκεί διαιτησία. [< γερμ. Schiedsgericht] , Διεθνές Δικαστήριο (της Χάγης): δικαστικό όργανο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών., δικαστήριο της ουσίας: που εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία., Οργανισμός Δικαστηρίων: οι (γραπτοί) κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν τα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων., Ακυρωτικό Δικαστήριο βλ. ακυρωτικός, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. ευρωπαϊκός, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο βλ. ευρωπαϊκός, λαϊκό δικαστήριο βλ. λαϊκός, Συνταγματικό Δικαστήριο βλ. συνταγματικός ● ΦΡ.: έχω δικαστήριο (προφ.): πρέπει να παραστώ σε δίκη (ως δικαστής, διάδικος, κατήγορος, συνήγορος)., οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια (προφ.): κάνω αγωγή ή μήνυση σε κάποιον. [< αρχ. δικαστήριον, γαλλ. tribunal] | |
| 13216 | δικαστής | δι-κα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γεν. θηλ. δικαστού· κλητ. δικαστά | (προφ.) θηλ. δικαστίνα} 1. ΝΟΜ. δημόσιος λειτουργός που ασκεί τη δικαστική εξουσία: αδέκαστος/αμερόληπτος/ανώτατος/αρμόδιος/αυστηρός/δίκαιος/διοικητικός/επίορκος/κοινοτικός/ποινικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ ανηλίκων. Εισηγητής ~. Διορισμός ~ή. Η ακεραιότητα/ανεξαρτησία/ευθυκρισία/το κύρος του ~ή. Ο εναγόμενος θα εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του ~ή. Ο προεδρεύων ~. ~ές και ένορκοι. Οι ~ές (= το δικαστήριο) τον αθώωσαν. Εθνική Σχολή ~ών. Ένωση Eλλήνων ~ών και Εισαγγελέων. Πβ. δικαστικός. Βλ. αρχι~, ευρω~. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) κριτής: ~ των πράξεων/της συμπεριφοράς (κάποιου). Αυτόκλητος ~ των πάντων (πβ. τιμητής). Με ύφος ~ή (= επικριτικό, σοβαρό, αυστηρό). Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητικός δικαστής: ΝΟΜ. που επιβάλλει ποινές για πειθαρχικά παραπτώματα σε αθλητικά σωματεία, παράγοντες και αθλητές., τακτικός δικαστής: ΝΟΜ. που ασκεί τη δικαστική εξουσία ως κύριο έργο. Βλ. ένορκος., φυσικός δικαστής: ΝΟΜ. που ορίζεται από τον νόμο πριν και ανεξάρτητα από την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης. [< αρχ. δικαστής, μτγν. δικάστρια, πβ. αγγλ. dicast, γαλλ. juge] | |
| 13217 | δικαστικός | , ή, ό δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την απονομή της δικαιοσύνης, τα όργανα και τους λειτουργούς της: ~ός: κλάδος/πληρεξούσιος/συμβιβασμός/σύμβουλος/υπάλληλος/φάκελος. ~ή: αγωγή/αίθουσα (= αίθουσα δικαστηρίου)/γλωσσολογία (πβ. δικανική)/διαφορά/δίωξη/έκθεση/εκπροσώπηση/εντολή/οδός/πλάνη/προστασία/προσφυγή/τήβεννος/ψήφος/ψυχολογία. ~ό: γραφείο/ένσημο/επάγγελμα/έτος/μέγαρο (βλ. δικαστήριο)/ρεπορτάζ/σώμα (: οι δικαστές). ~ό προηγούμενο (= δεδικασμένο). ~ές: Αρχές/φυλακές (: για ποινές κάτω του έτους και για εγκλήματα εξ αμελείας). ~ά: έδρανα/τέλη. Δικαιώθηκε με ~ή απόφαση. Πβ. δικαστηριακός. Βλ. εξω~, παρα~, προ~. ● Ουσ.: δικαστικός (ο/η): δικαστής ή εισαγγελέας. ● επίρρ.: δικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Κινούμαι/στρέφομαι ~ εναντίον κάποιου. ΑΝΤ. εξωδίκως ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες της δημοκρατίας, υπεύθυνη για την απονομή δικαιοσύνης και συνεκδ. ο φορέας της. Πβ. Θέμιδα. [< γαλλ. pouvoir judiciaire] , δικαστική συνδρομή/συνεργασία & (σπάν.) δικαστική αρωγή: συμφωνία μεταξύ κρατών για άμεση βοήθεια και συνεργασία των δικαστικών Αρχών: διεθνής ~ ~. Αμοιβαία ~ ~ σε αστικές/ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση., δικαστικό συμβούλιο (κ. με κεφαλ. Δ, Σ): όργανο που ελέγχει την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας και αποφασίζει αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη: ~ά ~α Εφετών/Πλημμελειοδικών. Βλ. βούλευμα., δικαστική αντίληψη βλ. αντίληψη, δικαστική απαγόρευση βλ. απαγόρευση, δικαστική γραφολογία βλ. γραφολογία, δικαστική συμπαράσταση βλ. συμπαράσταση, δικαστικός αγώνας βλ. αγώνας, δικαστικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, δικαστικός επιμελητής βλ. επιμελητής, δικαστικός κλητήρας βλ. κλητήρας [< αρχ. δικαστικός, γαλλ. judiciaire] | |
| 13218 | δικατάληκτο | δι-κα-τά-λη-κτο επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (κυρ. για επίθετο) που έχει δύο καταλήξεις, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό γένος και μία για το ουδέτερο: Το ''πλήρης'' είναι τριγενές και ~. Βλ. τρικατάληκτο. [< μτγν. δικατάληκτος] | |
| 13219 | δικάταρτος | , η, ο δι-κά-ταρ-τος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για πλεούμενο) που έχει δύο κατάρτια, ιστούς: ~ο: ιστιοφόρο/πλοίο. Βλ. -κάταρτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο. [< μεσν. δικάταρτος] | |
| 13222 | δικέλλα | δι-κέλ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) δικέλλι (το): σκαπτικό εργαλείο με διχαλωτό άκρο. [< αρχ. δίκελλα, μεσν. δικέλλι(ν)] | |
| 13223 | δίκερος | , ος/η, ο δί-κε-ρος επίθ.: που έχει δύο κέρατα ή δύο τμήματα: ~ο: βόδι. Βλ. μονόκερως.|| ~ο: αμόνι. Βλ. διχαλωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: δίκερη/δίκερος μήτρα & (σπάν.) διθάλαμη μήτρα: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας, η οποία έχει δύο μητρικά κέρατα μερικώς ενωμένα που καταλήγουν σε έναν κοινό τράχηλο. [< αρχ. δίκερως] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ