| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13206 | δικαιωματισμός | δι-και-ω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): 1. όρος αναφερόμενος στα ανθρώπινα δικαιώματα για την υπεράσπιση πολιτικών κυρ. θέσεων: αριστερός ~. 2. αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο πολίτης έχει μόνο δικαιώματα και σχεδόν καμιά υποχρέωση: άκρατος/ατομικός ~. [< αγγλ. rightism, 1939, γαλλ. droits-de-l'hommisme, 1986] | |
| 13207 | δικαιωμένος | , η, ο δι-και-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει δικαιωθεί: ~η: ζωή/προσπάθεια. Αισθάνομαι/νιώθω ~, γιατί οι προβλέψεις μου επαληθεύτηκαν. Βγήκε ~ από τον δικαστικό αγώνα. ΑΝΤ. αδικαίωτος | |
| 13208 | δικαιώνω | δι-και-ώ-νω ρ. (μτβ.) {δικαίω-σα, δικαιώ-θηκα, -μένος, δικαιών-οντας} 1. αποδεικνύω, συνήθ. εκ των υστέρων, ότι κάτι ήταν ορθό ή δίκαιο, επιβεβαιώνω ή επιβραβεύω: Η εξέλιξη ~σε τις ανησυχίες/ελπίδες/επιλογές/επιφυλάξεις/προβλέψεις/υποψίες/τους φόβους της. ~σε όσους τον πίστεψαν. Τα γεγονότα με ~σαν. Τα ευρήματα ~σαν την υπόθεση της έρευνας. Πβ. επαληθεύω.|| ~σε το όνομά (: τίμησε)/την παρουσία/τη φήμη του. Η πορεία των πραγμάτων/ο χρόνος τον ~σε. Έχει ~θεί στην πράξη/στη συνείδηση του κόσμου. ~θηκε απόλυτα/περίτρανα/πλήρως. Οι αγώνες/προσπάθειές τους ~θηκαν (: ανταμείφθηκαν, απέδωσαν). ΑΝΤ. διαψεύδω (2) 2. ΝΟΜ. (συνήθ. για δικαστήριο) αναγνωρίζω κάτι ως δίκαιο ή/και αποφαίνομαι σχετικά, απαλλάσσω από κατηγορία: Η δικαστική απόφαση/η έκβαση της δίκης ~σε τον κατηγορούμενο. Το αίτημά/η ένστασή/η προσφυγή του ~θηκε. Ελπίζω να ~θώ στο εφετείο. [< αρχ. δικαιῶ, γαλλ. justifier] | |
| 13209 | δικαίως | βλ. δίκαια | |
| 13210 | δικαίωση | δι-καί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιβεβαίωση, συνήθ. εκ των υστέρων· επιβράβευση: ~ των επιλογών/προβλέψεών/προσδοκιών του. Απόλυτη/πλήρης ~ των θέσεών μας/(σπανιότ.) για τις θέσεις μας. Πβ. επαλήθευση.|| Ηθική/πανηγυρική/τελική ~ των αγώνων τους. Η ώρα της ~ης. Πβ. αναγνώριση. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. διάψευση (2) 2. ΝΟΜ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του δικαιώνω: δικαστική ~. ~ αιτήματος/ένστασης/προσφυγής. Απόφαση ~ης. [< αρχ. δικαίωσις, γαλλ. justification] | |
| 13211 | δικανικός | , ή, ό δι-κα-νι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη δίκη και τις αγορεύσεις στο δικαστήριο: ~ός: λόγος (βλ. επιδεικτικός, συμβουλευτικός)/όρος/συλλογισμός. ~ή: γλωσσολογία (πβ. δικαστική)/ικανότητα/κρίση/ρητορική. ~ό: επιχείρημα. [< αρχ. δικανικός] | |
| 13212 | δίκαννος | , η, ο δί-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει δύο κάννες: ~η: καραμπίνα. Βλ. μονόκαννος. ● Ουσ.: δίκαννο (το): Τον σημάδεψε με το ~. | |
| 13213 | δικάσιμος | δι-κά-σι-μος ουσ. (θηλ.) & δικάσιμη: ΝΟΜ. η ημέρα που έχει οριστεί για την εκδίκαση υπόθεσης: τακτική ~ (: που δεν έχει αναβληθεί). Ορίστηκε νέα ~. Βλ. ακρόαση. [< μτγν. δικάσιμος] | |
| 13214 | δικαστηριακός | , ή, ό δι-κα-στη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το δικαστήριο: ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/διερμηνεία/κρίση/πρακτική. ~οί κύκλοι εξέφρασαν τη θέση ότι ... Πβ. δικαστικός. [< μτγν. δικαστηριακός ‘που ανήκει στο δικαστήριο’] | |
| 13215 | δικαστήριο | δι-κα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΝΟΜ. 1. (συχνά με κεφαλ. Δ) κρατικό όργανο απονομής δικαιοσύνης· περιληπτ. οι δικαστικοί λειτουργοί (δικαστές και εισαγγελείς) που δικάζουν μια υπόθεση και συνεκδ. το σχετικό κτίριο: αναθεωρητικό/αναιρετικό/αρμόδιο/αστικό/δευτεροβάθμιο/διοικητικό (: για διαφορές ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη)/εκκλησιαστικό/έκτακτο/μικτό/ομοσπονδιακό/ορκωτό/ποινικό/πολιτικό (: για ιδιωτικές διαφορές)/πρωτοβάθμιο/στρατιωτικό (πβ. στρατοδικείο)/τακτικό ~. ~ ανηλίκων. Γραμματέας/μέλη/πρόεδρος ~ου. Η υπόθεση έφτασε στα ~α.|| Το ~ άγεται στην κρίση/στο συμπέρασμα ότι ... Το ~ απαλλάσσει από τις κατηγορίες/καταδικάζει τον κατηγορούμενο. Το ~ απέρριψε/έκανε δεκτή την ένσταση. Το ~ αποσύρεται/αποφαίνεται/αποφασίζει/ασκεί τη δικαιοδοσία του/συνεδριάζει/συνέρχεται. Προς το σεβαστό ~ … Κατέθεσε/παρουσιάστηκε ενώπιον του ~ίου.|| (μτφ.) Το ~ της κοινής γνώμης/του κόσμου. Τηλεοπτικό ~ (= τηλεδικείο).|| Tα ~α (: συγκρότημα κτιρίων). Πβ. ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. Bλ. Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο, Συμβούλιο της Επικρατείας, -τήριο. 2. (συνεκδ.) δικαστική υπόθεση, δίκη: Κερδίζω/χάνω το ~. Το ~ αναβλήθηκε. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο: που εκδικάζει ενστάσεις κατά του κύρους των βουλευτικών εκλογών, κρίνει για την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, αίρει συγκρούσεις μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών Αρχών. [< γερμ. Oberster Sondergerichtshof] , Διαιτητικό Δικαστήριο: που ασκεί διαιτησία. [< γερμ. Schiedsgericht] , Διεθνές Δικαστήριο (της Χάγης): δικαστικό όργανο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών., δικαστήριο της ουσίας: που εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία., Οργανισμός Δικαστηρίων: οι (γραπτοί) κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν τα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων., Ακυρωτικό Δικαστήριο βλ. ακυρωτικός, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. ευρωπαϊκός, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο βλ. ευρωπαϊκός, λαϊκό δικαστήριο βλ. λαϊκός, Συνταγματικό Δικαστήριο βλ. συνταγματικός ● ΦΡ.: έχω δικαστήριο (προφ.): πρέπει να παραστώ σε δίκη (ως δικαστής, διάδικος, κατήγορος, συνήγορος)., οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια (προφ.): κάνω αγωγή ή μήνυση σε κάποιον. [< αρχ. δικαστήριον, γαλλ. tribunal] | |
| 13216 | δικαστής | δι-κα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γεν. θηλ. δικαστού· κλητ. δικαστά | (προφ.) θηλ. δικαστίνα} 1. ΝΟΜ. δημόσιος λειτουργός που ασκεί τη δικαστική εξουσία: αδέκαστος/αμερόληπτος/ανώτατος/αρμόδιος/αυστηρός/δίκαιος/διοικητικός/επίορκος/κοινοτικός/ποινικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ ανηλίκων. Εισηγητής ~. Διορισμός ~ή. Η ακεραιότητα/ανεξαρτησία/ευθυκρισία/το κύρος του ~ή. Ο εναγόμενος θα εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του ~ή. Ο προεδρεύων ~. ~ές και ένορκοι. Οι ~ές (= το δικαστήριο) τον αθώωσαν. Εθνική Σχολή ~ών. Ένωση Eλλήνων ~ών και Εισαγγελέων. Πβ. δικαστικός. Βλ. αρχι~, ευρω~. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) κριτής: ~ των πράξεων/της συμπεριφοράς (κάποιου). Αυτόκλητος ~ των πάντων (πβ. τιμητής). Με ύφος ~ή (= επικριτικό, σοβαρό, αυστηρό). Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητικός δικαστής: ΝΟΜ. που επιβάλλει ποινές για πειθαρχικά παραπτώματα σε αθλητικά σωματεία, παράγοντες και αθλητές., τακτικός δικαστής: ΝΟΜ. που ασκεί τη δικαστική εξουσία ως κύριο έργο. Βλ. ένορκος., φυσικός δικαστής: ΝΟΜ. που ορίζεται από τον νόμο πριν και ανεξάρτητα από την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης. [< αρχ. δικαστής, μτγν. δικάστρια, πβ. αγγλ. dicast, γαλλ. juge] | |
| 13217 | δικαστικός | , ή, ό δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την απονομή της δικαιοσύνης, τα όργανα και τους λειτουργούς της: ~ός: κλάδος/πληρεξούσιος/συμβιβασμός/σύμβουλος/υπάλληλος/φάκελος. ~ή: αγωγή/αίθουσα (= αίθουσα δικαστηρίου)/γλωσσολογία (πβ. δικανική)/διαφορά/δίωξη/έκθεση/εκπροσώπηση/εντολή/οδός/πλάνη/προστασία/προσφυγή/τήβεννος/ψήφος/ψυχολογία. ~ό: γραφείο/ένσημο/επάγγελμα/έτος/μέγαρο (βλ. δικαστήριο)/ρεπορτάζ/σώμα (: οι δικαστές). ~ό προηγούμενο (= δεδικασμένο). ~ές: Αρχές/φυλακές (: για ποινές κάτω του έτους και για εγκλήματα εξ αμελείας). ~ά: έδρανα/τέλη. Δικαιώθηκε με ~ή απόφαση. Πβ. δικαστηριακός. Βλ. εξω~, παρα~, προ~. ● Ουσ.: δικαστικός (ο/η): δικαστής ή εισαγγελέας. ● επίρρ.: δικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Κινούμαι/στρέφομαι ~ εναντίον κάποιου. ΑΝΤ. εξωδίκως ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες της δημοκρατίας, υπεύθυνη για την απονομή δικαιοσύνης και συνεκδ. ο φορέας της. Πβ. Θέμιδα. [< γαλλ. pouvoir judiciaire] , δικαστική συνδρομή/συνεργασία & (σπάν.) δικαστική αρωγή: συμφωνία μεταξύ κρατών για άμεση βοήθεια και συνεργασία των δικαστικών Αρχών: διεθνής ~ ~. Αμοιβαία ~ ~ σε αστικές/ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση., δικαστικό συμβούλιο (κ. με κεφαλ. Δ, Σ): όργανο που ελέγχει την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας και αποφασίζει αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη: ~ά ~α Εφετών/Πλημμελειοδικών. Βλ. βούλευμα., δικαστική αντίληψη βλ. αντίληψη, δικαστική απαγόρευση βλ. απαγόρευση, δικαστική γραφολογία βλ. γραφολογία, δικαστική συμπαράσταση βλ. συμπαράσταση, δικαστικός αγώνας βλ. αγώνας, δικαστικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, δικαστικός επιμελητής βλ. επιμελητής, δικαστικός κλητήρας βλ. κλητήρας [< αρχ. δικαστικός, γαλλ. judiciaire] | |
| 13218 | δικατάληκτο | δι-κα-τά-λη-κτο επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (κυρ. για επίθετο) που έχει δύο καταλήξεις, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό γένος και μία για το ουδέτερο: Το ''πλήρης'' είναι τριγενές και ~. Βλ. τρικατάληκτο. [< μτγν. δικατάληκτος] | |
| 13219 | δικάταρτος | , η, ο δι-κά-ταρ-τος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για πλεούμενο) που έχει δύο κατάρτια, ιστούς: ~ο: ιστιοφόρο/πλοίο. Βλ. -κάταρτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο. [< μεσν. δικάταρτος] | |
| 13222 | δικέλλα | δι-κέλ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) δικέλλι (το): σκαπτικό εργαλείο με διχαλωτό άκρο. [< αρχ. δίκελλα, μεσν. δικέλλι(ν)] | |
| 13223 | δίκερος | , ος/η, ο δί-κε-ρος επίθ.: που έχει δύο κέρατα ή δύο τμήματα: ~ο: βόδι. Βλ. μονόκερως.|| ~ο: αμόνι. Βλ. διχαλωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: δίκερη/δίκερος μήτρα & (σπάν.) διθάλαμη μήτρα: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας, η οποία έχει δύο μητρικά κέρατα μερικώς ενωμένα που καταλήγουν σε έναν κοινό τράχηλο. [< αρχ. δίκερως] | |
| 13224 | δικέφαλος | , η, ο δι-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει δύο κεφαλές: ~ο: τέρας.|| (μτφ.) ~η: ηγεσία. Βλ. -κέφαλος. ● Ουσ.: Δικέφαλος (ο): ΑΘΛ. ονομασία ποδοσφαιρικών ομάδων, που έχουν ως έμβλημα τον δικέφαλο αετό. ● ΣΥΜΠΛ.: δικέφαλος (μυς): ΑΝΑΤ. που έχει δύο εκφύσεις: ~ βραχιόνιος/μηριαίος. Βλ. τρι-, τετρα-κέφαλος. [< γαλλ. biceps] , δικέφαλος αετός βλ. αετός [< αρχ. δικέφαλος] | |
| 13225 | δίκη | δί-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης: αστική/δημόσια (= ανοιχτή)/δίκαιη/ιστορική/κύρια/μακροχρόνια/ποινική/πολιτική/πολύκροτη ~ (πβ. δικαστικός αγώνας). ~ ερήμην/κεκλεισμένων των θυρών. ~ προθέσεων (βλ. εικασία). Αναβολή/αναστολή/διακοπή/διεξαγωγή/έκβαση/πρακτικά/στάδια (της) ~ης. Κέρδισα/έχασα τη ~ (= το δικαστήριο, αθωώθηκα/καταδικάστηκα). Καταθέτω/παρίσταμαι σε ~ (πβ. ακροαματική διαδικασία). Παραπέμφθηκε σε ~. Πέρασε από/σύρθηκε σε ~ (= δικάστηκε). Η ~ του αιώνα. Είναι βασικός μάρτυρας στη ~. Βλ. κατα~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη & (προφ.) θεία τιμωρία: ανταπόδοση, πληρωμή από τον Θεό για αδικία που διαπράχθηκε: Υπάρχει και ~ ~ (: υπάρχει Θεός!). Πβ. νέμεση., αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, ανακοίνωση δίκης βλ. ανακοίνωση, εργολαβία δίκης βλ. εργολαβία ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης: (αρχ. ρητό) μην καταλήξεις σε κάποιο συμπέρασμα, προτού ακούσεις και τις δύο πλευρές., έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ [< αρχ. δίκη] | |
| 13226 | δικηγορία | δι-κη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): το δικηγορικό επάγγελμα και κατ' επέκτ. το χρονικό διάστημα άσκησής του: ελεύθερη/μάχιμη/μαχόμενη/συμβουλευτική ~. Άδεια ~ας. Στα τριάντα χρόνια της ~ας του είδε πολλά. ΣΥΝ. δικηγορική [< μεσν. δικηγορία 'συνηγορία σε δικαστήριο'] | |
| 13227 | δικηγορικός | , ή, ό δι-κη-γο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δικηγόρο ή τη δικηγορία: ~ός: κλάδος/σύλλογος (: το σύνολο των διορισμένων δικηγόρων στην περιφέρεια κάθε πρωτοδικείου). ~ή: αμοιβή/άσκηση/εταιρεία/ιδιότητα. ~ό: γραφείο/επάγγελμα/σώμα. ● Ουσ.: δικηγορικά (τα): έξοδα για την αμοιβή του δικηγόρου., δικηγορική (η): δικηγορία. [< μεσν. δικηγορικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ