| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13224 | δικέφαλος | , η, ο δι-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει δύο κεφαλές: ~ο: τέρας.|| (μτφ.) ~η: ηγεσία. Βλ. -κέφαλος. ● Ουσ.: Δικέφαλος (ο): ΑΘΛ. ονομασία ποδοσφαιρικών ομάδων, που έχουν ως έμβλημα τον δικέφαλο αετό. ● ΣΥΜΠΛ.: δικέφαλος (μυς): ΑΝΑΤ. που έχει δύο εκφύσεις: ~ βραχιόνιος/μηριαίος. Βλ. τρι-, τετρα-κέφαλος. [< γαλλ. biceps] , δικέφαλος αετός βλ. αετός [< αρχ. δικέφαλος] | |
| 13225 | δίκη | δί-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης: αστική/δημόσια (= ανοιχτή)/δίκαιη/ιστορική/κύρια/μακροχρόνια/ποινική/πολιτική/πολύκροτη ~ (πβ. δικαστικός αγώνας). ~ ερήμην/κεκλεισμένων των θυρών. ~ προθέσεων (βλ. εικασία). Αναβολή/αναστολή/διακοπή/διεξαγωγή/έκβαση/πρακτικά/στάδια (της) ~ης. Κέρδισα/έχασα τη ~ (= το δικαστήριο, αθωώθηκα/καταδικάστηκα). Καταθέτω/παρίσταμαι σε ~ (πβ. ακροαματική διαδικασία). Παραπέμφθηκε σε ~. Πέρασε από/σύρθηκε σε ~ (= δικάστηκε). Η ~ του αιώνα. Είναι βασικός μάρτυρας στη ~. Βλ. κατα~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη & (προφ.) θεία τιμωρία: ανταπόδοση, πληρωμή από τον Θεό για αδικία που διαπράχθηκε: Υπάρχει και ~ ~ (: υπάρχει Θεός!). Πβ. νέμεση., αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, ανακοίνωση δίκης βλ. ανακοίνωση, εργολαβία δίκης βλ. εργολαβία ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης: (αρχ. ρητό) μην καταλήξεις σε κάποιο συμπέρασμα, προτού ακούσεις και τις δύο πλευρές., έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ [< αρχ. δίκη] | |
| 13226 | δικηγορία | δι-κη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): το δικηγορικό επάγγελμα και κατ' επέκτ. το χρονικό διάστημα άσκησής του: ελεύθερη/μάχιμη/μαχόμενη/συμβουλευτική ~. Άδεια ~ας. Στα τριάντα χρόνια της ~ας του είδε πολλά. ΣΥΝ. δικηγορική [< μεσν. δικηγορία 'συνηγορία σε δικαστήριο'] | |
| 13227 | δικηγορικός | , ή, ό δι-κη-γο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δικηγόρο ή τη δικηγορία: ~ός: κλάδος/σύλλογος (: το σύνολο των διορισμένων δικηγόρων στην περιφέρεια κάθε πρωτοδικείου). ~ή: αμοιβή/άσκηση/εταιρεία/ιδιότητα. ~ό: γραφείο/επάγγελμα/σώμα. ● Ουσ.: δικηγορικά (τα): έξοδα για την αμοιβή του δικηγόρου., δικηγορική (η): δικηγορία. [< μεσν. δικηγορικός] | |
| 13228 | δικηγορίστικος | , η, ο δι-κη-γο-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που ταιριάζει σε δικηγόρο: ~ο: επιχείρημα/ύφος. Πβ. νομικίστικος.|| (ως ουσ.-προφ.) Άσε τα ~α, δεν πιάνουν! Βλ. δικολαβίστικος, -ίστικος. | |
| 13229 | δικηγόρος | δι-κη-γό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(λαϊκό) θηλ. δικηγορίνα} 1. επιστήμονας, πτυχιούχος Νομικής, ο οποίος, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τον εντολέα του σε δικαστήριο ή σε κάθε άλλη Αρχή και παρέχει νομικές υπηρεσίες: μάχιμος/πληρεξούσιος ~. ~ του διαδίκου/του κατηγορουμένου/(της) πολιτικής αγωγής (βλ. κατήγορος)/υπεράσπισης (πβ. συνήγορος). Αγόρευση/(δι)ορισμός/παρουσία ~ου. (λόγ.) ~ παρ' Αρείω Πάγω/παρ' εφέταις. Ανέλαβε ~ του ... Αλλάζω/έχω/προσλαμβάνω ~ο. Ο ~ παρίσταται στη δίκη. ~-εργατολόγος. Ποινικός ~ (= ποινικολόγος). Θα συμβουλευτώ πρώτα τον ~ο μου. (απειλητ.) Θα μιλήσεις με τον ~ο μου! 2. (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που παρεμβαίνει από μόνο του, για να υπερασπιστεί κάποιον: Δεν σε έβαλα/δεν θέλω/δεν χρειάζομαι ~ο, μπορώ να απαντήσω και μόνος μου. ΣΥΝ. συνήγορος (2) ● Υποκ.: δικηγοράκος & (λόγ.) δικηγορίσκος (ο) (μειωτ.-ειρων.): κυρ. για νεαρό, άπειρο ή ασήμαντο δικηγόρο. Βλ. -άκος. ● ΣΥΜΠΛ.: δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου: που παίρνει θέση αντίθετη με εκείνη του συνομιλητή, για να γίνει πιο ενδιαφέρων, έντονος ή αποδοτικός ο διάλογος. [< γαλλ. avocat du diable] , έμμισθος δικηγόρος & δικηγόρος με πάγια αντιμισθία (επίσ.): αυτός που παρέχει μισθωτές υπηρεσίες σε εντολέα, όπως καθορίζονται από τη σύμβαση που έχει υπογράψει., απιστία δικηγόρου βλ. απιστία, ασκούμενος (δικηγόρος) βλ. ασκούμενος [< μεσν. δικήγορος] | |
| 13230 | δικηγορώ | [δικηγορῶ] δι-κη-γο-ρώ ρ. (αμτβ.) {δικηγορ-είς ...| δικηγόρ-ησα} (λόγ.): ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δικηγορία, ασκώ τη δικηγορία. [< μεσν. δικηγορώ] | |
| 13231 | δίκην | δί-κην επίρρ. (+ γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): σαν, όπως: σύντομη εισαγωγή ~ προλόγου. (ειρων.) Απαιτήσεις ~ τελεσιγράφου. ΣΥΝ. εν είδει [< αρχ. δίκη, αιτ. ] | |
| 13233 | δίκιλος | , η, ο βλ. δι-, -κιλος | |
| 13234 | δικινητήριος | , α, ο δι-κι-νη-τή-ρι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που διαθέτει δύο κινητήρες: ~α: μηχανή. ~ο: αεροπλάνο/ελικόπτερο. Βλ. -κινητήριος. [< γαλλ. bimoteur, 1921] | |
| 13235 | δίκιο | δί-κιο ουσ. (ουδ.): αυτό που είναι ηθικό, ορθό ή κοινωνικά αποδεκτό, που βασίζεται σε δικαίωμα ή στο δίκαιο: Είναι/έχω το ~ με το μέρος μου. Δεν είχα ~ που σου είπα ότι ...; Ο πελάτης έχει πάντα ~. Έχετε κάθε ~ (= λόγο) να διαμαρτύρεστε για την καθυστέρηση. Τελικά είχες απόλυτο ~. Σκοπεύω να διεκδικήσω το ~ μου! Πολεμώ για το ~ μου. (προφ.) Έχεις χίλια ~ια/όλα τα ~ια του κόσμου. ΑΝΤ. άδικο ● ΦΡ.: (και) με το δίκιο του/με όλο του το δίκιο (προφ.-εμφατ.): δικαιολογημένα, σωστά: Θύμωσε ~ ~., βρίσκω το δίκιο μου (προφ.): δικαιώνομαι: Έτσι είναι, αλλά πού να βρεις το ~ σου;, δίνω δίκιο (σε κάποιον): τον δικαιολογώ, κρίνω ότι έπραξε ορθά: Όλοι μου έδωσαν ~ και με υποστήριξαν στον αγώνα μου., με πνίγει/με τρώει το δίκιο (μου)/τ' άδικο (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση ή/και αδυναμία αντίδρασης σε αδικία., για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, χάνω το δίκιο μου βλ. χάνω [< μεσν. δίκιο] | |
| 13236 | δικλείδα | δι-κλεί-δα ουσ. (θηλ.) & δικλίδα: βαλβίδα που ρυθμίζει τη ροή υγρού ή αερίου, εμποδίζοντας την αντίστροφη κίνηση: κρουνός με ~. Πβ. βάνα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας 1. (μτφ.) οτιδήποτε προστατεύει από έκτακτη κατάσταση ή κίνδυνο: Oι συνεχείς έλεγχοι αποτελούν ~ ~ για την ποιότητα των τροφίμων. Συνεργασία που λειτουργεί ως/σαν ~ ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) βαλβίδα ασφαλείας: αυτόματη ~ ~. [< αγγλ. safety valve, γαλλ. soupape de sûreté, de sécurité] [< αρχ. δικλίς ‘που έχει δύο φύλλα (για πόρτα)’, δίκλεις, γαλλ. valve] | |
| 13237 | δίκλινος1 | , η, ο δί-κλι-νος επίθ.: (για χώρο) που διαθέτει δύο κρεβάτια: ~η: καμπίνα (πλοίου)/σουίτα. Βλ. -κλινος. ● Ουσ.: δίκλινο (το): δωμάτιο, συνήθ. ξενοδοχείου, με δύο κλίνες: διαμονή σε ~ με πρωινό. Βλ. μονό-, τρί-, τετρά-κλινο. [< γερμ. zweibettig] | |
| 13238 | δίκλινος2 | , η, ο δί-κλι-νος επίθ.: ΒΟΤ. (για άνθος ή φυτό) που είναι είτε μόνο αρσενικό είτε μόνο θηλυκό. Βλ. μονογενής. [< νεολατ. diclinus, γαλλ. dicline] | |
| 13239 | δίκλιτος | , η, ο δί-κλι-τος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που έχει δύο κλίτη: ~η: βασιλική. Βλ. -κλιτος. | |
| 13240 | δίκλωνος | , η, ο δί-κλω-νος επίθ. 1. που έχει δύο κλώνους: ~η: ορχιδέα. ~ο: καλώδιο.|| (ΒΙΟΛ.) ~η: αλυσίδα/έλικα του DNA. Βλ. -κλωνος2. 2. που αποτελείται από δύο στριφτές κλωστές: ~ο: νήμα. Βλ. -κλωνος1. | |
| 13241 | δικογραφία | δι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των εγγράφων που αφορούν δικαστική υπόθεση: Σε βάρος του κατηγορουμένου σχηματίστηκε ~. Το άνοιγμα της ~ας (: των καταθέσεων). Από τα μέχρι τώρα στοιχεία της ~ας προκύπτει ότι ... Αντίγραφο/το αποδεικτικό υλικό/ο φάκελος της ~ας. Βλ. -γραφία. [πβ. αρχ. δικογραφία ‘γραπτή σύνθεση δικανικού λόγου’] | |
| 13242 | δικόγραφο | δι-κό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (σπανιότ.) -άφου}: ΝΟΜ. έγγραφο με το οποίο πραγματοποιείται μια δικαστική πράξη: το ~ της έφεσης/της προσφυγής. Καταθέτω ~. Η αγωγή ασκείται με ~. Επίδοση ~άφων. | |
| 13243 | δίκογχος | , η, ο δί-κογ-χος επίθ. & (προφ.) δίκοχος: ΑΡΧΙΤ. που έχει δύο κόγχες: ~ος: ναός. Βλ. -κογχος. Κυρ. στο ● Ουσ.: δίκοχο (το) (κυρ. παλαιότ.): στρατιωτικό πηλήκιο χωρίς γείσο, που έχει δύο προεξοχές, μπροστά και πίσω. Βλ. τρικαντό. | |
| 13244 | δικοινοτικός | , ή, ό δι-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που γίνεται ανάμεσα σε δύο κοινότητες ή προκύπτει από τη συνεργασία τους: ~ός: διάλογος.|| ~ή: ομοσπονδία/πρωτοβουλία. ~ό: αναπτυξιακό πρόγραμμα/σχολείο. [< αγγλ. bicommunal, 1964] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ