| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13228 | δικηγορίστικος | , η, ο δι-κη-γο-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που ταιριάζει σε δικηγόρο: ~ο: επιχείρημα/ύφος. Πβ. νομικίστικος.|| (ως ουσ.-προφ.) Άσε τα ~α, δεν πιάνουν! Βλ. δικολαβίστικος, -ίστικος. | |
| 13229 | δικηγόρος | δι-κη-γό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(λαϊκό) θηλ. δικηγορίνα} 1. επιστήμονας, πτυχιούχος Νομικής, ο οποίος, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τον εντολέα του σε δικαστήριο ή σε κάθε άλλη Αρχή και παρέχει νομικές υπηρεσίες: μάχιμος/πληρεξούσιος ~. ~ του διαδίκου/του κατηγορουμένου/(της) πολιτικής αγωγής (βλ. κατήγορος)/υπεράσπισης (πβ. συνήγορος). Αγόρευση/(δι)ορισμός/παρουσία ~ου. (λόγ.) ~ παρ' Αρείω Πάγω/παρ' εφέταις. Ανέλαβε ~ του ... Αλλάζω/έχω/προσλαμβάνω ~ο. Ο ~ παρίσταται στη δίκη. ~-εργατολόγος. Ποινικός ~ (= ποινικολόγος). Θα συμβουλευτώ πρώτα τον ~ο μου. (απειλητ.) Θα μιλήσεις με τον ~ο μου! 2. (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που παρεμβαίνει από μόνο του, για να υπερασπιστεί κάποιον: Δεν σε έβαλα/δεν θέλω/δεν χρειάζομαι ~ο, μπορώ να απαντήσω και μόνος μου. ΣΥΝ. συνήγορος (2) ● Υποκ.: δικηγοράκος & (λόγ.) δικηγορίσκος (ο) (μειωτ.-ειρων.): κυρ. για νεαρό, άπειρο ή ασήμαντο δικηγόρο. Βλ. -άκος. ● ΣΥΜΠΛ.: δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου: που παίρνει θέση αντίθετη με εκείνη του συνομιλητή, για να γίνει πιο ενδιαφέρων, έντονος ή αποδοτικός ο διάλογος. [< γαλλ. avocat du diable] , έμμισθος δικηγόρος & δικηγόρος με πάγια αντιμισθία (επίσ.): αυτός που παρέχει μισθωτές υπηρεσίες σε εντολέα, όπως καθορίζονται από τη σύμβαση που έχει υπογράψει., απιστία δικηγόρου βλ. απιστία, ασκούμενος (δικηγόρος) βλ. ασκούμενος [< μεσν. δικήγορος] | |
| 13230 | δικηγορώ | [δικηγορῶ] δι-κη-γο-ρώ ρ. (αμτβ.) {δικηγορ-είς ...| δικηγόρ-ησα} (λόγ.): ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δικηγορία, ασκώ τη δικηγορία. [< μεσν. δικηγορώ] | |
| 13231 | δίκην | δί-κην επίρρ. (+ γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): σαν, όπως: σύντομη εισαγωγή ~ προλόγου. (ειρων.) Απαιτήσεις ~ τελεσιγράφου. ΣΥΝ. εν είδει [< αρχ. δίκη, αιτ. ] | |
| 13233 | δίκιλος | , η, ο βλ. δι-, -κιλος | |
| 13234 | δικινητήριος | , α, ο δι-κι-νη-τή-ρι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που διαθέτει δύο κινητήρες: ~α: μηχανή. ~ο: αεροπλάνο/ελικόπτερο. Βλ. -κινητήριος. [< γαλλ. bimoteur, 1921] | |
| 13235 | δίκιο | δί-κιο ουσ. (ουδ.): αυτό που είναι ηθικό, ορθό ή κοινωνικά αποδεκτό, που βασίζεται σε δικαίωμα ή στο δίκαιο: Είναι/έχω το ~ με το μέρος μου. Δεν είχα ~ που σου είπα ότι ...; Ο πελάτης έχει πάντα ~. Έχετε κάθε ~ (= λόγο) να διαμαρτύρεστε για την καθυστέρηση. Τελικά είχες απόλυτο ~. Σκοπεύω να διεκδικήσω το ~ μου! Πολεμώ για το ~ μου. (προφ.) Έχεις χίλια ~ια/όλα τα ~ια του κόσμου. ΑΝΤ. άδικο ● ΦΡ.: (και) με το δίκιο του/με όλο του το δίκιο (προφ.-εμφατ.): δικαιολογημένα, σωστά: Θύμωσε ~ ~., βρίσκω το δίκιο μου (προφ.): δικαιώνομαι: Έτσι είναι, αλλά πού να βρεις το ~ σου;, δίνω δίκιο (σε κάποιον): τον δικαιολογώ, κρίνω ότι έπραξε ορθά: Όλοι μου έδωσαν ~ και με υποστήριξαν στον αγώνα μου., με πνίγει/με τρώει το δίκιο (μου)/τ' άδικο (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση ή/και αδυναμία αντίδρασης σε αδικία., για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, χάνω το δίκιο μου βλ. χάνω [< μεσν. δίκιο] | |
| 13236 | δικλείδα | δι-κλεί-δα ουσ. (θηλ.) & δικλίδα: βαλβίδα που ρυθμίζει τη ροή υγρού ή αερίου, εμποδίζοντας την αντίστροφη κίνηση: κρουνός με ~. Πβ. βάνα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας 1. (μτφ.) οτιδήποτε προστατεύει από έκτακτη κατάσταση ή κίνδυνο: Oι συνεχείς έλεγχοι αποτελούν ~ ~ για την ποιότητα των τροφίμων. Συνεργασία που λειτουργεί ως/σαν ~ ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) βαλβίδα ασφαλείας: αυτόματη ~ ~. [< αγγλ. safety valve, γαλλ. soupape de sûreté, de sécurité] [< αρχ. δικλίς ‘που έχει δύο φύλλα (για πόρτα)’, δίκλεις, γαλλ. valve] | |
| 13237 | δίκλινος1 | , η, ο δί-κλι-νος επίθ.: (για χώρο) που διαθέτει δύο κρεβάτια: ~η: καμπίνα (πλοίου)/σουίτα. Βλ. -κλινος. ● Ουσ.: δίκλινο (το): δωμάτιο, συνήθ. ξενοδοχείου, με δύο κλίνες: διαμονή σε ~ με πρωινό. Βλ. μονό-, τρί-, τετρά-κλινο. [< γερμ. zweibettig] | |
| 13238 | δίκλινος2 | , η, ο δί-κλι-νος επίθ.: ΒΟΤ. (για άνθος ή φυτό) που είναι είτε μόνο αρσενικό είτε μόνο θηλυκό. Βλ. μονογενής. [< νεολατ. diclinus, γαλλ. dicline] | |
| 13239 | δίκλιτος | , η, ο δί-κλι-τος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που έχει δύο κλίτη: ~η: βασιλική. Βλ. -κλιτος. | |
| 13240 | δίκλωνος | , η, ο δί-κλω-νος επίθ. 1. που έχει δύο κλώνους: ~η: ορχιδέα. ~ο: καλώδιο.|| (ΒΙΟΛ.) ~η: αλυσίδα/έλικα του DNA. Βλ. -κλωνος2. 2. που αποτελείται από δύο στριφτές κλωστές: ~ο: νήμα. Βλ. -κλωνος1. | |
| 13241 | δικογραφία | δι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των εγγράφων που αφορούν δικαστική υπόθεση: Σε βάρος του κατηγορουμένου σχηματίστηκε ~. Το άνοιγμα της ~ας (: των καταθέσεων). Από τα μέχρι τώρα στοιχεία της ~ας προκύπτει ότι ... Αντίγραφο/το αποδεικτικό υλικό/ο φάκελος της ~ας. Βλ. -γραφία. [πβ. αρχ. δικογραφία ‘γραπτή σύνθεση δικανικού λόγου’] | |
| 13242 | δικόγραφο | δι-κό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (σπανιότ.) -άφου}: ΝΟΜ. έγγραφο με το οποίο πραγματοποιείται μια δικαστική πράξη: το ~ της έφεσης/της προσφυγής. Καταθέτω ~. Η αγωγή ασκείται με ~. Επίδοση ~άφων. | |
| 13243 | δίκογχος | , η, ο δί-κογ-χος επίθ. & (προφ.) δίκοχος: ΑΡΧΙΤ. που έχει δύο κόγχες: ~ος: ναός. Βλ. -κογχος. Κυρ. στο ● Ουσ.: δίκοχο (το) (κυρ. παλαιότ.): στρατιωτικό πηλήκιο χωρίς γείσο, που έχει δύο προεξοχές, μπροστά και πίσω. Βλ. τρικαντό. | |
| 13244 | δικοινοτικός | , ή, ό δι-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που γίνεται ανάμεσα σε δύο κοινότητες ή προκύπτει από τη συνεργασία τους: ~ός: διάλογος.|| ~ή: ομοσπονδία/πρωτοβουλία. ~ό: αναπτυξιακό πρόγραμμα/σχολείο. [< αγγλ. bicommunal, 1964] | |
| 13245 | δικολαβία | δι-κο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρακτική ή ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δικολάβο: Καμιά ~ δεν πρόκειται να παραγράψει το σκάνδαλο. ~ες και τεχνάσματα. Πβ. στρεψοδικία. Βλ. δικηγορία. | |
| 13246 | δικολαβικός | , ή, ό δι-κο-λα-βι-κός επίθ.: που ταιριάζει στον δικολάβο ή τον χαρακτηρίζει: ~ά: τερτίπια/τεχνάσματα. Πβ. δικολαβίστικος, στρεψόδικος. | |
| 13247 | δικολαβίστικος | , η, ο δι-κο-λα-βί-στι-κος επίθ. (προφ.): σκόπιμα παραπλανητικός: ~α: επιχειρήματα. Πβ. δικολαβ-, παραπειστ-, σοφιστ-ικός, στρεψόδικος.|| (ως ουσ.-προφ.) Άσε τα ~α! Βλ. δικηγορίστικος, -ίστικος. | |
| 13248 | δικολάβος | δι-κο-λά-βος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που χρησιμοποιεί παραπλανητικά επιχειρήματα. Πβ. στρεψόδικος. 2. ΝΟΜ. (παλαιότ.) πρακτικός δικηγόρος που ασκούσε τη δικηγορία σε ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία. [< μεσν. δικολάβος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ