| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13245 | δικολαβία | δι-κο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρακτική ή ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δικολάβο: Καμιά ~ δεν πρόκειται να παραγράψει το σκάνδαλο. ~ες και τεχνάσματα. Πβ. στρεψοδικία. Βλ. δικηγορία. | |
| 13246 | δικολαβικός | , ή, ό δι-κο-λα-βι-κός επίθ.: που ταιριάζει στον δικολάβο ή τον χαρακτηρίζει: ~ά: τερτίπια/τεχνάσματα. Πβ. δικολαβίστικος, στρεψόδικος. | |
| 13247 | δικολαβίστικος | , η, ο δι-κο-λα-βί-στι-κος επίθ. (προφ.): σκόπιμα παραπλανητικός: ~α: επιχειρήματα. Πβ. δικολαβ-, παραπειστ-, σοφιστ-ικός, στρεψόδικος.|| (ως ουσ.-προφ.) Άσε τα ~α! Βλ. δικηγορίστικος, -ίστικος. | |
| 13248 | δικολάβος | δι-κο-λά-βος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που χρησιμοποιεί παραπλανητικά επιχειρήματα. Πβ. στρεψόδικος. 2. ΝΟΜ. (παλαιότ.) πρακτικός δικηγόρος που ασκούσε τη δικηγορία σε ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία. [< μεσν. δικολάβος] | |
| 13249 | δικομανής | , ής, ές δι-κο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): που καταφεύγει συχνά στα δικαστήρια, υποβάλλει μηνύσεις με το παραμικρό. Βλ. -μανής. ΣΥΝ. φιλόδικος | |
| 13250 | δικομανία | δι-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφυγή στη δικαιοσύνη κατά σύστημα, ακόμη και για ασήμαντους λόγους. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. φιλοδικία | |
| 13251 | δικομματικός | , ή, ό δι-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον δικομματισμό, που αφορά τις σχέσεις μεταξύ δύο κομμάτων: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αντιπαράθεση/εναλλαγή (στην εξουσία)/πόλωση/συναίνεση. ~ό: σκηνικό. ΑΝΤ. πολυκομματικός [< γαλλ. biparti, bipartite] | |
| 13252 | δικομματισμός | δι-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ. εναλλαγή στην εξουσία και μονοπώλησή της από δύο κόμματα: Ο ~ αποδυναμώνεται/ενισχύεται/καταρρέει/υποχωρεί. Η κρίση του ~ού. Πβ. διπολικό πολιτικό σύστημα. ΑΝΤ. πολυκομματισμός | |
| 13253 | δικονομία | δι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Βλ. -νομία. ● ΣΥΜΠΛ.: Διοικητική Δικονομία: οι κανόνες Δικαίου που διέπουν τη διεξαγωγή διοικητικής δίκης, δηλ. μεταξύ διοίκησης και ιδιώτη., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία βλ. ποινικός [< γερμ. Prozessordnung] | |
| 13254 | δικονομικός | , ή, ό δι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη δικονομία: ~ός: κανόνας. ~ή: διαδικασία/διάταξη/ρύθμιση. ~ό: δικαίωμα. ~ές: εγγυήσεις/παραβάσεις. ~ά: προνόμια. ● επίρρ.: δικονομικά ● ΣΥΜΠΛ.: Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία βλ. ποινικός [< γερμ. prozessual] | |
| 13255 | δίκοπος | , η, ο δί-κο-πος επίθ.: (για κοπτικό εργαλείο) που έχει δύο αιχμηρές πλευρές: ~η: λάμα/λεπίδα. ~ο: σπαθί. Βλ. -κοπος1. ΣΥΝ. δίστομος ● ΣΥΜΠΛ.: δίκοπο μαχαίρι (μτφ.): για κάτι που μπορεί να έχει εντελώς αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα, αδιέξοδη επιλογή: Η λύση που προτείνουν είναι ~ ~. Πβ. μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Βλ. μπούμερανγκ. | |
| 13256 | δικός | , ή/ιά, ό δι-κός κτητ. αντων. (+ μου, σου, του/της, μας, σας, τους) 1. που ανήκει σε κάποιον, αποτελώντας ιδιοκτησία ή δημιούργημά του ή που τον χαρακτηρίζει: Έχει έναν εντελώς ~ό του (= προσωπικό) τρόπο έκφρασης. Είναι η ~ή σου ζωή. Εσύ αποφασίζεις! Απέκτησε επιτέλους το ~ό της αυτοκίνητο. Οι απόψεις είναι (καθαρά) ~ές του. Ενεργούν βάσει των ~ών τους (και μόνο) αποφάσεων. Βλ. κατα~, ολο~. 2. πρόσωπο οικείο ή άτομο που ανήκει στον ίδιο ιδεολογικό χώρο με τον ομιλητή ή παρουσιάζει γενικότ. ταύτιση απόψεων μαζί του: Δεν είναι ~ μας, υποστηρίζει άλλο κόμμα (πβ. ομοϊδεάτης). Είναι ~ό μας παιδί (: του φιλικού περιβάλλοντος, της απολύτου εμπιστοσύνης μας). Αν δεν σου συμπαρασταθούν οι ~οί σου άνθρωποι (= οι στενοί συγγενείς ή φίλοι), ποιος θα σου συμπαρασταθεί;|| (σε γράμμα:) ~ σου για πάντα! 3. για να δηλωθεί ότι κάτι αφορά άμεσα κάποιον: με ~ή μου ευθύνη. Από τη ~ή μας πλευρά (= από την πλευρά μας) δεν υπάρχει πρόβλημα. ~ό του το πρόβλημα, ας ασχοληθεί αυτός. ● Ουσ.: ο δικός μου/η δικιά μου (αργκό): ο/η ερωτικός/ή μου σύντροφος: Δεν τα πάει καλά με τον ~ό της τελευταία (: με το αγόρι της/με τον φίλο της). Θα έρθω μαζί με τη ~ιά μου (: με το κορίτσι μου, με τη φιλενάδα/φίλη μου)., οι δικοί μου: οι γονείς ή οι στενοί συγγενείς μου· η οικογένειά μου: Θέλει να γνωρίσει τους ~ούς μου. ● ΦΡ.: δικέ μου! (νεαν. αργκό): οικεία προσφώνηση: Έτσι σε θέλω, ~ ~! Μπράβο, (ρε) ~ ~, πώς τα κατάφερες;, και στα δικά σου/σας! (προφ.) 1. (σε γάμο ή αρραβώνα) ως ευχή σε ανύπαντρο άτομο να παντρευτεί· και στο δικό σου γάμο! Πβ. και στα κουφέτα σου!, και του χρόνου διπλός/διπλή!, στις χαρές/στη χαρά σου! 2. ως ευχή σε κάποιον να έχει επιτυχία παρόμοια με αυτή για την οποία συγχαίρουμε άλλο πρόσωπο., κάποιος κάνει/λέει τα δικά του (προφ.): ενεργεί με ιδιόμορφο, αλλοπρόσαλλο τρόπο ή λέει ασυναρτησίες, πράγματα που δεν ευσταθούν: Άσ' τον να ~ ~ (: αυτά που νομίζει σωστά). Κάποια στιγμή θα σταματήσει., ο δικός σου/η δικιά σου (νεαν. αργκό): αντί της προσωπικής αντωνυμίας: Για δες ύφος ο ~ ~ (= αυτός)!, τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου (ειρων.): για κάποιον που τα απαιτεί όλα για τον εαυτό του., τα θέλει όλα δικά του & τα θέλει μονά-ζυγά δικά του (προφ.): για κάποιον που επιδιώκει να γίνονται τα πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες του, χωρίς καμία υποχώρηση ή χωρίς να βγαίνει ζημιωμένος: Δεν γίνεται και να λείπεις και να πληρώνεσαι, μην τα θες ~ ~ σου! ΣΥΝ. και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο, το δικό σου/του (προφ.): η δικιά σου/του γνώμη ή επιθυμία (δηλωτικό εγωιστικού χαρακτήρα): Δεν είναι δυνατόν να γίνεται/κάνουμε/περνάει πάντα ~ ~ σου. Εμείς τον συμβουλεύσαμε, αλλά αυτός ~ ~ του (πβ. το(ν) χαβά του)., δικός μου λογαριασμός βλ. λογαριασμός [< μεσν. δικός] | |
| 13257 | δικοτυλήδονα | δι-κο-τυ-λή-δο-να ουσ. (ουδ.) (τα) & δικότυλα: ΒΟΤ. αγγειόσπερμα φυτά των οποίων το σπέρμα έχει δύο κοτυληδόνες: Η φασολιά και η κολοκυθιά είναι ~. Βλ. μονοκοτυλήδονα, χειλανθή.|| (ως επίθ.) ~α: φυτά. [< γαλλ. dicotylédones, αγγλ. dicotyledons] | |
| 13258 | δίκρανο | δί-κρα-νο ουσ. (ουδ.) & δικράνι: γεωργικό εργαλείο με ξύλινη μακριά λαβή και μεταλλικό διχαλωτό άκρο· κατ' επέκτ. κάθε εργαλείο που έχει τέτοια απόληξη. ΣΥΝ. διχάλα (2), φούρκα (2) ● ΦΡ.: περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα βλ. καυδιανός [< μτγν. δίκρανον, μεσν. δικράνιν] | |
| 13259 | δίκροκος | , η, ο δί-κρο-κος επίθ.: (για αβγό) που έχει δύο κρόκους. [< μεσν. δίκροκος] | |
| 13260 | δίκταμο | δί-κτα-μο ουσ. (ουδ.) & δίκταμος (ο): ΒΟΤ. αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum dictamnus) που ευδοκιμεί ιδ. στην Κρήτη, με αντισπασμωδικές και τονωτικές ιδιότητες και συνεκδ. το αφέψημά του. Βλ. χαμομήλι. [< αρχ. δίκταμ(ν)ον] | |
| 13261 | δικτάτορας | δι-κτά-το-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) δικτάτωρ, (προφ.-εσφαλμ.) δικτάκτορας 1. ΠΟΛΙΤ. ηγέτης ολοκληρωτικού καθεστώτος που κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα: αδίστακτος/στυγνός ~. Ανατροπή του ~α. Πβ. πραξικοπηματίας, τύραννος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που συμπεριφέρεται αυταρχικά και τυραννικά: με ύφος ~α. ΣΥΝ. δυνάστης (1), σατράπης (1) [< μτγν. δικτάτωρ 'ρωμαίος άρχοντας με απεριόριστη εξουσία', γαλλ. dictateur] | |
| 13262 | δικτατορία | δι-κτα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) , (προφ.-εσφαλμ.) δικτακτορία 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Δ) καθεστώς διακυβέρνησης κατά το οποίο ένα άτομο ή μια ομάδα προσώπων, ιδ. στρατιωτικοί, καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία, εκμεταλλευόμενοι την κρίσιμη κατάσταση του κράτους, και κυβερνούν τυραννικά· συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: στυγνή/φασιστική ~ (= φασισμός, πβ. ναζισμός). Ανατροπή/πτώση της ~ας (και εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας). Επιβολή ~ας. Αγώνας/αντίσταση/εξέγερση ενάντια στη ~/κατά της ~ας. Οι ~ες (= τα δικτατορικά καθεστώτα) της Λατινικής Αμερικής. (Στην Ελλάδα:) Η ~ των Συνταγματαρχών (= χούντα).|| Επί ~ας/στη ~ φυλακίστηκε για τις ιδέες του. Βλ. απολυταρχία, αυταρχ-, δεσποτ-, συγκεντρωτ-ισμός, βασιλεία, ολιγαρχία, τυραννία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτη επικράτηση, κυριαρχία: η ~ της μειοψηφίας/των μετρίων/του Τύπου. 3. (μτφ.) αυταρχική συμπεριφορά ή κατάσταση: Έχει επιβληθεί ~ στο σπίτι. ● ΦΡ.: δικτατορία του προλεταριάτου βλ. προλεταριάτο [< μτγν. δικτατορία, γαλλ. dictature] | |
| 13263 | δικτατορικός | , ή, ό δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δικτατορία ή τον δικτάτορα και κατ' επέκτ. αυταρχικός: ~ός: νόμος. ~ή: εξουσία. ~ό: καθεστώς. Βλ. αντι~, προ~, μετα~, απολυταρχ-, ολοκληρωτ-ικός.|| ~ή: αντίληψη/απαγόρευση/νοοτροπία/συμπεριφορά. Πβ. δεσποτ-, τυρανν-ικός. ● επίρρ.: δικτατορικά [< γαλλ. dictatorial] | |
| 13264 | δικτατορίσκος | δι-κτα-το-ρί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): ανάξιος λόγου δικτάτορας και (ιδ. κατ' επέκτ.) πρόσωπο που συμπεριφέρεται τυραννικά από θέση ισχύος: Ο κάθε τυχαίος ~ αποφασίζει και διατάσσει. Πβ. ηγεμον-, τυρανν-ίσκος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ