Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14140-14160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13265δικτυακός, ή, ό δι-κτυ-α-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που συνδέεται με δίκτυο· ειδικότ. που σχετίζεται με το διαδίκτυο: ~ός: εκτυπωτής. ~ή: κάμερα.|| ~ός: εξοπλισμός/κόμβος. ~ή: ασφάλεια/διαφήμιση/διεύθυνση/έκδοση (εγχειριδίου)/επικοινωνία/κοινότητα/πύλη/σελίδα (= ιστοσελίδα)/συνάντηση/σύνδεση. ~ό: ταχυδρομείο. ~ές: εφαρμογές/τεχνολογίες/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: πολυμέσα. ~ή υποβολή δηλώσεων. ~ά περιβάλλοντα μάθησης. Πβ. δια~, ηλεκτρονικός, ιντερνετικός. ● επίρρ.: δικτυακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δικτυακός τόπος/χώρος & διαδικτυακός τόπος/χώρος & διαδικτυακή τοποθεσία: ΔΙΑΔΙΚΤ. συλλογή από ιστοσελίδες και ψηφιακά στοιχεία (εικόνα, ήχος) που σχετίζονται με οργανισμό, πρόσωπο ή θέμα και βρίσκονται στην ίδια περιοχή του παγκόσμιου ιστού: (αν)επίσημος/προσωπικός ~ ~. ~ ~ δήμου/εταιρείας. ~ ~ υπό κατασκευή. Βλ. σύνδεσμος. ΣΥΝ. ιστοθέση, ιστότοπος, ιστοχώρος, σάιτ [< αμερικ. site, web site, website, 1993] , όνομα χώρου/τομέα βλ. χώρος, παγκόσμιος ιστός βλ. ιστός
13266δίκτυοδί-κτυ-ο ουσ. (ουδ.) {δικτύ-ου | -ων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε διάταξη (όπως σύστημα αγωγών, αρτηριών) που δίνει την εντύπωση σειράς γραμμών που διακλαδίζονται ή διασυνδέονται, σχηματίζοντας πλέγμα, το οποίο επιτελεί στο σύνολό του συγκεκριμένη λειτουργία: αποχετευτικό ~. (Υπόγειο) ~ σωληνώσεων. ~ ύδρευσης/φυσικού αερίου.|| Σιδηροδρομικό/συγκοινωνιακό ~. ~ μεταφορών. Αεροπορικό/ακτοπλοϊκό ~ (: για θαλάσσιους και εναέριους δρόμους). Η κυκλοφορία στο εθνικό και επαρχιακό ~ διεξάγεται ομαλά. Βλ. κόμβος.|| Βλάβη στο/πρόβλημα με το ηλεκτρικό ~/~ ηλεκτροδότησης.|| (μτφ.) ~ σχέσεων (πβ. δομή). 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο τηλεφωνικών γραμμών, υπολογιστών ή συσκευών εικόνας-ήχου που συνδέονται μεταξύ τους, επιτρέποντας την επικοινωνία (κυρ. την ανταλλαγή πληροφοριών): ασύρματο/ηλεκτρονικό/τηλεπικοινωνιακό ~. Εγκατάσταση ~ου. Ψηφιακό ~ Ενοποιημένων Υπηρεσιών (: ISDN). ~ κινητής τηλεφωνίας/μετάδοσης.|| Τοπικό ~ (: LAN). ~ βιβλιοθηκών. Αναβάθμιση/αρχιτεκτονική/ασφάλεια/διαχείριση ~ου. Πανελλήνιο Σχολικό ~. Εθνικό ~ Έρευνας και Τεχνολογίας (ακρ. ΕΔΕΤ). Έπεσε το ~ (= δεν λειτουργεί). Βγαίνω από το/είμαι στο/μπαίνω στο/συνδέομαι με το ~. Επικοινωνούν μέσω ~ου. Πρόσβαση στο ~. Πβ. δια~. Βλ. ενδο~, υπο~, σέρβερ.|| ~ ραντάρ. 3. οργανωμένη ομάδα προσώπων που συνεργάζονται για την επίτευξη κοινού σκοπού και το αντίστοιχο σύνολο γραφείων, εταιρειών ή υπηρεσιών κατανεμημένων σε όλο το εύρος μιας γεωγραφικής περιοχής, συνήθ. χώρας: ~ προστασίας (ανηλίκων/του περιβάλλοντος)/συνεργασίας (Δήμων/για …). ~ εμπορικών αντιπροσώπων/συνεργατών. ~ Καταναλωτών (εναντίον των μεταλλαγμένων). Ευρωπαϊκό ~ Πληροφοριών και Παρατηρήσεων για το Περιβάλλον. Διεθνές Ανθρωπιστικό ~. Πβ. ένωση, εταιρεία, μη κυβερνητική οργάνωση, σύλλογος, σύνδεσμος, οργανισμός.|| Τραπεζικό ~. Επιχείρηση που διαθέτει το μεγαλύτερο ~ καταστημάτων.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ κατασκόπων. Είχαν δημιουργήσει/συστήσει ~ διακίνησης (ναρκωτικών)/παρακολούθησης. 4. ΤΗΛΕΠ. ραδιοφωνικοί ή/και τηλεοπτικοί σταθμοί οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και μεταδίδουν το ίδιο πρόγραμμα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος φορέας-οργανισμός: τα διεθνή/μεγάλα τηλεοπτικά ~α (π.χ. CNN, BBC). Όπως μετέδωσε το ~ ... Το διάγγελμα θα μεταδοθεί σε εθνικό ~ (: από όλα τα ΜΜΕ της χώρας). Πβ. κανάλι. ● ΣΥΜΠΛ.: Δίκτυα Ευρείας Περιοχής: ΠΛΗΡΟΦ. που καλύπτουν μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (πόλεις ή χώρες). [< αγγλ. Wide Area Networks (WAN), 1983] , Δίκτυα Τοπικής Περιοχής: ΠΛΗΡΟΦ. που καλύπτουν μικρή περιοχή (σπίτι, γραφείο, σχολείο, ομάδα κτιρίων). [< αγγλ. Local Area Networks (LAN), 1977] , Διευρωπαϊκά Δίκτυα βλ. διευρωπαϊκός, δίκτυο κορμού βλ. κορμός, ενδοπλασματικό δίκτυο βλ. ενδοπλασματικός, κοινωνικά δίκτυα βλ. κοινωνικός, νευρωνικά δίκτυα βλ. νευρωνικός, οδικό δίκτυο βλ. οδικός, υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι βλ. υπολογιστής [< αρχ. δίκτυον, γαλλ. réseau, αγγλ. net, network]
13267δικτυογραφίαδι-κτυ-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & διαδικτυογραφία: ΔΙΑΔΙΚΤ. κατάλογος διαδικτυακών διευθύνσεων και ηλεκτρονικών εγγράφων, διαθέσιμων στο διαδίκτυο, που χρησιμοποιούνται ως πηγές πληροφοριών για συγκεκριμένο θέμα. Βλ. βιβλιογραφία, -γραφία. ΣΥΝ. ιστογραφία [< αμερικ. webliography, 1995, webography]
13268δικτυοπειρατείαδι-κτυ-ο-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. χάκινγκ.
13269δικτύωμαδι-κτύ-ω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. πλέγμα από διασταυρούμενες ράβδους που μοιάζει με δίχτυ: μεταλλικά ~ατα στέγης βιομηχανικών κτιρίων (πβ. σιδηροκατασκευές). Βλ. χωρο~. ΣΥΝ. δικτυωτό, καφασωτό 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίκτυο: ~ αντιστάσεων. [< 1: γαλλ. réticulation 2: αγγλ. network]
13270δικτυώνωδι-κτυ-ώ-νω ρ. (μτβ.) {δικτύω-σε, δικτυώ-θηκα, -μένος, δικτυών-οντας, συνηθέστ. μεσοπαθ.} 1. βοηθώ κάποιον να αποκτήσει τις απαραίτητες γνωριμίες ή προσβάσεις για την επίτευξη των στόχων του: Τον ~σαν με τα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας.|| (μεσοπαθ., κάνω ή έχω διασυνδέσεις:) Με το που έπιασε δουλειά ~θηκε αμέσως. (ειρων.) Μην τον φοβάσαι, είναι καλά ~μένος.|| Κατάφερε να ~θεί στη διεθνή αγορά. 2. ΠΛΗΡΟΦ. συνδέω σε δίκτυο ή στο διαδίκτυο: Τα γραφεία ~θηκαν, για να έχουν ονλάιν επικοινωνία. [< 1: αμερικ. network, 1980, 2: αμερικ. ~, 1972]
13271δικτύωσηδι-κτύ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεση σε δίκτυο υπολογιστών ή στο διαδίκτυο: ασύρματη/ενσύρματη (βλ. δομημένη καλωδίωση)/ηλεκτρονική ~. ~ μεταξύ βιβλιοθηκών. Βλ. έθερνετ. 2. (μτφ.) απόκτηση επαφών, διασυνδέσεων, προσβάσεων: επαγγελματική ~.|| Διεθνής ~ επιχειρήσεων/ερευνητικών ομάδων/φορέων. Βλ. επέκταση. ● ΣΥΜΠΛ.: μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση βλ. κοινωνικός [< 1: αμερικ. networking, 1967, 2: αμερικ. ~, 1976]
13272δικτυωτός, ή, ό δι-κτυ-ω-τός επίθ. & διχτυωτός: που σχηματίζει 1. δίχτυ: ~ό: καλσόν/πλέγμα/σύρμα περίφραξης. 2. δίκτυο: ~ό: διάγραμμα/μοντέλο δεδομένων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: σχηματισμός (: ομάδες νευρικών κυττάρων και ινών σε μορφή δικτύου κατά μήκος του εγκεφαλικού στελέχους). ● Ουσ.: δικτυωτό (το): ΤΕΧΝΟΛ. δικτύωμα. [< 1: μτγν. δικτυωτός 2: γαλλ. réticulé, réticulaire]
13273δικυκλιστήςδι-κυ-κλι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): οδηγός δικύκλου: Η οδική ασφάλεια των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ές: αστυνομικοί/πυροσβέστες. [< γαλλ. bicycliste]
13274δίκυκλος, η, ο δί-κυ-κλος επίθ. (επίσ.): (για όχημα) που διαθέτει δύο τροχούς: ~η: μηχανή. ~ο: μοτοποδήλατο. Βλ. ομάδα ΔΙ.ΑΣ., -κυκλος. ΣΥΝ. δίτροχος ● Ουσ.: δίκυκλο (το) {-ου (λόγ.) -ύκλου} (επίσ.): όχημα δύο τροχών, συνήθ. μοτοσικλέτα: Οι οδηγοί και οι επιβάτες δικύκλων πρέπει να χρησιμοποιούν προστατευτικό κράνος. Hχορύπανση από ~α. Βλ. τρίκυκλο. ΣΥΝ. δίτροχο [< γαλλ. bicycle] [< μτγν. δίκυκλος, δίκυκλον ‘άμαξα με δύο τροχούς’]
13275δικύλινδρος, η, ο δι-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανή) που διαθέτει δύο κυλίνδρους: ~ος: κινητήρας. ~η: μοτοσικλέτα. ~ο: μοτέρ. [< γαλλ. à deux cylindres]
13276δίκωπος, η, ο δί-κω-πος επίθ.: (για σκάφος) που έχει δύο κουπιά. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: δίκωπος (η): ΑΘΛ. λέμβος με δύο κουπιά για έναν ή δύο κωπηλάτες και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα της κωπηλασίας. Βλ. τετρά-, οκτά-κωπος.|| ~ άνευ/μετά πηδαλιούχου. Βλ. σκιφ. [< αρχ. δίκωπος]
13277δίλεπτος, η, ο δί-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια δύο λεπτών: ~η: διακοπή. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: δίλεπτο (το) 1. διάστημα δύο λεπτών: Το ματς κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. νόμισμα δύο λεπτών. Βλ. δεκά-, πεντά-λεπτο, ευρώ.
13278δίλημμαδί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) {διλήμμ-ατος | -ατα} 1. δυσκολία επιλογής ανάμεσα σε δύο δυνατότητες συνήθ. εξίσου περιοριστικές ή αβέβαιες: τεχνητό/τραγικό/ψεύτικο (= ψευτο~) ~. Εκβιαστικά/ηθικά/κρίσιμα πολιτικά ~ατα. Είμαι/ήρθα σε (μεγάλο) ~. Bρίσκεται σε/αντιμέτωπος με το ~. (λόγ.) Ενώπιον του ~ατος να ... Έχω ~ τι να αγοράσω. Φέρνω κάποιον προ ~ατος. Βάζει/θέτει το ~ "πρόοδος ή συντήρηση". Βγήκε από το ~. Βλ. τρίλημμα. 2. ΦΙΛΟΣ. υποθετικός συλλογισμός κατά τον οποίο στην πρώτη από τις δύο προκείμενες προτάσεις (τη μείζονα) υπάρχει διάζευξη ή συμπλοκή, στη δεύτερη (ελάσσονα) άρση ή θέση των προηγουμένων και στο συμπέρασμα άρση ή θέση της πρώτης προκείμενης. [< μτγν. δίλημμα, γαλλ. dilemme, αγγλ. dilemma]
13279διλημματικός, ή, ό δι-λημ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που δημιουργεί ή ενέχει δίλημμα: ~ή: λογική. ~ό: ερώτημα. ~ές: καταστάσεις. Ο ~ χαρακτήρας του δημοψηφίσματος. [< γαλλ. dilemmatique, αγγλ. dilemmatic]
13280δίλιτρος, η, ο δί-λι-τρος επίθ.: που έχει χωρητικότητα δύο λίτρων: ~ος: κινητήρας. ~η: συσκευασία. ~ο: μπουκάλι. Βλ. -λιτρος.
13281δίλοβος, η, ο δί-λο-βος επίθ. 1. που έχει δύο λοβούς: (ΑΝΑΤ.) ~η: κύστη.|| (ΒΟΤ.) ~ο: φυτό. 2. ΑΡΧΙΤ. που σχηματίζει δύο μικρά τόξα: ~ο: κωδωνοστάσιο/παράθυρο. [< γαλλ. bilobé]
13282διμελής, ής, ές δι-με-λής επίθ. (λόγ.): που αποτελείται από δύο μέλη: ~ής: αντιπροσωπεία. ~ές: πλήρωμα. Βλ. -μελής.
13283διμερής, ής, ές δι-με-ρής επίθ. 1. (επίσ.) που συντελείται μεταξύ δύο μερών ή τα αφορά: ~ής: διάλογος. ~ής: σύμβαση/συμφωνία/συνάντηση/σύσκεψη. ~ές: εμπόριο/ζήτημα. ~είς: διαπραγματεύσεις/σχέσεις. Συνεργασία σε ~ές επίπεδο. ~ βοήθεια προς τις πληγείσες περιοχές. 2. (λόγ.) που απαρτίζεται από δύο μέρη: ~ές: γράφημα. Βλ. -μερής. [< 2: ρχ. διμερής, γαλλ. bilatéral]
13284διμεταλλικός, ή, ό δι-με-ταλ-λι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει συντεθεί από δύο μέταλλα: ~ό: έλασμα. [< γαλλ. bimétallique, αγγλ. bimetallic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.