| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13269 | δικτύωμα | δι-κτύ-ω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. πλέγμα από διασταυρούμενες ράβδους που μοιάζει με δίχτυ: μεταλλικά ~ατα στέγης βιομηχανικών κτιρίων (πβ. σιδηροκατασκευές). Βλ. χωρο~. ΣΥΝ. δικτυωτό, καφασωτό 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίκτυο: ~ αντιστάσεων. [< 1: γαλλ. réticulation 2: αγγλ. network] | |
| 13270 | δικτυώνω | δι-κτυ-ώ-νω ρ. (μτβ.) {δικτύω-σε, δικτυώ-θηκα, -μένος, δικτυών-οντας, συνηθέστ. μεσοπαθ.} 1. βοηθώ κάποιον να αποκτήσει τις απαραίτητες γνωριμίες ή προσβάσεις για την επίτευξη των στόχων του: Τον ~σαν με τα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας.|| (μεσοπαθ., κάνω ή έχω διασυνδέσεις:) Με το που έπιασε δουλειά ~θηκε αμέσως. (ειρων.) Μην τον φοβάσαι, είναι καλά ~μένος.|| Κατάφερε να ~θεί στη διεθνή αγορά. 2. ΠΛΗΡΟΦ. συνδέω σε δίκτυο ή στο διαδίκτυο: Τα γραφεία ~θηκαν, για να έχουν ονλάιν επικοινωνία. [< 1: αμερικ. network, 1980, 2: αμερικ. ~, 1972] | |
| 13271 | δικτύωση | δι-κτύ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεση σε δίκτυο υπολογιστών ή στο διαδίκτυο: ασύρματη/ενσύρματη (βλ. δομημένη καλωδίωση)/ηλεκτρονική ~. ~ μεταξύ βιβλιοθηκών. Βλ. έθερνετ. 2. (μτφ.) απόκτηση επαφών, διασυνδέσεων, προσβάσεων: επαγγελματική ~.|| Διεθνής ~ επιχειρήσεων/ερευνητικών ομάδων/φορέων. Βλ. επέκταση. ● ΣΥΜΠΛ.: μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση βλ. κοινωνικός [< 1: αμερικ. networking, 1967, 2: αμερικ. ~, 1976] | |
| 13272 | δικτυωτός | , ή, ό δι-κτυ-ω-τός επίθ. & διχτυωτός: που σχηματίζει 1. δίχτυ: ~ό: καλσόν/πλέγμα/σύρμα περίφραξης. 2. δίκτυο: ~ό: διάγραμμα/μοντέλο δεδομένων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: σχηματισμός (: ομάδες νευρικών κυττάρων και ινών σε μορφή δικτύου κατά μήκος του εγκεφαλικού στελέχους). ● Ουσ.: δικτυωτό (το): ΤΕΧΝΟΛ. δικτύωμα. [< 1: μτγν. δικτυωτός 2: γαλλ. réticulé, réticulaire] | |
| 13273 | δικυκλιστής | δι-κυ-κλι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): οδηγός δικύκλου: Η οδική ασφάλεια των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ές: αστυνομικοί/πυροσβέστες. [< γαλλ. bicycliste] | |
| 13274 | δίκυκλος | , η, ο δί-κυ-κλος επίθ. (επίσ.): (για όχημα) που διαθέτει δύο τροχούς: ~η: μηχανή. ~ο: μοτοποδήλατο. Βλ. ομάδα ΔΙ.ΑΣ., -κυκλος. ΣΥΝ. δίτροχος ● Ουσ.: δίκυκλο (το) {-ου (λόγ.) -ύκλου} (επίσ.): όχημα δύο τροχών, συνήθ. μοτοσικλέτα: Οι οδηγοί και οι επιβάτες δικύκλων πρέπει να χρησιμοποιούν προστατευτικό κράνος. Hχορύπανση από ~α. Βλ. τρίκυκλο. ΣΥΝ. δίτροχο [< γαλλ. bicycle] [< μτγν. δίκυκλος, δίκυκλον ‘άμαξα με δύο τροχούς’] | |
| 13275 | δικύλινδρος | , η, ο δι-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανή) που διαθέτει δύο κυλίνδρους: ~ος: κινητήρας. ~η: μοτοσικλέτα. ~ο: μοτέρ. [< γαλλ. à deux cylindres] | |
| 13276 | δίκωπος | , η, ο δί-κω-πος επίθ.: (για σκάφος) που έχει δύο κουπιά. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: δίκωπος (η): ΑΘΛ. λέμβος με δύο κουπιά για έναν ή δύο κωπηλάτες και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα της κωπηλασίας. Βλ. τετρά-, οκτά-κωπος.|| ~ άνευ/μετά πηδαλιούχου. Βλ. σκιφ. [< αρχ. δίκωπος] | |
| 13277 | δίλεπτος | , η, ο δί-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια δύο λεπτών: ~η: διακοπή. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: δίλεπτο (το) 1. διάστημα δύο λεπτών: Το ματς κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. νόμισμα δύο λεπτών. Βλ. δεκά-, πεντά-λεπτο, ευρώ. | |
| 13278 | δίλημμα | δί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) {διλήμμ-ατος | -ατα} 1. δυσκολία επιλογής ανάμεσα σε δύο δυνατότητες συνήθ. εξίσου περιοριστικές ή αβέβαιες: τεχνητό/τραγικό/ψεύτικο (= ψευτο~) ~. Εκβιαστικά/ηθικά/κρίσιμα πολιτικά ~ατα. Είμαι/ήρθα σε (μεγάλο) ~. Bρίσκεται σε/αντιμέτωπος με το ~. (λόγ.) Ενώπιον του ~ατος να ... Έχω ~ τι να αγοράσω. Φέρνω κάποιον προ ~ατος. Βάζει/θέτει το ~ "πρόοδος ή συντήρηση". Βγήκε από το ~. Βλ. τρίλημμα. 2. ΦΙΛΟΣ. υποθετικός συλλογισμός κατά τον οποίο στην πρώτη από τις δύο προκείμενες προτάσεις (τη μείζονα) υπάρχει διάζευξη ή συμπλοκή, στη δεύτερη (ελάσσονα) άρση ή θέση των προηγουμένων και στο συμπέρασμα άρση ή θέση της πρώτης προκείμενης. [< μτγν. δίλημμα, γαλλ. dilemme, αγγλ. dilemma] | |
| 13279 | διλημματικός | , ή, ό δι-λημ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που δημιουργεί ή ενέχει δίλημμα: ~ή: λογική. ~ό: ερώτημα. ~ές: καταστάσεις. Ο ~ χαρακτήρας του δημοψηφίσματος. [< γαλλ. dilemmatique, αγγλ. dilemmatic] | |
| 13280 | δίλιτρος | , η, ο δί-λι-τρος επίθ.: που έχει χωρητικότητα δύο λίτρων: ~ος: κινητήρας. ~η: συσκευασία. ~ο: μπουκάλι. Βλ. -λιτρος. | |
| 13281 | δίλοβος | , η, ο δί-λο-βος επίθ. 1. που έχει δύο λοβούς: (ΑΝΑΤ.) ~η: κύστη.|| (ΒΟΤ.) ~ο: φυτό. 2. ΑΡΧΙΤ. που σχηματίζει δύο μικρά τόξα: ~ο: κωδωνοστάσιο/παράθυρο. [< γαλλ. bilobé] | |
| 13282 | διμελής | , ής, ές δι-με-λής επίθ. (λόγ.): που αποτελείται από δύο μέλη: ~ής: αντιπροσωπεία. ~ές: πλήρωμα. Βλ. -μελής. | |
| 13283 | διμερής | , ής, ές δι-με-ρής επίθ. 1. (επίσ.) που συντελείται μεταξύ δύο μερών ή τα αφορά: ~ής: διάλογος. ~ής: σύμβαση/συμφωνία/συνάντηση/σύσκεψη. ~ές: εμπόριο/ζήτημα. ~είς: διαπραγματεύσεις/σχέσεις. Συνεργασία σε ~ές επίπεδο. ~ βοήθεια προς τις πληγείσες περιοχές. 2. (λόγ.) που απαρτίζεται από δύο μέρη: ~ές: γράφημα. Βλ. -μερής. [< 2: ρχ. διμερής, γαλλ. bilatéral] | |
| 13284 | διμεταλλικός | , ή, ό δι-με-ταλ-λι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει συντεθεί από δύο μέταλλα: ~ό: έλασμα. [< γαλλ. bimétallique, αγγλ. bimetallic] | |
| 13285 | δίμετρος | , η, ο δί-με-τρος επίθ. 1. που έχει μήκος ή ύψος δύο μέτρων· (για πρόσ.) πολύ ψηλός: ~ο: καλώδιο.|| (επιτατ.) ~ος: μπασκετμπολίστας/τερματοφύλακας. ~η: καλλονή (= πανύψηλη). ~ο: μοντέλο/παλικάρι. 2. ΜΕΤΡ. που αποτελείται από δύο μέτρα: ~ος: στίχος.|| (ως ουσ.) Αναπαιστικό(ς) ~ο/~ος. Βλ. -μετρος. [< 2: μτγν. δίμετρος] | |
| 13287 | διμηνία | δι-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): χρονική περίοδος δύο μηνών: Η αποστολή των λογαριασμών γίνεται ανά/κάθε ~. Βλ. -μηνία. ΣΥΝ. δίμηνο [< μτγν. διμηνία] | |
| 13288 | διμηνιαίος | , α, ο [διμηνιαῖος] δι-μη-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που εκδίδεται ή καταβάλλεται κάθε δύο μήνες: ~ος: κατάλογος. ~α: έκδοση. ~ο: ενημερωτικό δελτίο/έντυπο.|| ~α: δόση. ~ο: επίδομα/πάγιο. Βλ. -μηνιαίος. ΣΥΝ. δίμηνος (2) [< αρχ. διμηνιαῖος 'που είναι δύο μηνών'] | |
| 13289 | δίμηνος | , η, ο δί-μη-νος επίθ. 1. που έχει διάρκεια δύο μηνών: ~ος: αποκλεισμός. ~η: άδεια/απεργία/προθεσμία/σύμβαση. Βλ. -μηνος. 2. διμηνιαίος. ● Ουσ.: δίμηνο (το): χρονική περίοδος δύο μηνών: τα δίδακτρα του πρώτου ~ήνου. ΣΥΝ. διμηνία [< αρχ. δίμηνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ