Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14160-14180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13290δίμιτος, η, ο δί-μι-τος επίθ.: για ύφασμα που έχει υφανθεί με δύο κλωστές. Βλ. δίκλωνος.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. υφαντό. [< μεσν. δίμιτον]
13291διμοιρίαδι-μοι-ρί-α ουσ. (θηλ.): μικρή στρατιωτική ή αστυνομική μονάδα: ~ των ΜΑΤ. Οι ~ες του λόχου. Πάνοπλες ~ες. [< μτγν. διμοιρία ‘μισός λόχος’]
13292διμοιρίτηςδι-μοι-ρί-της ουσ. (αρσ.) 1. επικεφαλής διμοιρίας. 2. {θηλ. διμοιρίτισσα} οδηγός τμήματος παρέλασης. Βλ. παραστάτης, σημαιοφόρος, -ίτης1. [< μτγν. διμοιρίτης]
13294διμορφισμόςδι-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. εμφάνιση δύο διαφορετικών μορφών στο ίδιο ζωικό ή φυτικό είδος: εποχικός (: διαφορές στη μορφολογία ή τη φυσιολογία, ανάλογα με τις εποχές)/σεξουαλικός/φυλετικός (: ανάπτυξη ευδιάκριτων μορφολογικών διαφορών μεταξύ θηλυκών και αρσενικών ατόμων σε ένα είδος) ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. dimorphisme, αγγλ. dimorphism]
13295δίμορφος, η, ο δί-μορ-φος επίθ.: που έχει δύο διαφορετικές μορφές: (ΧΗΜ.) ~α: ορυκτά. Βλ. -μορφος. [< μτγν. δίμορφος, γαλλ. dimorphe]
13296διμούτσουνος, η, ο δι-μού-τσου-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οχιά διμούτσουνη (υβριστ.): διπρόσωπος, ύπουλος, υποκριτής. Πβ. φίδι κολοβό.
13297δίνηδί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. μάζα αέρα ή νερού που στροβιλίζεται, ακολουθεί κυκλική κίνηση και έχει συχνά μεγάλη ένταση: παλιρροιακή ~. ~ αέρα (= αερο~, ανεμοστρόβιλος, βλ. κυκλώνας, τυφώνας). ~ νερού (= ρουφήχτρα, υδροστρόβιλος). Στα ρηχά σχηματίζονται μικρές ~ες.|| (ΦΥΣ.) Ενεργειακές ~ες. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ανεξέλεγκτη κατάσταση: στη ~ των (διεθνών) εξελίξεων/των καταγγελιών/του πάθους/του πολέμου/του χρόνου. Στη ~ εσωκομματικών αντιθέσεων στροβιλίστηκε η παράταξη. Βρέθηκε στο επίκεντρο/κέντρο της ~ης. ● ΦΡ.: στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας [< αρχ. δίνη]
13298δινόλουτροδι-νό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μορφή υδροθεραπείας με υδρομασάζ· η αντίστοιχη συσκευή. Πβ. τζακούζι. Βλ. -λουτρο. [< αγγλ. whirlpool bath, περ. 1916]
54811δινω

φι-λί ουσ. (ουδ.) {φιλ-ιού}: επαφή των χειλιών κυρ. με σημείο του προσώπου κάποιου ως ένδειξη αγάπης, έρωτα, συμπάθειας ή φιλικότητας: αθώο/απαλό/βιαστικό/γλυκό/ερωτικό/ζεστό/ηχηρό/πεταχτό/ρουφηχτό/τρυφερό ~. Καυτά ~ιά. ~ στο μάγουλο/μέτωπο/στόμα/χέρι (= χειροφίλημα). Της έδωσε ένα παθιασμένο ~. Δέχομαι/παίρνω ένα ~. Κλέβω ένα ~ (: κλεφτό). Να του δώσετε πολλά ~ιά και από μένα. Ανταλλάσσω/μοιράζω/στέλνω ~ιά. (σε αποφώνηση:) Με πολλά ~ιά. Πβ. ασπασμός, μάκια, ματς μουτς, φίλημα.|| (μτφ.-λογοτ.) Πικρό ~. Το στερνό ~ (: σε περίπτωση οριστικού αποχωρισμού ή θανάτου).|| (επιτατ.) Την/τον έπνιξε στα ~ιά. Με γέμισε ~ιά/με τρέλανε στα ~ιά. || Διαδικτυακά ~ιά. ● Υποκ.: φιλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια του φιλιού & νόσος του φιλιού: ΙΑΤΡ. λοιμώδης μονοπυρήνωση., γαλλικό φιλί: ερωτικό φιλί με επαφή των γλωσσών. ΣΥΝ. γλωσσόφιλο ● ΦΡ.: το φιλί του Ιούδα (μτφ.): για πράξη εξαπάτησης και προδοσίας., φιλιά/φιλάκια (οικ.): ως χαιρετισμός, τρυφερή αποφώνηση συνήθ. σε τηλεφωνική συνομιλία: Τα λέμε, φιλάκια! Πολλά φιλιά σε όλους! ΣΥΝ. φιλούρες, (είναι) όλο αγκαλιές και φιλιά βλ. αγκαλιά, ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα βλ. ανάριος, σκάω (ένα) φιλί/χαστούκι (σε κάποιον) βλ. σκάω, το φιλί της αγάπης βλ. αγάπη, φιλί (της) ζωής βλ. ζωή [< μεσν. το φιλείν, αρχ. απαρέμφατο φιλεῖν]

13299δίνωδί-νω ρ. (μτβ.) {έδω-σα, δώ-σει, δίν-εται (λόγ.) δίδ-εται, δό-θηκα, δο-θεί (λόγ. μτχ. δοθ-είς, -είσα, -έν), δίν-οντας, δοσμένος, δεδομένος} & (λόγ.) δίδω 1. παίρνω κάτι στο χέρι μου και, μεταφέροντάς το, το αποθέτω στα χέρια κάποιου ή κοντά του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει: Μου ~εις (λιγάκι/σε παρακαλώ) το μολύβι σου; Του έδωσε φαγητό (= του έβαλε να φάει)/το φάρμακο. Δώσε μου ένα ποτήρι νερό (= φέρε μου). Πβ. πασάρω. Βλ. ξανα~.|| (κατ' επέκτ.-επίσ., επιδίδω, αποστέλλω, παραδίδω:) Του δόθηκε επιστολή διαμαρτυρίας. 2. μεταβιβάζω αγαθό ή δικαίωμα στη δικαιοδοσία κάποιου, συνήθ. οικειοθελώς· προσφέρω, παρέχω: ~ αίμα (βλ. αιμοδοσία)/λεφτά (για τους φτωχούς, βλ. φιλανθρωπία).|| Του έδωσε θάρρος (με τα λόγια του)/οδηγίες. Δώσε μου λίγο χρόνο να το σκεφτώ. Του δόθηκε η άδεια (/το πράσινο φως) (= του επιτράπηκε)/η δυνατότητα/η ευκαιρία να ...|| Μπορείς να μου δώσεις το αυτοκίνητό σου για λίγες μέρες (= να μου το δανείσεις);|| Μας έδωσαν γλυκά (= μας έβγαλαν, κέρασαν, σερβίρισαν, τράταραν, φίλεψαν). Της έχει δώσει όλα του τα βιβλία (= χαρίσει)/ό,τι έχει και δεν έχει.|| Ελπίζω να μας δώσουν προσωπικό (= να μας διαθέσουν). Δόθηκε συνέντευξη Τύπου (= παραχωρήθηκε).|| Έδωσε τα στοιχεία του στον αστυνομικό. 3. (κατ’ επέκτ.) ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ τον αγώνα/τη μάχη μου (= αγωνίζομαι, μάχομαι)/την υπόσχεσή μου (= υπόσχομαι)/την ψήφο μου (= ψηφίζω). Θα δώσει εξετάσεις (= θα εξεταστεί)/εξηγήσεις (= θα εξηγήσει)/σκληρή απάντηση (= θα απαντήσει σκληρά). Του έδωσε γροθιά (= τον γρονθοκόπησε)/κλοτσιά (= τον κλότσησε)/ξύλο (= τον έδειρε)/χαστούκι (= τον χαστούκισε)/ένα φιλί (= τον φίλησε). Να σου δώσω μια πληροφορία (= να σε πληροφορήσω)/μια συμβουλή (= να σε συμβουλέψω); Δεν βρέθηκε κανένας να του δώσει βοήθεια (= να τον βοηθήσει)/στήριξη (= να τον στηρίξει). Δώσε λίγη προσοχή (= πρόσεξε). Δόθηκε διαταγή/εντολή να ... (= διατάχθηκε). Πρέπει να δοθεί λύση στο πρόβλημα (= να λυθεί). 4. απονέμω: Του δόθηκε βραβείο/έπαινος/μετάλλιο/τίτλος. 5. διοργανώνω με πρωτοβουλία μου δημόσιο ή κοσμικό γεγονός: ~ γεύμα/δείπνο (= παραθέτω, προσφέρω). Έδωσε διάλεξη/παράσταση/συναυλία. 6. πληρώνω, καταβάλλω: Για τρία βιβλία έδωσα μόνο είκοσι ευρώ. Πόσα έδωσες (ενν. λεφτά); Πήγες κι έδωσες τόσα χρήματα γι' αυτό το πράγμα;|| Τι μισθό σου ~ουν; 7. (προφ.) πουλώ: Πόσο μου το ~εις (= μου το αφήνεις); Το ~ει κοψοχρονιά/όσο όσο/σε καλή τιμή/τζάμπα. ΑΝΤ. αγοράζω (1) 8. εμπιστεύομαι κάποιον ή κάτι σε κάποιον: Έδωσε την κόρη της για υιοθεσία/το παιδί στους γονείς της να το προσέχουν (= άφησε).|| Θα δώσω τα ρούχα στο καθαριστήριο/το μηχάνημα για επισκευή.|| Τι δουλειά σου έδωσαν να κάνεις (= σου ανέθεσαν, σε έβαλαν); 9. {συνήθ. γ' πρόσ.} προκαλώ, προξενώ: Όλο πίκρες και στενοχώριες του ~ει η ζωή (= τον κερνάει, τον ποτίζει). Μου 'δωσε αισιοδοξία/τη χαριστική βολή (= με αποτελείωσε). 10. διαβιβάζω, μεταβιβάζω: Δώσ' του την αγάπη/τα φιλιά/τα χαιρετίσματά μου!δίνει 1. αποφέρει, αποδίδει: Πόσο τόκο ~ το κεφάλαιο;|| Οι έρευνες δεν έδωσαν (= δεν είχαν) τα αναμενόμενα αποτελέσματα/καρπούς (= ήταν άκαρπες). 2. παράγει, βγάζει: Οι ελιές έδωσαν πολύ λάδι. 3. προσδίδει: Τα χαρούμενα χρώματα ~ουν μια νότα αισιοδοξίας (= δημιουργούν, χαρίζουν).|| {μεσοπαθ.} ~εται νέα διάσταση στο θέμα. ● Παθ.: δίνομαι 1. αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε κάποιον/κάτι: Έχει δοθεί με όλες της τις δυνάμεις/ολόψυχα στην επιστήμη/στον Θεό/στην οικογένεια. 2. (κυρ. για γυναίκα) συνάπτω ερωτική σχέση, κάνω έρωτα: Του δόθηκε με πάθος. ● ΦΡ.: δεν δίνω δεκάρα/δυάρα/μία/πεντάρα (τσακιστή)/φράγκο (προφ.) 1. αδιαφορώ πλήρως, δεν δίνω σημασία: Προσωπικά ~ ~ τι λέει ο κόσμος/για τα σχόλια του κόσμου (= δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει, δεν μου καίγεται καρφί). ΣΥΝ. δεν δίνω (έναν) παρά 2. δεν διατίθεμαι να πληρώσω., δίνει και παίρνει (προφ.): για κάτι που γίνεται σε μεγάλη έκταση ή σε έντονο, υπερβολικό βαθμό: Τα πειράγματα/οι φήμες ~ουν ~ουν (= πάνε κι έρχονται)., δίνω δικαίωμα/δικαιώματα (να): δίνω αφορμή να με σχολιάσουν αρνητικά: Είναι ευγενικός και διακριτικός και ποτέ δεν έδωσε ~ατα., δίνω πίσω (κάτι) (προφ.): το επιστρέφω: Σου δάνεισα τόσα βιβλία, κι ακόμα να μου τα δώσεις ~., δίνω την εντύπωση/την εικόνα: φαίνομαι, μοιάζω: ~ει ~ του ήρεμου και καλού παιδιού. Πβ. δείχνω, παρουσιάζομαι. [< γαλλ. donner l' impression] , δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου: υπόσχομαι. Πβ. ορκίζομαι., δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) 1. ΣΤΡΑΤ. μεταθέτω. 2. (αργκό) διώχνω. Πβ. δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον, ξαποστέλνω., δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι (προφ.): βοηθώ: Μπορείς να δώσεις ~ να καθαρίσουμε το σπίτι; Βάλε κι εσύ ένα χεράκι! Πβ. συντρέχω., δίνω/τρώω φύσημα (αργκό): απολύω ή μεταθέτω κάποιον ή πετώ κάτι: Του έδωσαν/έφαγε ~ από τη δουλειά (= τον έδιωξαν). Φτιάχνεται η συσκευή ή να της δώσω ~; Πβ. δίνω/παίρνω/τρώω πόδι., δώσ΄ του (προφ.) 1. δηλωτικό επανάληψης, έμφασης, επιμονής: Και ~ κλάμα και αναφιλητά! 2. για παρακίνηση ή ενθάρρυνση: Μη σταματάς, ~!, δώσε (προφ.): βάλε (όλη σου τη) δύναμη., είναι όλο δώσε και δώσε (προφ.): για πρόσωπο που ζητά συνέχεια κάτι, συνήθ. χρήματα., και τι δε θα 'δινα …: για ιδιαίτερα έντονη επιθυμία: ~ ~ για λίγες ημέρες ξεκούρασης/τώρα για ένα γλυκό. ~ ~ να ήμουν ..., μου τη δίνει/μου τη σπάει & μου (τη) δίνει στα νεύρα & μου σπάει τα νεύρα & με/μου χτυπάει στα νεύρα (νεαν. αργκό): με εκνευρίζει, με εξοργίζει: ~ ~ (= με τσαντίζει) αυτή η κατάσταση/αυτός ο άνθρωπος! Δεν ξέρω τι του την έδωσε ξαφνικά και σηκώθηκε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου τη βαράει, μου τη βιδώνει (2), τον έδωσε (αργκό): τον κατέδωσε: ~ στην Αστυνομία (πβ. κάρφωσε, μαρτύρησε, πρόδωσε). Με ~ στεγνά., του δίνω (αργκό): φεύγω αμέσως, γρήγορα: Eίναι αργά, ώρα να του ~ουμε.|| (απειλητ.) Δίνε του (αμέσως)! ΣΥΝ. την κάνω, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει βλ. καταλαβαίνω, αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία βλ. πρωτοβουλία, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι) βλ. υπογραφή, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, δίνει/πουλάει και το βρακί του βλ. βρακί, δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι) βλ. ψυχή, δίνω (κάποιον) στο τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, δίνω (σε κάποιον) αναφορά βλ. αναφορά, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, δίνω αξία βλ. αξία, δίνω βαρύτητα (σε κάτι) βλ. βαρύτητα, δίνω βάση σε (κάτι) βλ. βάση, δίνω λαβή βλ. λαβή, δίνω λόγο βλ. λόγος, δίνω μάθημα βλ. μάθημα, δίνω ρέστα βλ. ρέστα, δίνω σάρκα και οστά βλ. οστό, δίνω σε κάποιον αέρα βλ. αέρας, δίνω σημασία βλ. σημασία, δίνω στόχο βλ. στόχος, δίνω συνέχεια (σε κάτι) βλ. συνέχεια, δίνω τα χέρια βλ. χέρι, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, δίνω το παρών/δηλώνω παρών βλ. παρών, δίνω το στίγμα μου βλ. στίγμα, δίνω το χέρι βλ. χέρι, δίνω τον τόνο βλ. τόνος1, δίνω τόπο στην οργή βλ. οργή, δίνω φτερά (σε κάποιον) βλ. φτερό, δίνω φωνή σε κάποιον/κάτι βλ. φωνή, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παραδίδω μαθήματα βλ. μάθημα, δίνω/ρίχνω (ιδιαίτερο/μεγάλο/όλο μου το/πολύ) βάρος (σε κάτι) βλ. βάρος, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι) βλ. αίμα, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, δώσε κι εμένα/και σε μένα μπάρμπα βλ. μπάρμπας, έδωσα δρόμο σε κάποιον/κάτι βλ. δρόμος, έδωσε ο Θεός βλ. θεός, έδωσε πήρε βλ. παίρνω, έδωσε τη ζωή του βλ. ζωή, έδωσε τη θέση (του) σε κάτι βλ. θέση, μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις βλ. μάχαιρα, μου δίνει την εντύπωση βλ. εντύπωση, ο Θεός να δώσει/να δώσει ο Θεός βλ. θεός, τα δίνω όλα (για όλα) βλ. όλος, του δίνω και καταλαβαίνει βλ. καταλαβαίνω, του έδωσε/του 'δωσε τα παπούτσια στο χέρι βλ. παπούτσι ● βλ. δοθείς, δοσμένος [< μεσν. δίνω, μτγν. δίδω, γαλλ. donner, αγγλ. give]
13300διογκώνωδι-ο-γκώ-νω ρ. (μτβ.) {διόγκω-σα, διογκών-εται (λόγ.) διογκ-ούται (μτχ. -ούμενος), διογκώ-θηκε, -μένος, διογκών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αυξάνω ένα μέγεθος και κατ' επέκτ. αποδίδω σε κάτι μεγαλύτερες από τις πραγματικές του διαστάσεις: ~εται το ποσοστό της ανεργίας/το χρέος. Τα διαρκώς ~ούμενα ελλείμματα (= αυξανόμενα).|| Μη ~εις (= δραματο-, μεγαλο-ποιείς) τα γεγονότα. Αντί να λύνει τα προβλήματα, τα ~ει. Ο κίνδυνος/το κύμα των αντιδράσεων/το πρόβλημα των ναρκωτικών έχει ~θεί (= επιδεινωθεί). ~μένο: εγώ (= υπερτροφικό). Πβ. μεγεθύνω, (παρα)φουσκώνω. ΑΝΤ. μειώνω, μετριάζω, περιορίζω. 2. {στο γ' πρόσ.} μεγαλώνει ο όγκος σώματος: Υλικό που ~εται με τη θερμότητα. ~θηκε η τρύπα του όζοντος.|| (ΙΑΤΡ.) ~μένοι: αδένες (= εξογκωμένοι, πρησμένοι). ~μένες: φλέβες. ΑΝΤ. συμπιέζω (1) [< μτγν. διογκῶ, γαλλ. gonfler]
13301διόγκωσηδι-ό-γκω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απόκτηση μεγάλων ή υπερβολικών διαστάσεων: η ~ της ανεργίας (ΑΝΤ. μείωση)/της γραφειοκρατίας/του δημόσιου τομέα/του κόστους/της παραοικονομίας/του προβλήματος (: όξυνση)/της φοροδιαφυγής/του χρέους (πβ. υπεραύξηση). Βλ. περιορισμός, περιστολή.|| ~ γεγονότων. Πβ. μεγαλοποίηση, μεγέθυνση. 2. αύξηση του όγκου: ~ της ζύμης (πβ. φούσκωμα).|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ήπατος/της καρδιάς/των λεμφαδένων (πβ. εξόγκωση, πρήξιμο). [< μτγν. διόγκωσις, γαλλ. gonflement]
13302διογκωτικός, ή, ό δι-ο-γκω-τι-κός επίθ. (επίσ.): (για ουσία) που προκαλεί διόγκωση: ~ό: αέριο. ~οί: παράγοντες (= διογκωτικά). ~ές: ύλες. ~ά: μέσα. ● Ουσ.: διογκωτικά (τα): οτιδήποτε αυξάνει τον όγκο ενός υλικού: (ΜΑΓΕΙΡ.) φυσικά/χημικά ~. ~ αρτοποιίας (: αμμωνία, μαγιά, μπέικιν πάουντερ, σόδα). Προϊόντα χωρίς συντηρητικά και ~. Βλ. βελτιωτικό, γλυκαντικές ουσίες/ύλες, πρόσθετα (τροφίμων).|| (σπανιότ. ΧΗΜ.) ~ πλάσματος.
13303διόδιαδι-ό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {διοδί-ων}: τέλη που καταβάλλονται από τους οδηγούς οχημάτων, για να εισέλθουν σε συγκεκριμένη περιοχή του οδικού δικτύου και συνεκδ. οι σταθμοί είσπραξης: ηλεκτρονικά ~ (= τηλε~). Αστικά ~ ή ~ πόλης. ~ αυτοκινητοδρόμων. Πληρώνω ~.|| Παράκαμψη/τοποθέτηση ~ων. Διέλευση από τα ~. Τα ~ της εθνικής οδού ... Θα σταματήσουμε στα ~. Βλ. χιλιομετροχρέωση. [< μτγν. διόδιον 'πέρασμα', αγγλ. tolls]
13304δίοδοςδί-ο-δος ουσ. (θηλ.) {διόδου} (επίσ.) 1. διέλευση από περιορισμένο χώρο και συνεκδ. το πέρασμα: ελεύθερη ~ του αέρα. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η ~. Εμποδίζω τη ~ο. Πβ. διάβαση.|| Εναέρια/παρακαμπτήρια/στενή (βλ. διάδρομος) ~. ~ αυτοκινήτων (= δρόμος). ~ διαφυγής (= διέξοδος).|| (μτφ.) ~ επικοινωνίας (= δίαυλος, κανάλι).|| (ΑΝΑΤ.) Αναπνευστική ~ (= οδός). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διάταξη ροής του ρεύματος σε μία μόνο κατεύθυνση. Βλ. ανορθωτής, λυχνία, φωτο~. [< 1: αρχ. δίοδος 2: αγγλ. diode, 1919, γαλλ. ~, 1932]
13305διοίκησηδι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): προγραμματισμός της δράσης, διεύθυνση, συντονισμός και έλεγχος ενός οργανωμένου συνόλου ανθρώπων που εργάζονται για την επίτευξη κοινού σκοπού· συνεκδ. η αντίστοιχη Αρχή, Υπηρεσία (με τα πρόσωπα που τη στελεχώνουν) και ο χώρος στέγασής της: εκκλησιαστική/κοινωνική/οικονομική/στρατιωτική ~. Η ~ του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Αποκεντρωμένη ~. Εποπτεία και ~. Όργανα ~ης (= διοικητικά όργανα). Μοντέλο/σύστημα ~ης (πβ. διακυβέρνηση). Ανέλαβε τη(ν) (προσωρινή) ~ της εταιρείας/του ιδρύματος/της τράπεζας (= έγινε Διοικητής). (ειδικότ., για επιχειρήσεις) Βιομηχανική/Χρηματοοικονομική ~. ~ Αθλητισμού/Ανθρώπινου Δυναμικού/Έργου/Κεφαλαίου Κίνησης/Λειτουργιών/Προσωπικού/Μονάδων Υγείας. ~ και Οικονομία. Μάρκετινγκ και ~. Πβ. διαχείριση, μάνατζμεντ. Βλ. κακο~, συν~, τηλε~.|| (κατ' επέκτ.) Γραφείο ~ης. Οι αρμοδιότητες/ο επικεφαλής/τα στελέχη της ~ης. Τον κάλεσε η/παρουσιάστηκε στη ~. (με αναφορά στον δημόσιο τομέα:) Υπάλληλοι της Κεντρικής/της Περιφερειακής ~ης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση αλλοτρίων: ΝΟΜ. διαχείριση ξένης υπόθεσης, χωρίς να έχει ληφθεί εντολή: γνήσια (επιτρεπόμενη/μη επιτρεπόμενη) ~ ~. [< γαλλ. gestion d'affaires] , χρηστή διοίκηση: ΠΟΛΙΤ. που εφαρμόζει τους νόμους του κράτους και προστατεύει το δημόσιο συμφέρον: ~ ~ και αξιοκρατία/διαφάνεια., Δημόσια Διοίκηση βλ. δημόσιος, διοίκηση ολικής ποιότητας/ολική ποιότητα βλ. ποιότητα, διοίκηση παραγωγής βλ. παραγωγή, ηλεκτρονική διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων βλ. οργάνωση [< αρχ. διοίκησις ‘διακυβέρνηση’, γαλλ. administration]
13306διοικητήριοδι-οι-κη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κτίριο όπου στεγάζονται τα γραφεία της διοίκησης. || ~ στρατοπέδου. Βλ. -τήριο.
13307διοικητήςδι-οι-κη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού, κλητ. -ά | σπανιότ. θηλ. διοικήτρια} (κ. με κεφαλ. Δ): ανώτατο διοικητικό στέλεχος: στρατιωτικός ~. ~ της Αστυνομίας/ασφαλιστικού ταμείου/μονάδας (π.χ. του πυροβολικού)/οργανισμού/περιφέρειας (= περιφερειάρχης)/τράπεζας. Ανέλαβε/ασκεί/εκτελεί καθήκοντα/χρέη ~ή. Έχει διατελέσει διοικήτρια του ΕΟΠΥΥ. Είναι η νέα διοικήτρια του νοσοκομείου. Βλ. διευθυντής, πρόεδρος, προϊστάμενος. [< μτγν. διοικητής ‘διευθυντής, κυβερνήτης’, γερμ. Administrator, γαλλ. administrateur, gouverneur]
13308διοικητικός, ή, ό δι-οι-κη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διοίκηση επιχειρήσεων ή τη Δημόσια Διοίκηση: ~ός: απολογισμός/διευθυντής/έλεγχος/κανονισμός/μηχανισμός (υπουργείου)/οργανισμός/υπάλληλος/φορέας/χάρτης. ~ή: Αρχή/διάρθρωση/διαχείριση/Διεύθυνση/δικαιοσύνη/δομή (ομίλου)/εξουσία/επιστήμη/επιτροπή/εποπτεία/ιεραρχία/λειτουργία (δήμου)/μέριμνα/μεταρρύθμιση/περιφέρεια/πράξη/Υπηρεσία. ~ό: διαμέρισμα/(ΝΟΜ.) Δίκαιο/δικαστήριο/κενό/κέντρο (νομού)/πρόστιμο/προσωπικό/συμβούλιο (ακρ. ΔΣ)/σύστημα (χώρας). ~ές: αρμοδιότητες/κυρώσεις. ~ά: έγγραφα/καθήκοντα/όργανα/στελέχη. Τεχνολογικός και ~ εκσυγχρονισμός. Το σχολείο ως ~ή μονάδα. Κανονιστικές, νομοθετικές και ~ές διατάξεις. ● Ουσ.: διοικητικά (τα): διοίκηση: Ασχολείται με τα ~ της εταιρείας., Διοικητική (η): Διοίκηση Επιχειρήσεων: Χρηματοοικονομική και Τραπεζική ~., Διοικητικό (το): ενν. Τμήμα: Διεύθυνση ~ού (-Οικονομικού). ● επίρρ.: διοικητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Διοικητική Δικονομία βλ. δικονομία, Ένορκη Διοικητική Εξέταση βλ. ένορκος [< μτγν. διοικητικός ‘κυβερνητικός, αυτός που ελέγχει ή ρυθμίζει’, γαλλ. administratif]
13309διοικητισμόςδι-οι-κη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συγκεντρωτική ή καταχρηστική άσκηση εξουσίας κατά τη διοίκηση οργανισμού, υπηρεσίας. Βλ. γραφειοκρατία, κρατ-, κυβερνητ-, νομικ-ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.