| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 411 | άγλωσσος | , η, ο [ἄγλωσσος] ά-γλωσ-σος επίθ. 1. που δεν χειρίζεται επαρκώς τη γλώσσα του: ~οι και αμόρφωτοι. 2. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη γλωσσικής ικανότητας: Οι ~ες συγκινησιακές εκδηλώσεις του μωρού (π.χ., το κλάμα και το γέλιο). Πβ. άλαλος. Βλ. -γλωσσος. [< αρχ. ἄγλωσσος «χωρίς γλώσσα, που δεν έχει ευγλωττία, που αγνοεί την ελληνική γλώσσα’] | |
| 412 | αγνάντεμα | [ἀγνάντεμα] α-γνά-ντε-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγναντεύω και συνεκδ. σημείο με ωραία θέα: ~ της φύσης. Πβ. ενατένιση. | |
| 413 | αγναντεύω | [ἀγναντεύω] α-γνα-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {αγνάντεψα} (λαϊκό-λογοτ.): παρατηρώ μια περιοχή από ψηλά ή μακριά: ~ τ' αστέρια/τα βουνά/τον ορίζοντα. Κάθομαι και ~ το πέλαγος. Πβ. (εν)ατενίζω. ● ΦΡ.: κάτσε/χέζε ψηλά κι αγνάντευε (οικ.-προφ.): για να δηλωθεί στάση αδιαφορίας. [< μεσν. αγναντεύω] | |
| 34658 | αγνάντι | ξά-γνα-ντο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ψηλό μέρος από όπου έχει κανείς υπέροχη θέα: στο ~ του βουνού/χωριού. Βλ. παρατηρητήριο. ΣΥΝ. αγνάντιο & αγνάντι | |
| 414 | αγνάντιο & αγνάντι | [ἀγνάντιο] α-γνά-ντιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): περιοχή με ωραία θέα: Βγήκαμε/βρεθήκαμε ψηλά στ' ~ απ' όπου ξανοιγόταν όλο το νησί. ΣΥΝ. αγνάντεμα, ξάγναντο [< ουδ. του αγνάντιος] | |
| 415 | αγνεία | [ἁγνεία] α-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρθενία ή αποχή από τις σαρκικές απολαύσεις και (συνήθ.-κατ' επέκτ.) αγνότητα, ηθική καθαρότητα: (ΘΕΟΛ.) Νηστεία και ~. Όρκος ~ας. Βλ. αγαμία.|| ~ ηθών/ψυχής. [< αρχ. ἁγνεία] | |
| 58742 | αγνόηση | [ἀγνόηση] α-γνό-η-ση ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.}: αδιαφορία για ένα ζήτημα: παντελής ~. ~ των αιτημάτων/των αναγκών/των αρμόδιων φορέων/των κανόνων/των μέτρων ασφαλείας/του προβλήματος. ~ και υποτίμηση. [< μτγν. ἀγνόησις ‘άγνοια’] | |
| 416 | άγνοια | [ἄγνοια] ά-γνοι-α ουσ. (θηλ.) 1. το να μη γνωρίζει κανείς κάτι ή να μην έχει ενημερωθεί για κάτι: αδικαιολόγητη/απόλυτη/γενική/δικαιολογημένη/εγκληματική/καταστροφική/παντελής ~ του ζητήματος. Δηλώνω/προβάλλω/προσποιούμαι/προφασίζομαι ~ για ... ~, αδιαφορία και ημιμάθεια. Έχει πλήρη ~ για το/πάνω στο θέμα. Ομολογώ/παραδέχομαι την ~ά μου. Λάθη από ~. Αφήνω/κρατώ κάποιον σε κατάσταση ~ας. ΑΝΤ. γνώση (1) 2. ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση του στρατιωτικού από τη στιγμή που θα απουσιάσει αδικαιολόγητα, μέχρι να κηρυχθεί λιποτάκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: μερικής/ολικής άγνοιας: ΓΡΑΜΜ. τύποι ερωτηματικών προτάσεων που δέχονται εισαγωγικό μόριο (ποιος, πού, πότε: μερικής άγνοιας) ή δεν δέχονται και η απάντηση σε αυτές είναι "ναι" ή "όχι" (ολικής άγνοιας). ● ΦΡ.: εν αγνοία (κάποιου) [ἐν ἀγνοίᾳ] (λόγ.): χωρίς γνώση ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: Βρίσκομαι/τελώ ~ ~. ~ ~ μου έγιναν όλα. ΣΥΝ. ερήμην (1) ΑΝΤ. εν γνώσει, άγνοια νόμου βλ. νόμος [< 1: αρχ. ἄγνοια] | |
| 417 | αγνοούμενος | , η, ο [ἀγνοούμενος] α-γνο-ού-με-νος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που δεν είναι γνωστό αν ζει ή το σημείο όπου βρίσκεται, συνήθ. μετά από ατύχημα, ναυάγιο, μάχη: ~οι ναυτικοί. Βρέθηκε το πτώμα ~ου νεαρού. Σώος ο ~ ορειβάτης.|| (ως ουσ.) ~οι πολέμου. Ανεύρεση/εντοπισμός των ~ένων. Θεωρείται/κηρύχτηκε/παραμένει επισήμως ~. [< αρχ. ἀγνοούμενος, γαλλ. disparu] | |
| 418 | αγνός | , ή, ό [ἁγνός] α-γνός επίθ. 1. ηθικός, ενάρετος, άδολος: ~ός: άνθρωπος/ενθουσιασμός/έρωτας/ιδεολόγος/πατριώτης/χαρακτήρας (= άσπιλος). ~ή: αγάπη/καρδιά/φιλία (= ανιδιοτελής)/ψυχή (= αμόλυντη, πβ. πάναγνος). ~ές: προθέσεις (= αγαθές). ~ά: αισθήματα (= ειλικρινή)/ήθη/κίνητρα. ~ στις σκέψεις του. 2. (για προϊόν) ανόθευτο, γνήσιο, εξαιρετικής ποιότητας: ~ό: μέλι/παρθένο μαλλί/σαπούνι. Φυσικά και ~ά υλικά (: στα οποία δεν έχουν προστεθεί άλλα συστατικά ή ουσίες). Βλ. βιολογικός. ● επίρρ.: αγνά [< αρχ. ἁγνός] | |
| 419 | αγνότητα | [ἁγνότητα] α-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ηθική καθαρότητα, αθωότητα: παιδική ~. Η ~ του βλέμματος/των συναισθημάτων/του χαρακτήρα/της ψυχής.|| (ΘΕΟΛ.) Ο λευκός κρίνος, το σύμβολο της ~ας. Βλ. -ότητα. 2. (για προϊόν) υψηλή ποιότητα, γνησιότητα: ~ γλυκών/υλικών. Πρότυπα ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη αγνότητας: ΙΣΤ. ειδική ζώνη με κλειδαριά ασφαλείας που χρησιμοποιήθηκε κατά τους μεσαιωνικούς κυρ. χρόνους για παρεμπόδιση της γυναίκας από τη σεξουαλική πράξη. [< γαλλ. ceinture de chasteté] [< μτγν. ἁγνότης] | |
| 420 | αγνοώ | [ἀγνοῶ] α-γνο-ώ ρ. (μτβ.) {αγνο-είς ... | αγνό-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. δεν γνωρίζω, δεν έχω ενημέρωση για κάτι: ~ (παντελώς) ένα θέμα/την ύπαρξη (κάποιου). ~ πού πήγε. ~ αν επέζησε. Για κάποιον λόγο που ~ ... Δεν ~ ότι ... ~ημένος: ήρωας/ποιητής (= ξεχασμένος, περιφρονημένος). ΑΝΤ. γνωρίζω (1), ξέρω (1) 2. αδιαφορώ για, περιφρονώ, δεν λαμβάνω υπόψη μου κάποιον ή κάτι: ~ την απόφαση/τη γνώμη/τη συμβουλή του. Εξακολουθεί/επιμένει/συνεχίζει να τον ~εί. Με ~εί επιδεικτικά/συστηματικά. Δεν μπορείς να ~ήσεις (= παραβλέψεις) το γεγονός ότι ... Δεν πρέπει να ~ηθούν τα αιτήματά τους. ● Παθ.: αγνοείται: δεν είναι γνωστό αν ζει ή πού βρίσκεται· είναι αγνοούμενος: Έκτοτε ~ η τύχη του. Το ελικόπτερο ~ (: χάθηκαν τα ίχνη του). [< 1: αρχ. ἀγνοῶ] | |
| 421 | αγνωμοσύνη | [ἀγνωμοσύνη] α-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η μη αναγνώριση της ευεργεσίας, αχαριστία: Δείχνω/εκδηλώνω/επιδεικνύω ~. Πράξεις ~ης. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ευγνωμοσύνη [< αρχ. ἀγνωμοσύνη] | |
| 422 | αγνώμων | , ων, ον [ἀγνώμων] α-γνώ-μων επίθ. {αγνώμ-ονος, -ονα (ουδ., αρχαιοπρ. άγνωμον) | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & (προφ.) αγνώμονας: που δεν αναγνωρίζει την ευεργεσία προς το πρόσωπό του, που δείχνει αχαριστία: ~ων: φίλος. ~ονες: πολίτες. Στάθηκε/φάνηκε ~ προς τους/απέναντι στους συνεργάτες του. Θα ήμουν ~, αν δεν ευχαριστούσα τους γονείς μου για ... Έδειξε ~ονα συμπεριφορά. ΣΥΝ. αχάριστος ΑΝΤ. ευγνώμων [< αρχ. ἀγνώμων] | |
| 423 | αγνώριστος | , η, ο [ἀγνώριστος] α-γνώ-ρι-στος επίθ.: που δεν αναγνωρίζεται εύκολα λόγω μεγάλης αλλαγής: ~ εμφανισιακά. ~ με το νέο κούρεμα. ~ έγινες! Γερασμένος, ~ από τα σημάδια του χρόνου. ΣΥΝ. αλλαγμένος ΑΝΤ. αναγνωρίσιμος ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/κάτι αγνώριστο: παραμορφώνω εντελώς: Τον έκανε ~ από το ξύλο. [< μτγν. ἀγνώριστος] | |
| 424 | αγνωσία | [ἀγνωσία] α-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία αναγνώρισης των αισθητηριακών ερεθισμάτων λόγω εγκεφαλικής βλάβης: ακουστική/απτική/γευστική/λεκτική/οπτική/οσφρητική ~. ~ βάθους/χρωμάτων. Βλ. αλεξία, αφασία, -γνωσία, προσωπ~. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) άγνοια, αμάθεια: ιστορική ~. Στο σκοτάδι της ~ας. 3. ΦΙΛΟΣ. βασικό αξίωμα στη σωκρατική διαλεκτική (:"ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα"). [< 1: γερμ. Agnosie, γαλλ. agnosie, 1900, αγγλ. agnosia, 1900 2,3: αρχ. ἀγνωσία] | |
| 425 | αγνωστικισμός | [ἀγνωστικισμός] α-γνω-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & αγνωσιαρχία (η): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατη η απόφανση για μεταφυσικά ζητήματα και ιδ. για την ύπαρξη του Θεού: ηθικός/θεωρητικός/θρησκευτικός/κοσμικός/φυσικός ~. ~ και αθεϊσμός. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. agnosticisme, αγγλ. agnosticism] | |
| 426 | αγνωστικιστής | [ἀγνωστικιστής] α-γνω-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. υποστηρικτής του αγνωστικισμού. Βλ. (α)θεϊστής, άθεος. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic] | |
| 427 | αγνωστικιστικός | , ή, ό [ἀγνωστικιστικός] α-γνω-στι-κι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεωρία του αγνωστικισμού. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic] | |
| 428 | άγνωστος | , η, ο [ἄγνωστος] ά-γνω-στος επίθ. {-ου (λόγ.) -ώστου}: που δεν είναι γνωστός, που δεν τον γνωρίζουν: ~ος: αποστολέας/δημιουργός/παραλήπτης/πλανήτης/ποιητής (= άσημος, αφανής. ΑΝΤ. διάσημος)/προορισμός. ~η: αιτία/ασθένεια. ~ο: είδος/έργο/μέλλον/όνομα/περιεχόμενο/πρόσωπο (ΑΝΤ. οικείο)/φαινόμενο. ~ες: λέξεις. ~α: στοιχεία. ~ης Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα (Α.Τ.Ι.Α. = ούφο). (λόγ.) ~ώστου αιτιολογίας/ετύμου/πατρός/προελεύσεως/συγγραφέως. ~ώστων λοιπών στοιχείων (: κυρ. για πτώμα ανθρώπου). Παντελώς/σχεδόν ~ (σε ευρείς κύκλους/στο ελληνικό κοινό). Μου είναι τελείως ~. ~ παραμένει ο αριθμός των αγνοουμένων. Ένας ~ κόσμος ανοίγεται στα μάτια σας. Οι δράστες έφυγαν προς ~η κατεύθυνση. Ανακάλυψα την ~η πλευρά του. Ήμασταν ~οι μεταξύ μας. (προφ.) ~ο αν θα .../το γιατί/το πώς ... ΑΝΤ. γνωστός (1) ● Ουσ.: άγνωστο (το) {αγνώστου}: κατάσταση μη γνωστή, που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης γνώσης: το ~ και ανεξήγητο. Πορεία/ταξίδι στο ~. Φόβος μπροστά στο ~. Βαδίζουμε/οδεύουμε προς το ~., άγνωστος, άγνωστη (ο/η) 1. πρόσωπο που δεν είναι γνωστό, γνώριμο: μήνυση κατά ~ώστου. Επίσκεψη μιας ~ης. ~οι βεβήλωσαν το μνημείο. Επίθεση ~ώστων. ~ μεταξύ ~ώστων. 2. ΜΑΘ. {στο αρσ.} όρος που δηλώνει τη συμβολική παράσταση ενός ζητούμενου ποσού ή μεγέθους κάποιου μαθηματικού προβλήματος, που πρέπει να προσδιοριστεί: ο ~ χ, ψ. Εξίσωση με έναν ~ο/δύο ~ώστους. ● ΣΥΜΠΛ.: άγνωστα νερά (μτφ.): μη οικείο πεδίο δράσης: Βουτάμε/κολυμπάμε/οδηγούμαστε/πλέουμε σε ~ ~., Άγνωστος Θεός: ΑΡΧ. ονομασία που δόθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σε Θεούς που φαντάζονταν ότι μπορεί να υπήρχαν χωρίς να τους γνωρίζουν: Ο βωμός/ναός του ~ώστου ~ού., Άγνωστος Στρατιώτης: διεθνής όρος που αναφέρεται συμβολικά σε στρατιώτη που έπεσε στο πεδίο της μάχης, για να τιμηθούν όλοι όσοι πολέμησαν και έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα: Το μνημείο του ~ου/(λόγ.) ~ώστου ~η. Βλ. κενοτάφιο. [< γαλλ. Soldat inconnu, 1920] , ο άγνωστος Χ (μτφ.): παράμετρος που δεν είναι γνωστή, αστάθμητος παράγοντας:, αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο, γνωστοί-άγνωστοι βλ. γνωστός ● ΦΡ.: (εξηγώ) τα άγνωστα δι' αγνώστων: για ανεπιτυχή συνήθ. προσπάθεια ερμηνείας άγνωστου πεδίου με δεδομένα εξίσου άγνωστα., άγνωσται αι βουλαί/άγνωστες οι βουλές του Κυρίου/του Υψίστου: σε περιπτώσεις που θέλει να δηλώσει κάποιος εμφατ. ότι δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον: Ποιος ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; ~ ~!, στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα βλ. βάρκα [< αρχ. ἄγνωστος, γαλλ. inconnu] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ