| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13310 | δίοικος | , η, ο δί-οι-κος επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτικό είδος) που περιλαμβάνει φυτά τα οποία διαθέτουν ή αρσενικά ή θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα: ~ο: δένδρο (: η δάφνη). Πβ. μονογενής. Βλ. μόνοικος. [< γαλλ. dioïque, αγγλ. dioecious] | |
| 13311 | διοικώ | [διοικῶ] δι-οι-κώ ρ. (μτβ.) {διοικ-εί ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν | διοίκ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος}: διευθύνω οργανισμό, επιχείρηση, στρατιωτική μονάδα: ~ εταιρεία (πβ. μανατζάρω)/νοσοκομείο/όμιλο/πανεπιστήμιο/τον Στρατό (πβ. ηγούμαι)/τράπεζα/υπουργείο (πβ. προΐσταμαι)/τη χώρα (= κυβερνώ). Ίδρυμα ~ούμενο από το κράτος. Η υπηρεσία ~είται από πενταμελές συμβούλιο. Bλ. προεδρεύω.|| Ποιος ~εί τελικά την ομοσπονδία; Πβ. ελέγχω, κουμαντάρω.|| (σπανιότ. αμτβ.) ~ με αυταρχικότητα/σύνεση. Δεν είναι ικανός να ~ήσει. Βλ. συν~. [< αρχ. διοικῶ, γαλλ. administrer] | |
| 13312 | διοικών | , ούσα, ούν [διοικῶν] δι-οι-κών επίθ./ουσ. (επίσ.): που διοικεί: ~ούσα: Αρχή/επιτροπή. ~ούν: όργανο.|| (ως ουσ.) ~ούντες και διοικούμενοι. Βλ. κυβερνών. [< αρχ. διοικῶν] | |
| 13313 | διολισθαίνω | δι-ο-λι-σθαί-νω ρ. (αμτβ.) {διολίσθ-ησε} (λόγ.): βγαίνω εκτός πορείας, οδηγούμαι σε λανθασμένη κατεύθυνση, παρεκτρέπομαι: ~ει σε επικίνδυνες ατραπούς. Η κοινωνία ~ει προς την(/στην) παραβατικότητα. Έντυπα που απομακρύνονται από την αλήθεια και ~ουν προς το ψέμα (πβ. γλιστρώ, κλίνω, ρέπω). ~ουν σε κλίμα όξυνσης (: παρασύρονται). ● διολισθαίνει: ΟΙΚΟΝ. μειώνεται σταδιακά, υποχωρεί, πέφτει: ~ η αγορά/ο δείκτης τιμών/ο τζίρος/ο τουρισμός/το χρηματιστήριο (= σημειώνει πτώση). Η οικονομία ~ προς την ύφεση. ~ουν οι μετοχές. [< αρχ. διολισθαίνω, αγγλ. slip] | |
| 13314 | διολίσθηση | δι-ο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. σταδιακή μείωση της αξίας νομίσματος έναντι άλλων: ελεγχόμενη/ήπια ~. ~ του δολαρίου σε σχέση με το/έναντι του ευρώ (πβ. υποτίμηση).|| ~ της αγοράς/του δείκτη τιμών στο χρηματιστήριο. Σε πορεία ~ης οι πωλήσεις. Πβ. πτώση. 2. (λόγ.) παρεκτροπή, παρέκκλιση: ~ από πάγιες θέσεις. Φόβοι για ~ στη βία/στον ολοκληρωτισμό/στα σφάλματα του παρελθόντος. ~ προς την εσωστρέφεια. Πβ. ροπή. [< γαλλ. glissement, αγγλ. slippage, 1920] | |
| 13315 | διόλου | δι-ό-λου κ. (πρόφ.) διό-λου επίρρ.: καθόλου: Μια νέα αναβολή δεν είναι ~ απίθανη. Τη δικαιολόγησε, πράγμα ~ παράξενο/περίεργο. ΣΥΝ. ουδόλως [< μεσν. διόλου] | |
| 13316 | διομαδικός | , ή, ό δι-ο-μα-δι-κός επίθ.: που αφορά δύο ή περισσότερες ομάδες ή γίνεται ανάμεσα σε αυτές: ~ή: αξιολόγηση/δραστηριότητα/συνεργασία. Διατομικές και ~ές διαφορές. Διαπροσωπικές και ~ές σχέσεις. Βλ. διαστρωματ-, ενδοομαδ-ικός. [< αγγλ. intergroup, 1936] | |
| 12353 | διομολογιακός | , ή, ό δι-α-θρη-σκει-α-κός επίθ. & διαθρησκευτικός: που συντελείται ή υφίσταται μεταξύ δύο ή περισσότερων θρησκειών ή εκπροσώπων τους: ~ός: διάλογος (χριστιανών και μουσουλμάνων). ~ό: συνέδριο. ~ές: σχέσεις. Βλ. διαχριστιανικός,διορθόδοξος. [< αγγλ. interfaith, 1932, interreligious] | |
| 13317 | διονυσιακός | , ή, ό δι-ο-νυ-σι-α-κός επίθ. 1. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τον θεό Διόνυσο: ~ός: θίασος/χορός. ~ή: θρησκεία/λατρεία. ~ό: θέατρο. ~ές: τελετές. ΣΥΝ. βακχικός (1) 2. (μτφ.) εκστατικός, ενθουσιώδης, οργιαστικός: ~ή: ατμόσφαιρα.|| (ΦΙΛΟΣ.) Διαμάχη ανάμεσα στο απολλώνιο και το ~ό στοιχείο (: που χαρακτηρίζεται από τη μανία, το ένστικτο). [< αρχ. διονυσιακός, γαλλ. dionysiaque, αγγλ. Dionysiac] | |
| 13318 | διονυσιασμός | δι-ο-νυ-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): παράφορος ενθουσιασμός, έκσταση: αρχαίος/σύγχρονος ~. Πβ. βακχεία, έξαρση, μανία. | |
| 13319 | διοξείδιο | δι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο που περιέχει στο μόριό του δύο άτομα οξυγόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του αζώτου: ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. NO2), μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο, το οποίο αποτελεί συστατικό του φωτοχημικού νέφους που ρυπαίνει τις σύγχρονες πόλεις., διοξείδιο του άνθρακα: άχρωμο, άοσμο αέριο (CO2) που αποβάλλεται κατά την αναπνοή και απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση., διοξείδιο του θείου: τοξικό και διαβρωτικό αέριο (SO2), το κυριότερο προϊόν της καύσης ουσιών που περιέχουν θείο. [< γαλλ. dioxyde, αγγλ. dioxide] | |
| 13320 | διοξίνη | δι-ο-ξί-νη ουσ. (θηλ.) {διοξινών, συνηθέστ. στον πληθ.} : ΧΗΜ. οργανική ένωση χλωρίου, ιδιαίτερα τοξική, παραγόμενη κυρ. από την ατελή καύση απορριμμάτων και την αποτέφρωση μη βιοαποικοδομήσιμων υλικών (πλαστικό, ελαστικά): ~ες στα τρόφιμα. Μολυσμένες με ~ες ζωοτροφές. Βλ. βιοσυσσώρευση dioxin, καρκινογόνος, -ίνη. [< γαλλ. dioxine, διαδόθηκε το 1976, αγγλ., dioxin, περ. 1919] | |
| 13321 | δίοπος | δί-ο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διόπ-ου}: ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ανώτερος από τον ναύτη και κατώτερος από τον κελευστή κατά έναν βαθμό. Βλ. δεκανέας, υποσμηνίας. [< αρχ. δίοπος] | |
| 13322 | διόπτευση | δι-ό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. προσδιορισμός της γωνίας που σχηματίζεται ανάμεσα στον βορρά και τη νοητή γραμμή μεταξύ παρατηρητή και σημείου ή αντικειμένου: απόλυτη/σχετική ~. ~ πυξίδας. ~ από κόμβο. Σημείο ~ης. Βλ. αζιμούθιο. [< μτγν. διόπτευσις] | |
| 13323 | διοπτικός | , ή, ό δι-ο-πτι-κός επίθ.: ΦΩΤΟΓΡ. που έχει δύο φακούς: ~ή: φωτογραφική μηχανή. | |
| 13324 | δίοπτρα | δί-ο-πτρα ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): γυαλιά: προστατευτικά/χειρουργικά ~. | |
| 13325 | διόπτρα | δι-ό-πτρα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΟΠΤ. οπτικό όργανο για την παρατήρηση απομακρυσμένων αντικειμένων: αστρονομική ή τηλεσκοπική/πρισματική/σκοπευτική (: για μεγέθυνση στόχου) ~. ~ες ημέρας/νυκτός. Πβ. ερευνητής, κιάλι. [< μτγν. διόπτρα, γαλλ. lunette] | |
| 13326 | διοπτρία | δι-ο-πτρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΟΠΤ. μονάδα μέτρησης της δύναμης οπτικού συστήματος (σύμβ. δ), ίση με την ισχύ φακού με εστιακή απόσταση ενός μέτρου: μυωπία μέχρι 10 ~ες (: βαθμούς). [< γαλλ. dioptrie, αγγλ. dioptre] | |
| 13327 | διοπτρική | δι-ο-πτρι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΟΠΤ. κλάδος της οπτικής που εξετάζει το φαινόμενο της διάθλασης. [< μτγν. διοπτρική 'τέχνη που μελετά τις αποστάσεις των ουρανίων σωμάτων', γαλλ. dioptrique, αγγλ. dioptrics] | |
| 13328 | διοπτρικός | , ή, ό δι-ο-πτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΟΠΤ. που σχετίζεται με τη διόπτρα: ~ός: φακός. ~ή: ρύθμιση. ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. [< μτγν. διοπτρικός, γαλλ. dioptrique, αγγλ. dioptric(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ