| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13329 | διοπτροφόρος | , α/ος, ο δι-ο-πτρο-φό-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.-συχνά ειρων.): που φορά γυαλιά οράσεως. Πβ. γυαλάκιας. Βλ. -φόρος. | |
| 13330 | διόραμα | δι-ό-ρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παράσταση ζωγραφισμένη σε μουσαμά μεγάλων διαστάσεων και φωτισμένη από διαφορετικές γωνίες, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της κίνησης. 2. τρισδιάστατη αναπαράσταση: ~ατα τρένων. Bλ. μακέτα, μικρογραφία, μοντελισμός, ομοίωμα. [< γαλλ.-αγγλ. diorama] | |
| 13331 | διόραση | δι-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διαισθητική αντίληψη. Πβ. έκτη αίσθηση, ενόραση, τρίτο μάτι. Βλ. εσωτερισμός, μεταφυσική, παραψυχολογία. [< μεσν. διόρασις] | |
| 13332 | διορατικός | , ή, ό δι-ο-ρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντιλαμβάνεται τις εξελίξεις, που βλέπει μακριά: ~ός: ηγέτης/νους. ~ή: ματιά. ~ό: πνεύμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: πολιτική. Πβ. οξυδερκής. ΑΝΤ. κοντόφθαλμος.|| (ΘΕΟΛ.) ~ό: χάρισμα (= προφητικό, ενορατική ικανότητα που αποδίδεται σε θεϊκή ενέργεια). Πβ. προορατικός. ● επίρρ.: διορατικά [< μτγν. διορατικός] | |
| 13333 | διορατικότητα | δι-ο-ρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ικανότητα να διαβλέπει κανείς τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον: ευφυΐα, κριτική ικανότητα και ~. Πβ. οξυδέρκεια. Βλ. αντιληπτικ-, προβλεπτικ-, προνοητικ-ότητα. | |
| 13334 | διοργανικός | , ή, ό δι-ορ-γα-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς: ~ός: διάλογος/συντονισμός. ~ή: επιτροπή/συμφωνία. | |
| 13335 | διοργανώνω | δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {διοργάνω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διοργανών-οντας} (επίσ.): σχεδιάζω και προετοιμάζω μια δραστηριότητα στο σύνολό της: ~σε αγώνες στίβου/(εκπαιδευτική) αποστολή/γιορτή/εκδήλωση/εκδρομή/σεμινάριο/συζήτηση/συνέδριο. Ο διαγωνισμός ~θηκε με επιτυχία. Πβ. οργανώνω, στήνω. Βλ. ανα~, συν~. [< μτγν. διοργανῶ, γαλλ. organiser, αγγλ. organize] | |
| 13336 | διοργάνωση | δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μεθοδική προετοιμασία δραστηριότητας και συνεκδ. η ίδια η εκδήλωση: άρτια/άψογη/επιτυχημένη/πρόχειρη ~. ~ διάσκεψης/ημερίδας/των Ολυμπιακών Αγώνων/πρωταθλήματος/σειράς διαλέξεων/τουρνουά/φεστιβάλ. Οι υπεύθυνοι της ~ης. Πβ. οργάνωση, στήσιμο. Βλ. ανα~.|| Χορηγός της ~ης. Διεθνείς ~ώσεις. Στο πλαίσιο της ~ης πραγματοποιούνται ... Βλ. συν~. [< μτγν. διοργάνωσις ‘οργανική κατασκευή, απόκτηση οργάνων, διαμόρφωση’, γαλλ. organisation, αγγλ. organization] | |
| 13337 | διοργανωτής, διοργανώτρια | δι-ορ-γα-νω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή ομάδα που έχει αναλάβει τη διοργάνωση εκδήλωσης: σύνεδροι και ~ές της συνδιάσκεψης. Πβ. οργανωτής.|| (ως επίθ.) ~τρια: Αρχή/χώρα του πρωταθλήματος. Βλ. συν~. [< γαλλ. organisateur, αγγλ. organizer] | |
| 13338 | διοργανωτικός | , ή, ό δι-ορ-γα-νω-τι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τη διοργάνωση: ~ός: φορέας. ~ή: επιτροπή/ευθύνη/φροντίδα. ~ό: κόστος. Πβ. οργανωτικός. [< γαλλ. organisateur, αγγλ. organizing] | |
| 13339 | διορθόδοξος | , η/ος, ο δι-ορ-θό-δο-ξος επίθ.: που αφορά δύο ή περισσότερες ορθόδοξες χριστιανικές κοινότητες: ~ος: σύνδεσμος ~η: ενότητα/επικοινωνία. ~ες: σχέσεις. ~, διαχριστιανικός και διαθρησκειακός διάλογος. Βλ. πανορθόδοξος. | |
| 13340 | διόρθωμα | δι-όρ-θω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. διόρθωση 1. εντοπισμός λαθών σε γραπτό κείμενο και κατ' επέκτ. αξιολόγησή του: Έχω πολλά γραπτά για ~ (πβ. βαθμολόγηση). 2. επιδιόρθωση, φτιάξιμο: μπάλωμα και ~ ρούχων (βλ. κόντεμα, μάκρεμα, μεταποίηση, στένεμα, φάρδεμα). Η κεραία θέλει (λίγο) ~ (: επισκευή, ρύθμιση). [< μτγν. διόρθωμα] | |
| 13341 | διορθώνω | δι-ορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {διόρθω-σα, διορθώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διορθών-οντας} 1. επισημαίνω σφάλμα και το αντικαθιστώ με το σωστό: ~ μια αβλεψία/ανακρίβεια. ~σε τα γραμματικά/ορθογραφικά/συντακτικά λάθη. Διορθώστε με, αν κάνω λάθος. ~μένη: έκδοση (λογισμικού).|| (για καθηγητή:) Έχω να ~σω διαγωνίσματα/εκθέσεις (= να κάνω διόρθωση και να βαθμολογήσω).|| (ειρων., για κάτι ανεπανόρθωτο:) Προσπαθεί να ~σει τα αδιόρθωτα. 2. επαναφέρω κάτι στην αρχική, σωστή ή επιθυμητή κατάσταση: ~σε την γκάφα του/τις αρνητικές εντυπώσεις. Το πρόβλημα ~θηκε (= αποκαταστάθηκε). Πβ. επανορθώνω.|| ~ την εικόνα/την τηλεόραση (= ρυθμίζω, φτιάχνω). Παλεύει να ~σει τη μηχανή/τη συσκευή (= να την επιδιορθώσει, επισκευάσει). 3. περιορίζω το ελάττωμα ή την αδυναμία κάποιου ή τον απαλλάσσω από αυτό/ή: Γυαλιά που ~ουν τον αστιγματισμό/τη μυωπία (= διορθωτικά). Πρέπει να ~σεις τις ατέλειές/την εμφάνισή/τους τρόπους/τον χαρακτήρα σου (= να βελτιώσεις, καλυτερεύσεις)!|| (απειλητ.) Θα σε ~σω (εγώ) (: θα σε φτιάξω, θα σε κανονίσω)! ● Παθ.: διορθώνομαι: βάζω μυαλό, συνετίζομαι: Ε! Δεν ~εσαι με τίποτα (= είσαι αδιόρθωτος)! [< αρχ. διορθῶ, γαλλ. corriger] | |
| 13342 | διόρθωση | δι-όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επισήμανση σφάλματος και υπόδειξη του σωστού: ~ των ορθογραφικών/τυπογραφικών λαθών. (από καθηγητή:) ~ γραπτών/διαγωνισμάτων (ΣΥΝ. διόρθωμα, πβ. βαθμολόγηση). Αναλαμβάνει ~ώσεις κειμένων (: ως διορθωτής). Βλ. μικρο~.|| Επιθυμώ να κάνω μια ~ σε όσα ειπώθηκαν.|| (σε διατριβή, μελέτη) Ευχαριστώ τον/την ... για τις (εύστοχες/πολύτιμες) ~ώσεις του.|| (στο τέλος βιβλίου:) ~ώσεις (= παροράματα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα αυτόματης ~ης (ενν. κειμένων).|| (ΝΟΜ.) ~ Ληξιαρχικών Πράξεων. 2. αποκατάσταση ζημιάς, επαναφορά στην αρχική, σωστή ή επιθυμητή κατάσταση: ~ της βλάβης (= επι~, επισκευή)/της οικονομίας/του προβλήματος (= αντιμετώπιση).|| ~ της πορείας (του πλοίου).|| ~ (= ρύθμιση) της φωτεινότητας/του χρώματος (της τηλεόρασης). 3. περιορισμός ελαττώματος, αδυναμίας ή απαλλαγή από αυτά: ~ της εμφάνισης/της συμπεριφοράς/του χαρακτήρα (= βελτίωση, καλυτέρευση).|| Φακοί για ~ της όρασης (= διορθωτικοί). Επέμβαση για ~/~ης σωματικών ατελειών (: πλαστική χειρουργική). Βλ. υπερ~. [< αρχ. διόρθωσις, γαλλ. correction] | |
| 13343 | διορθώσιμος | , η, ο δι-ορ-θώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διορθωθεί: ~η: κατάσταση. ~ο: λάθος. [< γαλλ. corrigeable] | |
| 13344 | διορθωτής, διορθώτρια | δι-ορ-θω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επαγγελματίας που διορθώνει τυπογραφικά δοκίμια: ~ κειμένων και επιμελητής εκδόσεων. 2. βαθμολογητής: ~ές γραπτών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. {στο αρσ.} λογισμικό σχεδιασμένο για τον εντοπισμό και τη διόρθωση λαθών: ορθογραφικός ~. Βλ. ορθογράφος. [< πβ. μτγν. διορθωτής ‘επιμελητής, εκδότης’, γαλλ. correcteur] | |
| 13345 | διορθωτικός | , ή, ό δι-ορ-θω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στη διόρθωση: ~ός: μηχανισμός (πβ. αντισταθμιστ-, εξισορροπητ-ικός)/παράγοντας/προϋπολογισµός. ~ή: αγωγή/ανακοίνωση/γυμναστική/δήλωση (στην Εφορία, πβ. τροποποιητικός)/έκδοση (λογισμικού, πβ. βελτιωμένος)/επέμβαση/επιστολή/κίνηση/παρέμβαση (πβ. βελτιωτ-, ρυθμιστ-ικός)/πορεία (του δολαρίου). ~ό: σημείωμα. ~οί: φακοί (: για την όραση). ~ές: ενέργειες/προτάσεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα (: επανορθωτικά). ~ή συντήρηση του υφιστάμενου εξοπλισμού (πβ. επιδιορθωτικός). ● Ουσ.: διορθωτικό (το): ενν. υγρό: Δεν επιτρέπεται η χρήση ~ού στις εξετάσεις. ΣΥΝ. μπλάνκο ● επίρρ.: διορθωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: διορθωτικό ποσό (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσθετη αύξηση σε μισθούς και συντάξεις ως αντιστάθισμα στις απώλειες από την άνοδο του πληθωρισμού. [< αρχ. διορθωτικός, γαλλ. correcteur, rectificatif, correctif] | |
| 13346 | διορία | δι-ο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & διωρία: το επιτρεπτό χρονικό περιθώριο για να γίνει κάτι: τελευταία ~. Εντός της ~ας. Δίνω ~. Πέρασε/τελειώνει η ~ (= λήξη της ~ας). Ζήτησε πέντε μέρες ~, για να τελειώσει τη δουλειά. Πήρε ~ τριών ημερών, για να απολογηθεί (βλ. αναβολή). ΣΥΝ. προθεσμία [< μτγν. διορία, διωρία] | |
| 13347 | διορίζω | δι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {διόρι-σα, διορί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διορίζ-οντας} 1. τοποθετώ υπάλληλο σε δημόσια θέση: ~στηκε στο νοσοκομείο/σε σχολείο. Έχει ~στεί σε θέση μόνιμου εκπαιδευτικού. Πβ. προσλαμβάνω. ΑΝΤ. απολύω (1) 2. αναθέτω συγκεκριμένο έργο ή υπηρεσία: Το δικαστήριο ~σε συνηγόρους υπεράσπισης (πβ. ορίζω). ~στηκε γενικός γραμματέας (= τοποθετήθηκε)/διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. ~στηκε στη (= ανέλαβε τη) θέση του οικονομικού διευθυντή. ΑΝΤ. απομακρύνω (2), αποπέμπω, παύω (2) [< αρχ. διορίζω 'διαχωρίζω', γαλλ. désigner] | |
| 13348 | διορισμένος | , η, ο δι-ο-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει διοριστεί: ~ος: διευθυντής/πρόεδρος (ΑΝΤ. αιρετός, εκλεγμένος)/συνήγορος. ~η: διοίκηση/επιτροπή.|| ~η: καθηγήτρια (ΑΝΤ. αδιόριστη). Βλ. νεο-, πρωτο-διόριστος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ