Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14220-14240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13349διορισμόςδι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τοποθέτηση υπαλλήλου σε δημόσια θέση: έκτακτοι/μόνιμοι/συμπληρωματικοί ~οί. ~ γιατρού/εκπαιδευτικών. Πράξη/σειρά/ΦΕΚ ~ού. ~ μέσω/χωρίς ΑΣΕΠ. Κλήθηκε για ~ό. Πβ. πρόσληψη. Βλ. απόσπαση, μετάθεση, μετακίνηση, μετάταξη, μονιμοποίηση.|| (προφ.) Περιμένω το(ν) ~ό μου (= διοριστήριο). ΑΝΤ. απόλυση (1) 2. ανάθεση συγκεκριμένου έργου ή υπηρεσίας: ~ διευθυντή/δικαστικού επιμελητή/εκτελεστή διαθήκης/επιτροπής/μελών διοικητικού συμβουλίου. Πβ. ορισμός. [< πβ. αρχ. διορισμός ‘διάκριση, καθορισμός των ορίων’, γαλλ. désignation]
13350διοριστέος, διοριστέαδι-ο-ρι-στέ-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο που έχει επιλεγεί βάσει κριτηρίων και αναμένει να προσληφθεί στο Δημόσιο ή σε θέση του ευρύτερου δημόσιου τομέα: ~οι (κατηγορίας) ΔΕ/ΠΕ/ΤΕ/ΥΕ. Οι ~οι του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ. Κατάσταση ~ων. Οι οριστικοί/προσωρινοί πίνακες ~ων. Απορριπτέοι/επιλαχόντες και ~οι. Είναι επιτυχών, αλλά μη ~. Πβ. προσληπτέος.|| (ως επίθ.) Οι ~οι εκπαιδευτικοί. [πβ. αρχ. διοριστέον ‘που πρέπει κάποιος να διακρίνει’]
13351διοριστήριοδι-ο-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη κοινοποίηση διορισμού: αποστολή/έκδοση ~ίου.|| (ως επίθ.) ~ο: έγγραφο. Βλ. -τήριο.
13352διόρυξηδι-ό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκσκαφή τάφρου: η ~ του Ισθμού της Κορίνθου. [< μτγν. διόρυξις]
13353διόσκουροιδι-ό-σκου-ροι ουσ. (αρσ.) (οι) (μτφ.): στενοί φίλοι ή σπανιότ. δίδυμα αδέρφια. [< μτγν. Διόσκουροι]
13354διοσμαρίνιβλ. δυοσμαρίνι
13355διότιδι-ό-τι σύνδ. (λόγ.): γιατί, επειδή, για τον λόγο ότι: Είμαι πολύ επιφυλακτικός, ~ δεν τον γνωρίζω καλά. Βλ. καθώς, μια. [< αρχ. διότι]
13356διουρηθρικός, ή, ό δι-ου-ρη-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται μέσω της ουρήθρας: ~ή: αφαίρεση όγκου (με κυστεοσκόπιο)/επέμβαση/προστατεκτομή. Βλ. ενδοσκοπικός. [< αγγλ. transurethral, 1933]
13357διούρησηδι-ού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αποβολή ούρων: αυξημένη/μειωμένη/νυχτερινή (= νυκτουρία)/συχνή (= συχνουρία) ~. Πβ. κατούρημα, ούρηση. [< γαλλ. diurèse, αγγλ. diuresis]
13358διουρητικός, ή, ό δι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: που αυξάνει τη διούρηση: ~ές και εφιδρωτικές ιδιότητες. ΑΝΤ. αντιδιουρητικός ● Ουσ.: διουρητικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που προκαλούν αυξημένη διούρηση. Βλ. καθαρτικό. [< γαλλ. diurétiques] [< αρχ. διουρητικός]
13359διοφθαλμικός, ή, ό δι-ο-φθαλ-μι-κός επίθ. & διοφθάλμιος, α, ο: ΦΥΣ. -ΟΠΤ. (για οπτικό σύστημα) που έχει δύο προσοφθάλμιους φακούς: ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. [< γαλλ. binoculaire]
13360διόφθαλμος, η, ο δι-ό-φθαλ-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διόφθαλμη όραση: ΦΥΣΙΟΛ. ικανότητα των ματιών να βλέπουν κάθε αντικείμενο σαν ένα με ταυτόχρονη αντίληψη του βάθους: στερεοσκοπική και ~ ~. Βλ. αμβλυωπία. [< μτγν. διόφθαλμος 'που έχει δύο μάτια', γαλλ. binoculaire]
13361διοχέτευσηδι-ο-χέ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διάθεση, προώθηση: ~ προϊόντος στην αγορά. Βλ. εισαγωγή, κυκλοφορία.|| ~ κεφαλαίων σε επενδύσεις (= τοποθέτηση).|| ~ εργατικού δυναμικού προς τον/στον ιδιωτικό τομέα (βλ. απορρόφηση).|| ~ της κυκλοφορίας σε παρακαμπτήριες οδούς (βλ. διευθέτηση).|| (αρνητ. συνυποδ., διακίνηση παράνομων υλικών, ουσιών:) ~ όπλων/ναρκωτικών στις φυλακές. (για πρόσ.) ~ λαθρομεταναστών. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έμμεση διάδοση: ~ πληροφοριών/προσωπικών δεδομένων/στοιχείων (βλ. διαρροή)/ψευδών ειδήσεων (: διασπορά). Πβ. διακίνηση. Βλ. μετάδοση. 3. κατευθυνόμενη μεταφορά υγρού, αερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος με χρήση αντλίας ή αγωγού: ~ λυμάτων σε εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού (βλ. παροχέτευση). ~ ατμού σε δεξαμενή. 4. (μτφ.) εκτόνωση: ~ της ενεργητικότητας των παιδιών σε δημιουργικές δραστηριότητες. Πβ. εξωτερίκευση. [< γαλλ. canalisation]
13364δίπατος, η, ο δί-πα-τος επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική) κτίσμα με δύο πατώματα που συνδέονται με εσωτερική ή εξωτερική σκάλα: ~ο: αρχοντικό. Βλ. ανώγι, κατώγι.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Πβ. διώροφος. 2. (για αντικείμενο) που έχει διπλό πάτο: ~η: βαλίτσα. ~ο: δοχείο. Πβ. διπύθμενος. Βλ. -πατος. [< 1: μεσν. δίπατος]
13365δίπλαδί-πλα επίρρ. 1. (με τοπική σημασία) σε πολύ κοντινή απόσταση ως προς κάποιο σημείο αναφοράς· πλάι: ~ στη θάλασσα. Μένει ~ στον ... Ποιος είναι αυτός ~ σου στη φωτογραφία; Κάτσε ~ μου. Ακούμπησέ το ~ στο κουτί. Πέρασε από ~ μου. Πβ. κοντά, παρα~, παραπλεύρως.|| (ως επίθ., προφ., διπλανός:) Το ~ διαμέρισμα/η ~ πολυκατοικία. 2. (μτφ.) για δήλωση συμπαράστασης, υποστήριξης: Θα είμαι πάντα ~ σου για οτιδήποτε χρειαστείς. Δεν βρέθηκε κανείς ~ του (= στο πλάι του) στις δύσκολες στιγμές. 3. (μτφ.-προφ.) συγκριτικά με, σε σχέση με: Κανείς δεν μπορεί να σταθεί ~ του (= να συγκριθεί μαζί του). ● Ουσ.: ο/η (από) δίπλα (προφ.): γείτονας, διπλανός: Οι ~ κάνουν πολλή φασαρία. ● ΦΡ.: δίπλα-δίπλα & δίπλα δίπλα (επιτατ.): για πρόσωπα ή πράγματα που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο: Περπατούσαν ~ ~. Τα δωμάτιά μας θα είναι ~ ~. (εμφατ.) Βάλαμε ~ ~ το παλιό με το νέο μοντέλο (= τα συγκρίναμε)., έχω (κάποιον) από δίπλα/από κοντά (προφ.): παρακολουθώ τις κινήσεις του, τον ελέγχω: Να τον έχεις ~, μην τον αφήσεις να σου φύγει., την έπεσε/την έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον) (προφ.): τον προσεγγίζει με υστεροβουλία ή με αθέμιτο, ανήθικο σκοπό. Πβ. διπλαρώνω, πλευρίζω.
13366δίπλαδί-πλα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (οικ.): πτυχή: οι ~ες της φούστας. Πβ. πιέτα, σούρα1, σούφρα, τσάκιση.|| Η κοιλιά του έχει κάνει ~ες από το πάχος.δίπλες (οι): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα από τηγανητά φύλλα ζύμης, βουτηγμένα σε μέλι ή σιρόπι και πασπαλισμένα με τριμμένο καρύδι και κανέλα: ~ και μελομακάρονα. Πβ. ξεροτήγανο. [< μεσν. δίπλα]
13367διπλανός, ή, ό δι-πλα-νός επίθ.: που βρίσκεται δίπλα και κατ' επέκτ. πολύ κοντά: Κάθεται στο ~ό διαμέρισμα/τραπέζι. Πβ. παρακείμενος, παράπλευρος, πλαϊνός. Βλ. παρα~.|| Πετάξου μέχρι το ~ό περίπτερο να πάρεις εφημερίδες (: το πιο κοντινό, το πλησιέστερο). Πβ. γειτονικός. ● Ουσ.: διπλανός, διπλανή (ο/η) 1. που κατοικεί ή κάθεται δίπλα σε κάποιον: Μην κάνεις φασαρία, κοιμούνται οι ~οί. Πβ. γείτονας.|| Ποιος είναι ο ~ σου στην τάξη; 2. συνάνθρωπος, πλησίον: Στις πόλεις δεν γνωρίζουμε ούτε τον ~ό μας. ● ΦΡ.: της διπλανής πόρτας βλ. πόρτα
13368διπλάρωμαδι-πλά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. πλεύρισμα 1. προσέγγιση με πλάγια μέσα για ιδιοτελείς ή ερωτικούς σκοπούς: ~ του πελάτη. Bλ. τουμπάρισμα. 2. (συνήθ. για πλοίο) πλεύριση.
13369διπλαρώνωδι-πλα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διπλάρω-σα, διπλαρώ-θηκε, -μένος} (προφ.) 1. προσεγγίζω κάποιον με ιδιοτέλεια: ~σε τον διευθυντή, για να τον έχει από κοντά. Πβ. πλευρίζω. Βλ. παραμυθιάζω.|| Τη/τον ~σε. Πβ. την έπεσε/έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον). Βλ. κουκουλώνω, τυλίγω. 2. (συνήθ. για πλοίο) πλευρίζω άλλο σκάφος ή αποβάθρα.
13370διπλασιάζωδι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {διπλασία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, διπλασιάζ-οντας, -όμενος, διπλασια-σμένος}: κάνω κάτι διπλάσιο: ~στηκαν τα διαζύγια/οι πωλήσεις/οι τιμές/τα χρέη. Τα κέρδη της εταιρείας παρουσιάστηκαν ~σμένα.|| (ΒΙΟΛ.) ~σμένα: χρωματοσώματα. Βλ. αναδιπλασιάζεται, -πλασιάζω, υπερ~, υπο~. [< αρχ. διπλασιάζω, γαλλ. doubler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.