Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14220-14240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13345διορθωτικός, ή, ό δι-ορ-θω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στη διόρθωση: ~ός: μηχανισμός (πβ. αντισταθμιστ-, εξισορροπητ-ικός)/παράγοντας/προϋπολογισµός. ~ή: αγωγή/ανακοίνωση/γυμναστική/δήλωση (στην Εφορία, πβ. τροποποιητικός)/έκδοση (λογισμικού, πβ. βελτιωμένος)/επέμβαση/επιστολή/κίνηση/παρέμβαση (πβ. βελτιωτ-, ρυθμιστ-ικός)/πορεία (του δολαρίου). ~ό: σημείωμα. ~οί: φακοί (: για την όραση). ~ές: ενέργειες/προτάσεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα (: επανορθωτικά). ~ή συντήρηση του υφιστάμενου εξοπλισμού (πβ. επιδιορθωτικός). ● Ουσ.: διορθωτικό (το): ενν. υγρό: Δεν επιτρέπεται η χρήση ~ού στις εξετάσεις. ΣΥΝ. μπλάνκο ● επίρρ.: διορθωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: διορθωτικό ποσό (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσθετη αύξηση σε μισθούς και συντάξεις ως αντιστάθισμα στις απώλειες από την άνοδο του πληθωρισμού. [< αρχ. διορθωτικός, γαλλ. correcteur, rectificatif, correctif]
13346διορίαδι-ο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & διωρία: το επιτρεπτό χρονικό περιθώριο για να γίνει κάτι: τελευταία ~. Εντός της ~ας. Δίνω ~. Πέρασε/τελειώνει η ~ (= λήξη της ~ας). Ζήτησε πέντε μέρες ~, για να τελειώσει τη δουλειά. Πήρε ~ τριών ημερών, για να απολογηθεί (βλ. αναβολή). ΣΥΝ. προθεσμία [< μτγν. διορία, διωρία]
13347διορίζωδι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {διόρι-σα, διορί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διορίζ-οντας} 1. τοποθετώ υπάλληλο σε δημόσια θέση: ~στηκε στο νοσοκομείο/σε σχολείο. Έχει ~στεί σε θέση μόνιμου εκπαιδευτικού. Πβ. προσλαμβάνω. ΑΝΤ. απολύω (1) 2. αναθέτω συγκεκριμένο έργο ή υπηρεσία: Το δικαστήριο ~σε συνηγόρους υπεράσπισης (πβ. ορίζω). ~στηκε γενικός γραμματέας (= τοποθετήθηκε)/διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. ~στηκε στη (= ανέλαβε τη) θέση του οικονομικού διευθυντή. ΑΝΤ. απομακρύνω (2), αποπέμπω, παύω (2) [< αρχ. διορίζω 'διαχωρίζω', γαλλ. désigner]
13348διορισμένος, η, ο δι-ο-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει διοριστεί: ~ος: διευθυντής/πρόεδρος (ΑΝΤ. αιρετός, εκλεγμένος)/συνήγορος. ~η: διοίκηση/επιτροπή.|| ~η: καθηγήτρια (ΑΝΤ. αδιόριστη). Βλ. νεο-, πρωτο-διόριστος.
13349διορισμόςδι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τοποθέτηση υπαλλήλου σε δημόσια θέση: έκτακτοι/μόνιμοι/συμπληρωματικοί ~οί. ~ γιατρού/εκπαιδευτικών. Πράξη/σειρά/ΦΕΚ ~ού. ~ μέσω/χωρίς ΑΣΕΠ. Κλήθηκε για ~ό. Πβ. πρόσληψη. Βλ. απόσπαση, μετάθεση, μετακίνηση, μετάταξη, μονιμοποίηση.|| (προφ.) Περιμένω το(ν) ~ό μου (= διοριστήριο). ΑΝΤ. απόλυση (1) 2. ανάθεση συγκεκριμένου έργου ή υπηρεσίας: ~ διευθυντή/δικαστικού επιμελητή/εκτελεστή διαθήκης/επιτροπής/μελών διοικητικού συμβουλίου. Πβ. ορισμός. [< πβ. αρχ. διορισμός ‘διάκριση, καθορισμός των ορίων’, γαλλ. désignation]
13350διοριστέος, διοριστέαδι-ο-ρι-στέ-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο που έχει επιλεγεί βάσει κριτηρίων και αναμένει να προσληφθεί στο Δημόσιο ή σε θέση του ευρύτερου δημόσιου τομέα: ~οι (κατηγορίας) ΔΕ/ΠΕ/ΤΕ/ΥΕ. Οι ~οι του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ. Κατάσταση ~ων. Οι οριστικοί/προσωρινοί πίνακες ~ων. Απορριπτέοι/επιλαχόντες και ~οι. Είναι επιτυχών, αλλά μη ~. Πβ. προσληπτέος.|| (ως επίθ.) Οι ~οι εκπαιδευτικοί. [πβ. αρχ. διοριστέον ‘που πρέπει κάποιος να διακρίνει’]
13351διοριστήριοδι-ο-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη κοινοποίηση διορισμού: αποστολή/έκδοση ~ίου.|| (ως επίθ.) ~ο: έγγραφο. Βλ. -τήριο.
13352διόρυξηδι-ό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκσκαφή τάφρου: η ~ του Ισθμού της Κορίνθου. [< μτγν. διόρυξις]
13353διόσκουροιδι-ό-σκου-ροι ουσ. (αρσ.) (οι) (μτφ.): στενοί φίλοι ή σπανιότ. δίδυμα αδέρφια. [< μτγν. Διόσκουροι]
13354διοσμαρίνιβλ. δυοσμαρίνι
13355διότιδι-ό-τι σύνδ. (λόγ.): γιατί, επειδή, για τον λόγο ότι: Είμαι πολύ επιφυλακτικός, ~ δεν τον γνωρίζω καλά. Βλ. καθώς, μια. [< αρχ. διότι]
13356διουρηθρικός, ή, ό δι-ου-ρη-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται μέσω της ουρήθρας: ~ή: αφαίρεση όγκου (με κυστεοσκόπιο)/επέμβαση/προστατεκτομή. Βλ. ενδοσκοπικός. [< αγγλ. transurethral, 1933]
13357διούρησηδι-ού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αποβολή ούρων: αυξημένη/μειωμένη/νυχτερινή (= νυκτουρία)/συχνή (= συχνουρία) ~. Πβ. κατούρημα, ούρηση. [< γαλλ. diurèse, αγγλ. diuresis]
13358διουρητικός, ή, ό δι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: που αυξάνει τη διούρηση: ~ές και εφιδρωτικές ιδιότητες. ΑΝΤ. αντιδιουρητικός ● Ουσ.: διουρητικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που προκαλούν αυξημένη διούρηση. Βλ. καθαρτικό. [< γαλλ. diurétiques] [< αρχ. διουρητικός]
13359διοφθαλμικός, ή, ό δι-ο-φθαλ-μι-κός επίθ. & διοφθάλμιος, α, ο: ΦΥΣ. -ΟΠΤ. (για οπτικό σύστημα) που έχει δύο προσοφθάλμιους φακούς: ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. [< γαλλ. binoculaire]
13360διόφθαλμος, η, ο δι-ό-φθαλ-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διόφθαλμη όραση: ΦΥΣΙΟΛ. ικανότητα των ματιών να βλέπουν κάθε αντικείμενο σαν ένα με ταυτόχρονη αντίληψη του βάθους: στερεοσκοπική και ~ ~. Βλ. αμβλυωπία. [< μτγν. διόφθαλμος 'που έχει δύο μάτια', γαλλ. binoculaire]
13361διοχέτευσηδι-ο-χέ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διάθεση, προώθηση: ~ προϊόντος στην αγορά. Βλ. εισαγωγή, κυκλοφορία.|| ~ κεφαλαίων σε επενδύσεις (= τοποθέτηση).|| ~ εργατικού δυναμικού προς τον/στον ιδιωτικό τομέα (βλ. απορρόφηση).|| ~ της κυκλοφορίας σε παρακαμπτήριες οδούς (βλ. διευθέτηση).|| (αρνητ. συνυποδ., διακίνηση παράνομων υλικών, ουσιών:) ~ όπλων/ναρκωτικών στις φυλακές. (για πρόσ.) ~ λαθρομεταναστών. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έμμεση διάδοση: ~ πληροφοριών/προσωπικών δεδομένων/στοιχείων (βλ. διαρροή)/ψευδών ειδήσεων (: διασπορά). Πβ. διακίνηση. Βλ. μετάδοση. 3. κατευθυνόμενη μεταφορά υγρού, αερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος με χρήση αντλίας ή αγωγού: ~ λυμάτων σε εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού (βλ. παροχέτευση). ~ ατμού σε δεξαμενή. 4. (μτφ.) εκτόνωση: ~ της ενεργητικότητας των παιδιών σε δημιουργικές δραστηριότητες. Πβ. εξωτερίκευση. [< γαλλ. canalisation]
13364δίπατος, η, ο δί-πα-τος επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική) κτίσμα με δύο πατώματα που συνδέονται με εσωτερική ή εξωτερική σκάλα: ~ο: αρχοντικό. Βλ. ανώγι, κατώγι.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Πβ. διώροφος. 2. (για αντικείμενο) που έχει διπλό πάτο: ~η: βαλίτσα. ~ο: δοχείο. Πβ. διπύθμενος. Βλ. -πατος. [< 1: μεσν. δίπατος]
13365δίπλαδί-πλα επίρρ. 1. (με τοπική σημασία) σε πολύ κοντινή απόσταση ως προς κάποιο σημείο αναφοράς· πλάι: ~ στη θάλασσα. Μένει ~ στον ... Ποιος είναι αυτός ~ σου στη φωτογραφία; Κάτσε ~ μου. Ακούμπησέ το ~ στο κουτί. Πέρασε από ~ μου. Πβ. κοντά, παρα~, παραπλεύρως.|| (ως επίθ., προφ., διπλανός:) Το ~ διαμέρισμα/η ~ πολυκατοικία. 2. (μτφ.) για δήλωση συμπαράστασης, υποστήριξης: Θα είμαι πάντα ~ σου για οτιδήποτε χρειαστείς. Δεν βρέθηκε κανείς ~ του (= στο πλάι του) στις δύσκολες στιγμές. 3. (μτφ.-προφ.) συγκριτικά με, σε σχέση με: Κανείς δεν μπορεί να σταθεί ~ του (= να συγκριθεί μαζί του). ● Ουσ.: ο/η (από) δίπλα (προφ.): γείτονας, διπλανός: Οι ~ κάνουν πολλή φασαρία. ● ΦΡ.: δίπλα-δίπλα & δίπλα δίπλα (επιτατ.): για πρόσωπα ή πράγματα που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο: Περπατούσαν ~ ~. Τα δωμάτιά μας θα είναι ~ ~. (εμφατ.) Βάλαμε ~ ~ το παλιό με το νέο μοντέλο (= τα συγκρίναμε)., έχω (κάποιον) από δίπλα/από κοντά (προφ.): παρακολουθώ τις κινήσεις του, τον ελέγχω: Να τον έχεις ~, μην τον αφήσεις να σου φύγει., την έπεσε/την έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον) (προφ.): τον προσεγγίζει με υστεροβουλία ή με αθέμιτο, ανήθικο σκοπό. Πβ. διπλαρώνω, πλευρίζω.
13366δίπλαδί-πλα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (οικ.): πτυχή: οι ~ες της φούστας. Πβ. πιέτα, σούρα1, σούφρα, τσάκιση.|| Η κοιλιά του έχει κάνει ~ες από το πάχος.δίπλες (οι): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα από τηγανητά φύλλα ζύμης, βουτηγμένα σε μέλι ή σιρόπι και πασπαλισμένα με τριμμένο καρύδι και κανέλα: ~ και μελομακάρονα. Πβ. ξεροτήγανο. [< μεσν. δίπλα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.