| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13367 | διπλανός | , ή, ό δι-πλα-νός επίθ.: που βρίσκεται δίπλα και κατ' επέκτ. πολύ κοντά: Κάθεται στο ~ό διαμέρισμα/τραπέζι. Πβ. παρακείμενος, παράπλευρος, πλαϊνός. Βλ. παρα~.|| Πετάξου μέχρι το ~ό περίπτερο να πάρεις εφημερίδες (: το πιο κοντινό, το πλησιέστερο). Πβ. γειτονικός. ● Ουσ.: διπλανός, διπλανή (ο/η) 1. που κατοικεί ή κάθεται δίπλα σε κάποιον: Μην κάνεις φασαρία, κοιμούνται οι ~οί. Πβ. γείτονας.|| Ποιος είναι ο ~ σου στην τάξη; 2. συνάνθρωπος, πλησίον: Στις πόλεις δεν γνωρίζουμε ούτε τον ~ό μας. ● ΦΡ.: της διπλανής πόρτας βλ. πόρτα | |
| 13368 | διπλάρωμα | δι-πλά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. πλεύρισμα 1. προσέγγιση με πλάγια μέσα για ιδιοτελείς ή ερωτικούς σκοπούς: ~ του πελάτη. Bλ. τουμπάρισμα. 2. (συνήθ. για πλοίο) πλεύριση. | |
| 13369 | διπλαρώνω | δι-πλα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διπλάρω-σα, διπλαρώ-θηκε, -μένος} (προφ.) 1. προσεγγίζω κάποιον με ιδιοτέλεια: ~σε τον διευθυντή, για να τον έχει από κοντά. Πβ. πλευρίζω. Βλ. παραμυθιάζω.|| Τη/τον ~σε. Πβ. την έπεσε/έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον). Βλ. κουκουλώνω, τυλίγω. 2. (συνήθ. για πλοίο) πλευρίζω άλλο σκάφος ή αποβάθρα. | |
| 13370 | διπλασιάζω | δι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {διπλασία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, διπλασιάζ-οντας, -όμενος, διπλασια-σμένος}: κάνω κάτι διπλάσιο: ~στηκαν τα διαζύγια/οι πωλήσεις/οι τιμές/τα χρέη. Τα κέρδη της εταιρείας παρουσιάστηκαν ~σμένα.|| (ΒΙΟΛ.) ~σμένα: χρωματοσώματα. Βλ. αναδιπλασιάζεται, -πλασιάζω, υπερ~, υπο~. [< αρχ. διπλασιάζω, γαλλ. doubler] | |
| 13371 | διπλασιασμός | δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διπλασιάζω: ~ των δανείων/των κερδών/του κόστους παραγωγής/των τιμών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του DNA. Βλ. ανα~, υπερ~, υπο~, -πλασιασμός. [< αρχ. διπλασιασμός, γαλλ. doublement] | |
| 13372 | διπλάσιος | , α, ο δι-πλά-σι-ος επίθ.: που είναι μεγαλύτερος ή περισσότερος κατά δύο φορές: ~α: απόδοση. ~ες: θέσεις (στάθμευσης). ~ από τον αναμενόμενο ο αριθμός των τουριστών. ~ σε σχέση με πέρυσι ο κύκλος εργασιών.|| (εμφατ., με μεγαλύτερη διάρκεια από τη γνωστή:) Λαμπτήρες με ~ο χρόνο ζωής. Πβ. διπλός. Βλ. -πλάσιος, υπερ~. ● Ουσ.: διπλάσιο (το): μέγεθος ή ποσό δύο φορές πιο μεγάλο: Ξοδεύουν τα ~α. ● ΦΡ.: έγινε διπλός/διπλάσιος βλ. διπλός [< αρχ. διπλάσιος] | |
| 13373 | δίπλευρος | , η, ο βλ. δι-, -πλευρος | |
| 13374 | διπλο- & διπλό- | & διπλ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη ή διπλασιασμό: διπλο-βάρδια. Διπλό-φαρδος (βλ. μονό-). Διπλο-φουρνιστά (: για αρτοσκευάσματα).|| (ΙΑΤΡ.) Διπλ-ωπία.|| (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Διπλο-θεσίτης (βλ. πολυ-)/~κράτηση/~παρκάρισμα/~συνταξιούχος/~ψηφία.|| (επιτατ.) Διπλο-κλειδώνω. 2. διπλή μορφή: διπλο-πρόσωπος (πβ. δι-).|| (ΓΡΑΜΜ.) Διπλό-κλιτος. ● βλ. διπλός | |
| 13375 | διπλοβάρδια | δι-πλο-βάρ-δια ουσ. (θηλ.) (προφ.): διπλό ωράριο εργασίας: Κάνουν ~ες για να προλάβουν τις προθεσμίες (βλ. υπερωρία). Δουλεύει ~.|| Σχολεία που λειτουργούν σε ~/με ~ες (: μια βάρδια το πρωί και μια το απόγευμα). | |
| 13376 | διπλογραφία | δι-πλο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΙΣΤ. καταχώρηση συναλλαγής με εγγραφή της πιστωτικής και της αντίστοιχης χρεωστικής κίνησης. Βλ. απλογραφία, -γραφία. [< γαλλ. tenue des livres en partie double] | |
| 13377 | διπλογραφικός | , ή, ό δι-πλο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με τη διπλογραφία: ~ό: σύστημα. ~ά: λογιστικά βιβλία. | |
| 13378 | διπλοεγγεγραμμένος | , η, ο δι-πλο-εγ-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. & (σπάν.-προφ.) διπλογραμμένος: που έχει εγγραφεί σε δύο, συνήθ. εκλογικούς, καταλόγους: ~οι: εκλογείς.|| (ως ουσ.) Σε δεκάδες ανέρχονται οι ~οι. | |
| 13379 | διπλοειδής | , ής, ές δι-πλο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΛ. για κύτταρο που το γονιδίωμά του βρίσκεται σε δύο αντίγραφα: οργανισμός με ~ή αριθμό χρωμοσωμάτων. Βλ. αλληλόμορφο (γονίδιο), απλοειδής, -ειδής. [< γαλλ. diploïde, 1931, αγγλ. diploid, 1908] | |
| 13380 | διπλοεστιακός | , ή, ό δι-πλο-ε-στι-α-κός επίθ.: ΟΠΤ. (για γυαλιά ή φακούς επαφής) με δύο εστίες, μία μακρινή και μία κοντινή, για τη διόρθωση της πρεσβυωπίας και της μυωπίας. Βλ. πολυεστιακός. [< γαλλ. bifocal, περ. 1930] | |
| 13381 | διπλοθεσία | δι-πλο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): κατοχή δύο θέσεων εργασίας από τον ίδιο εργαζόμενο, συνήθ. δημόσιο υπάλληλο: απαγόρευση/κατάργηση της ~ας. Βλ. μονο-, πολυ-θεσία. | |
| 13382 | διπλοθεσίτης | δι-πλο-θε-σί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διπλοθεσίτισσα} (προφ.): (για δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό) που κατέχει συνήθ. παράτυπα ή παράνομα δύο εργασιακές θέσεις: Τον κατηγορούν για ~η.|| (ως επίθ.) ~ες: σύμβουλοι. Βλ. πολυθεσίτης, -ίτης1. | |
| 13383 | διπλοθλαστικότητα | δι-πλο-θλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων κρυσταλλικών υλικών να προκαλούν διπλή διάθλαση της φωτεινής ακτίνας που διαπερνά τη μάζα τους: η ~ του ασβεστίτη. Βλ. ανισοτροπία, διασκεδασμός, πόλωση, -ότητα. [< αγγλ. birefringence] | |
| 13384 | διπλοκάμπινος | , η, ο δι-πλο-κά-μπι-νος επίθ.: (συνήθ. για όχημα) που έχει δύο ξεχωριστές καμπίνες: ~ο: αγροτικό φορτηγό. (κατ' επέκτ.) Τετρακίνητο σε ~η έκδοση.|| (ως ουσ.) ~ο με τέσσερις πόρτες. Βλ. μονοκάμπινος. | |
| 13385 | διπλοκατοικία | δι-πλο-κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.): κτίσμα με δύο ανεξάρτητες κατοικίες: διώροφη ~. | |
| 13386 | διπλοκλειδώνω | δι-πλο-κλει-δώ-νω ρ. (μτβ.) {διπλοκλείδω-σα, διπλοκλειδώ-θηκε, -μένος} (επιτατ.): κλειδώνω δύο φορές, ασφαλίζω: ~σε την πόρτα. ~μένο: συρτάρι. Πβ. διπλομανταλώνω. ● Παθ.: διπλοκλειδώνομαι (μτφ.): περιορίζομαι, απομονώνομαι: ~θηκε (: αμπαρώθηκε, κλείστηκε) στο σπίτι και δεν ήθελε να πάει πουθενά. Πβ. κλειδαμπαρώνομαι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ