Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14260-14280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13391διπλοπαρκάρισμαδι-πλο-παρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του διπλοπαρκάρω: πρόστιμο για ~. [< αγγλ. double-parking, 1931]
13392διπλοπαρκάρωδι-πλο-παρ-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): σταθμεύω όχημα δίπλα σε άλλο που είναι ήδη παρκαρισμένο. [< αγγλ. double-park, 1927]
13393διπλοπενιάδι-πλο-πε-νιά ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παίξιμο του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά σε διφωνία, πρίμο σεκόντο: Παίξε/ρίξε μια ~. Bλ. ταξίμι.
13394διπλοπόδιδι-πλο-πό-δι επίρρ. (λαϊκό): σταυροπόδι. [< μεσν. διπλοπόδης]
13395διπλοπροσωπίαδι-πλο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. υποκρισία, διπροσωπία: διγλωσσία και ~. 2. παρουσίαση προσώπου με δεύτερη πλαστή ταυτότητα. Βλ. πλαστοπροσωπία.
13396διπλοπρόσωπος, η, ο δι-πλο-πρό-σω-πος επίθ.: διπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος.
13397διπλός, ή, ό δι-πλός επίθ. & (λόγ.) διπλούς 1. που είναι δύο (σχεδόν) φορές μεγαλύτερος από κάτι, σε μέγεθος, ποσότητα: ~ός: κίνδυνος/κόπος. ~ό: όφελος.|| ~ός: μισθός. ~ή: δόση/τιμή/χρέωση. ~ό: κέρδος/σκορ. ~ά: έξοδα. Πβ. διπλάσιος. Βλ. τρί-, τετρά-, πεντά-διπλος.|| (ως ουσ. στον πληθ.) Κερδίζει τα ~ά (ενν. λεφτά).|| (ειδικότ. για ποτά ή φαγητά:) ~ός: ελληνικός (καφές)/εσπρέσο. ~ή: μερίδα (φαγητό). ~ό: ουίσκι. ΑΝΤ. απλός, κανονικός. 2. που αποτελείται από δύο μέρη ή έχει δύο μορφές: ~ός: αερόσακος (: οδηγού-συνοδηγού)/πάτος/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) πέλεκυς. ~ή: πόρτα (: ασφαλείας)/πρόσοψη. ~ό: άλμπουμ (με τραγούδια)/τεύχος (περιοδικού) (: με διπλάσια ύλη)/φύλλο (τετραδίου). ~ό: λεωφορείο (= διώροφο). ~οί: προβολείς (αυτοκινήτου). ~ά: παράθυρα (: με ~ό τζάμι για καλύτερη θερμομόνωση και ηχομόνωση).|| (ΑΘΛ.) ~ό: σκιφ (= με δύο κωπηλάτες).|| ~ός: στόχος/συμβολισμός. ~ή: ευκαιρία/προστασία. Λέξεις με ~ή σημασία (= αμφίσημες). Πβ. διττός. 3. που γίνεται ή επαναλαμβάνεται δύο φορές· που αφορά δύο πρόσωπα ή γεγονότα: ~ός: έλεγχος/κόμπος/υπολογισμός. ~ή: περιστροφή/προσπάθεια.|| (ΑΘΛ.) ~ός: αγώνας/τελικός (εντός και εκτός έδρας).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κάντε ~ό κλικ στο εικονίδιο.|| ~ός: φόνος. ~ή: γιορτή/νίκη. 4. σχεδιασμένος για δύο άτομα: ~ός: καναπές. ~ή: κουβέρτα. ~ό: κρεβάτι/στρώμα. Βλ. ημί-, υπέρ-διπλος. ΑΝΤ. μονός (1) 5. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει σκόπιμα δύο πλευρές, εκ των οποίων η μία συνήθ. είναι κρυφή: ~ός: εαυτός (βλ. διχασμένη προσωπικότητα, σχιζοφρένεια). ~ή: όψη (ζητήματος)/τακτική. ~ό: πρόσωπο (: ανειλικρινές).|| ~ός: πράκτορας (: που εργάζεται συγχρόνως και κρυφά για λογαριασμό δύο αντίπαλων κρατών).|| Κρατούσε ~ά (λογιστικά) βιβλία (βλ. φοροδιαφυγή). Βλ. -πλός. ● Ουσ.: διπλές (οι): ζαριά στην οποία και τα δυο ζάρια δείχνουν το δύο: Έφερε ~. Πβ. δυάρες. Βλ. ντόρτια, πεντάρες., διπλό (το) ΑΘΛ. 1. (προφ.) η εκτός έδρας νίκη ομάδας και το αντίστοιχο σύμβολο 2 σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: Έφερε/πέτυχε το ~. 2. τρόπος διεξαγωγής αγωνίσματος (τένις, πινγκ πονγκ, μπάντμιντον), σύμφωνα με τον οποίο κάθε ομάδα αποτελείται από ένα ζευγάρι αθλητών: ~ ανδρών/γυναικών. 3. ανεπίσημος αγώνας ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, συχνά με αυτοσχέδια τέρματα ή μπασκέτες: Παιδιά θα παίξουμε ένα ~; Βλ. μονό. ● επίρρ.: διπλά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή ζωή: για παράλληλη εξωσυζυγική σχέση ή παράνομη, ύποπτη, μη κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα, η οποία κρατιέται σκόπιμα κρυφή: Έχει/ζει/κάνει ~ ~. [< γαλλ. double vie] , διπλή προσωπικότητα: διχασμένη., διπλή ταρίφα: αυξημένο τιμολόγιο ταξί για νυχτερινά δρομολόγια, από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα έως τις πέντε το πρωί, ή για διαδρομές έξω από την έδρα του, εκτός περιμετρικής ζώνης: Τους χρέωσε ~ ~., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως 1. & με διπλή κατεύθυνση: με ροή οχημάτων σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: δρόμος ~ ~. ΑΝΤ. μονής κατεύθυνσης 2. προς δύο πλευρές: επικοινωνία ~ ~ (= αμφίδρομη)., οικογενειακό διπλό & διπλό: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προπονητικός αγώνας που διεξάγεται μεταξύ παικτών της ίδιας ομάδας, με χρήση και των δύο τερμάτων., άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, διπλή άρθρωση βλ. άρθρωση, διπλή όραση βλ. όραση, διπλό ταυ βλ. ταυ, διπλός αστέρας βλ. αστέρας ● ΦΡ.: έγινε διπλός/διπλάσιος (προφ.): πάχυνε πολύ. ΑΝΤ. έμεινε (ο) μισός, έχει διπλό ρόλο 1. παίζει δύο διαφορετικούς ρόλους στο ίδιο έργο: ~ ~ στην ταινία, καθώς υποδύεται δίδυμα αδέλφια. 2. (μτφ.) διττή συνεισφορά, επίδραση στην εξέλιξη ή διαμόρφωση κατάστασης: Η λειτουργία του εργαστηρίου ~ ~, αφενός ... και αφετέρου ... Θα ~ ~ στην ομάδα, ως προπονητής και παίκτης. 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. διπλάσιες απαιτήσεις από πρότυπα αναμενόμενης κοινωνικής συμπεριφοράς: Ο δάσκαλος στο ψηφιακό σχολείο ~ ~, του καθοδηγητή και υποστηρικτή. (κατ' επέκτ.) Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να επιτελέσει τριπλό ρόλο: της μητέρας, της εργαζόμενης και της συζύγου., και του χρόνου διπλός/διπλή! (ευχετ. σε ανύπαντρο/-η): και του χρόνου να έχεις παντρευτεί: άντε, ~ ~! Πβ. και στα δικά σου., διπλά και τρίδιπλα βλ. τρίδιπλος, διπλής όψης/όψεως βλ. όψη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά, παίζει διπλό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, τα βλέπω διπλά βλ. βλέπω ● βλ. διπλο- & διπλό-, δις2, τριπλός [< μτγν. διπλός, γαλλ.-αγγλ. double]
13399διπλοσάγονοδι-πλο-σά-γο-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): συγκέντρωση λίπους κάτω από το σαγόνι, προγούλι: Έκανε κοιλίτσα και ~.
13400διπλοσκοπιάδι-πλο-σκο-πιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. φύλαξη χώρου ή θέσης στρατοπέδου από δύο σκοπούς συγχρόνως.
13401διπλοσυνταξιούχοι[διπλοσυνταξιοῦχοι] δι-πλο-συ-ντα-ξι-ού-χοι ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οι): άτομα που παίρνουν σύνταξη από δύο διαφορετικά ασφαλιστικά ταμεία.
13402διπλοτυπίαδι-πλο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διτυπία.
13403διπλότυπος, η, ο δι-πλό-τυ-πος επίθ. 1. που αποτελείται από δύο αντίτυπα ή τυπώνεται σε δύο αντίγραφα: ~η: αίτηση/απόδειξη. ~ο: βιβλίο εσόδων-δαπανών/δελτίο/τιμολόγιο. Θεωρημένη ~η κατάσταση. Βλ. -τυπος2. 2. ΓΛΩΣΣ. για λέξη που έχει δύο τύπους: ~α: σύνθετα (: με εναλλαγή των συνθετικών, χωρίς μεταβολή στη σημασία, π.χ. πονοκέφαλος-κεφαλόπονος, γλυκόπικρος-πικρόγλυκος). ● Ουσ.: διπλότυπο (το) : ΛΟΓΙΣΤ. αριθμημένο έντυπο αποδείξεων με διπλά φύλλα (στέλεχος και απόκομμα) για κάθε αριθμό και συνεκδ. καθένα από τα δύο, το πρωτότυπο ή το αντίγραφο: ~ είσπραξης/πληρωμής (βλ. μπλοκ). ~ εφορίας.
13404διπλούς, ή, ούν [διπλοῦς] δι-πλούς επίθ. (λόγ.): διπλός. ● Ουσ.: διπλούν (το): ΙΑΤΡ. εμβόλιο για δύο ασθένειες. ● ΦΡ.: εις διπλούν (λόγ.): δύο φορές, διπλά: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ) Η υπεύθυνη δήλωση υποβάλλεται ~ ~ (= σε δύο αντίγραφα). Το δείγμα ελέγχθηκε ~ ~. [< αρχ. διπλοῦς]
13405διπλόφαρδος, η, ο δι-πλό-φαρ-δος επίθ. (λαϊκό): (για ύφασμα) που έχει μεγάλο φάρδος, συνήθ. περισσότερο από 1.40 μέτρα: ~ο: σεντόνι.
13406διπλοφουρνιστός, ή, ό δι-πλο-φουρ-νι-στός επίθ.: (κυρ. για παξιμάδι) που έχει ψηθεί στον φούρνο δύο φορές.
13407διπλοψηφίαδι-πλο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: διπλή ψήφος σε εκλογική διαδικασία κατά παράβαση του σχετικού κανονισμού: Η ~ τιμωρείται με φυλάκιση. Καταγγελία βουλευτών για ~ες και άλλες παρατυπίες. Βλ. διπλοεγγεγραμμένος, νοθεία.
13408διπλοψηφίζωδι-πλο-ψη-φί-ζω ρ. (αμτβ.) {διπλοψήφι-σε, -σει}: ψηφίζω παράνομα δύο φορές στις ίδιες εκλογές.
13409δίπλωμαδί-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {διπλώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. πιστοποιητικό σπουδών: ανώτερο/διδακτορικό/κρατικό ~. ~ ξένης γλώσσας (: γλωσσομάθειας)/πιάνου. ~ AEI (: πανεπιστημιακό)/ΕΑΠ/ΙΕΚ/ΤΕΙ. Μεταπτυχιακό ~ ειδίκευσης (= μάστερ, ακρ. ΜΔΕ). Απόκτηση/απονομή/χορήγηση ~ατος. Αναγνώριση ξένου ~ατος από το ΔΟΑΤΑΠ (βλ. ισοτιμία). Έχει ~ βρεφοκόμου/στην ψυχολογία. Πότε πήρε το ~ά της; Πβ. πτυχίο, τίτλος, χαρτί. Βλ. αποφοιτήριο, ενδεικτικό, επάρκεια.|| (προφ.-ειρων.) Παίρνεις ~ τεμπελιάς. Bλάκας με ~ (: με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο). 2. νόμιμη άδεια: ~ αυτοκινήτου/ιστιοπλοΐας/ταχύπλοου. (Επαγγελματικό/ερασιτεχνικό) ~ οδήγησης. Κοινοτικό ~ Ευρεσιτεχνίας (πβ. πατέντα). Αφαίρεση/έκδοση ~ατος. Αύριο δίνω (εξετάσεις) για ~ μηχανής. 3. τιμητικός τίτλος: αναμνηστικό ~ (συμμετοχής). Όσοι βραβεύτηκαν παρέλαβαν ~ και χρηματικό έπαθλο. Το Ίδρυμα απένειμε στους διασώστες ~ ανδραγαθίας (βλ. μετάλλιο). Βλ. βραβείο, έπαινος. 4. τύλιγμα: ~ της εφημερίδας (βλ. τσάκισμα)/της πετσέτας. ΑΝΤ. ξε~.|| ~ δώρου. Πβ. αμπαλάζ, πακετάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπλήρωμα/Παράρτημα Διπλώματος βλ. συμπλήρωμα ● ΦΡ.: νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα [< αρχ. δίπλωμα, γαλλ. diplôme, αγγλ. diploma, γερμ. Diplom]
13410διπλωμάτηςδι-πλω-μά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διπλωματών} 1. ΠΟΛΙΤ. ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της χώρας του στο εξωτερικό: έμπειρος ~. ~ καριέρας. Ανάκληση/διορισμός ~η. Πβ. διπλωματικός αντιπρόσωπος, επιτετραμμένος. Βλ. πρέσβης, πρόξενος1. 2. {(προφ.) θηλ. διπλωμάτισσα} (μτφ.) επιδέξιος στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, κυρ. σε διαπροσωπικό επίπεδο, επιτήδειος: γεννημένος ~. Είσαι μεγάλος/πολύ ~! Πβ. ευέλικτος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ και διπρόσωπος. Πβ. υποκριτής. [< γαλλ. diplomate, αγγλ. diplomat]
13411διπλωματίαδι-πλω-μα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. τομέας της πολιτικής με αντικείμενο τις διεθνείς διακρατικές σχέσεις, κυρ. η διαχείριση των υποθέσεων μιας χώρας στο εξωτερικό και συνεκδ. το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους: δημόσια/διαμεσολαβητική/ενεργειακή/επιθετική/κοινοβουλευτική/μυστική/οικονομική/περιβαλλοντική («πράσινη»)/πολιτιστική/πολυμερής/προληπτική/στρατιωτική ~.|| H διεθνής ~ επέβαλε προσωρινή κατάπαυση του πυρός.|| (ειρων.) H ~ των όπλων (= ο πόλεμος). 2. (μτφ.) επιδεξιότητα στον χειρισμό δύσκολων και λεπτών υποθέσεων, διπλωματικότητα: Μην είσαι απόλυτη, χρειάζεται και λίγη ~. Πβ. επιτηδειότητα, ευελιξία.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ των δημοσίων σχέσεων. Άσε τις ~ες και μίλησέ μου καθαρά. Πβ. διπροσωπία, υποκρισία. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος [< γαλλ. diplomatie, αγγλ. diplomacy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.