| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13408 | διπλοψηφίζω | δι-πλο-ψη-φί-ζω ρ. (αμτβ.) {διπλοψήφι-σε, -σει}: ψηφίζω παράνομα δύο φορές στις ίδιες εκλογές. | |
| 13409 | δίπλωμα | δί-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {διπλώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. πιστοποιητικό σπουδών: ανώτερο/διδακτορικό/κρατικό ~. ~ ξένης γλώσσας (: γλωσσομάθειας)/πιάνου. ~ AEI (: πανεπιστημιακό)/ΕΑΠ/ΙΕΚ/ΤΕΙ. Μεταπτυχιακό ~ ειδίκευσης (= μάστερ, ακρ. ΜΔΕ). Απόκτηση/απονομή/χορήγηση ~ατος. Αναγνώριση ξένου ~ατος από το ΔΟΑΤΑΠ (βλ. ισοτιμία). Έχει ~ βρεφοκόμου/στην ψυχολογία. Πότε πήρε το ~ά της; Πβ. πτυχίο, τίτλος, χαρτί. Βλ. αποφοιτήριο, ενδεικτικό, επάρκεια.|| (προφ.-ειρων.) Παίρνεις ~ τεμπελιάς. Bλάκας με ~ (: με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο). 2. νόμιμη άδεια: ~ αυτοκινήτου/ιστιοπλοΐας/ταχύπλοου. (Επαγγελματικό/ερασιτεχνικό) ~ οδήγησης. Κοινοτικό ~ Ευρεσιτεχνίας (πβ. πατέντα). Αφαίρεση/έκδοση ~ατος. Αύριο δίνω (εξετάσεις) για ~ μηχανής. 3. τιμητικός τίτλος: αναμνηστικό ~ (συμμετοχής). Όσοι βραβεύτηκαν παρέλαβαν ~ και χρηματικό έπαθλο. Το Ίδρυμα απένειμε στους διασώστες ~ ανδραγαθίας (βλ. μετάλλιο). Βλ. βραβείο, έπαινος. 4. τύλιγμα: ~ της εφημερίδας (βλ. τσάκισμα)/της πετσέτας. ΑΝΤ. ξε~.|| ~ δώρου. Πβ. αμπαλάζ, πακετάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπλήρωμα/Παράρτημα Διπλώματος βλ. συμπλήρωμα ● ΦΡ.: νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα [< αρχ. δίπλωμα, γαλλ. diplôme, αγγλ. diploma, γερμ. Diplom] | |
| 13410 | διπλωμάτης | δι-πλω-μά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διπλωματών} 1. ΠΟΛΙΤ. ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της χώρας του στο εξωτερικό: έμπειρος ~. ~ καριέρας. Ανάκληση/διορισμός ~η. Πβ. διπλωματικός αντιπρόσωπος, επιτετραμμένος. Βλ. πρέσβης, πρόξενος1. 2. {(προφ.) θηλ. διπλωμάτισσα} (μτφ.) επιδέξιος στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, κυρ. σε διαπροσωπικό επίπεδο, επιτήδειος: γεννημένος ~. Είσαι μεγάλος/πολύ ~! Πβ. ευέλικτος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ και διπρόσωπος. Πβ. υποκριτής. [< γαλλ. diplomate, αγγλ. diplomat] | |
| 13411 | διπλωματία | δι-πλω-μα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. τομέας της πολιτικής με αντικείμενο τις διεθνείς διακρατικές σχέσεις, κυρ. η διαχείριση των υποθέσεων μιας χώρας στο εξωτερικό και συνεκδ. το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους: δημόσια/διαμεσολαβητική/ενεργειακή/επιθετική/κοινοβουλευτική/μυστική/οικονομική/περιβαλλοντική («πράσινη»)/πολιτιστική/πολυμερής/προληπτική/στρατιωτική ~.|| H διεθνής ~ επέβαλε προσωρινή κατάπαυση του πυρός.|| (ειρων.) H ~ των όπλων (= ο πόλεμος). 2. (μτφ.) επιδεξιότητα στον χειρισμό δύσκολων και λεπτών υποθέσεων, διπλωματικότητα: Μην είσαι απόλυτη, χρειάζεται και λίγη ~. Πβ. επιτηδειότητα, ευελιξία.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ των δημοσίων σχέσεων. Άσε τις ~ες και μίλησέ μου καθαρά. Πβ. διπροσωπία, υποκρισία. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος [< γαλλ. diplomatie, αγγλ. diplomacy] | |
| 13412 | διπλωματικός | , ή, ό δι-πλω-μα-τι-κός επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τους διπλωμάτες ή τη διπλωματία: ~ός: αγώνας/ακόλουθος/μαραθώνιος/σάκος/σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: αποτυχία/εκστρατεία/κινητικότητα/σταδιοδρομία/στρατηγική. ~ό: θρίλερ/παρασκήνιο. ~ές: σχέσεις (βλ. διεθνής). Εξομάλυνση/ομαλοποίηση των ~ών σχέσεων. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διπλωματία: ~ός: ελιγμός. ~ή: απάντηση.|| ~ό: κόλπο/τέχνασμα. Πβ. πανούργος, πονηρός. 3. που σχετίζεται με τη διαδικασία απόκτησης διπλώματος: (σπάν.) ~ός: φοιτητής (: που βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της ~ής εργασίας). 4. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη διπλωματική. ● Ουσ.: διπλωματική (η): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της ηλικίας, της γνησιότητας και της αξίας επίσημων εγγράφων, συνήθ. αυτών που έχουν σωθεί σε παπύρους και χειρόγραφα. Βλ. παλαιογραφία. ● επίρρ.: διπλωματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία: σύνολο εκπροσώπων ενός κράτους σε ξένη χώρα με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή προώθηση θέματος: άτυπη/διεθνής/έκτακτη/επίσημη ~ ~. Αναλαμβάνω/εκπληρώνω/εκτελώ (μία) ~ αποστολή. Βρίσκομαι/λαμβάνω μέρος σε ~ αποστολή.|| Εθνική ~ αντιπροσωπεία. Πβ. πρεσβεία., διπλωματική εργασία & (προφ.) διπλωματική (η): επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται για την απόκτηση διπλώματος: Εκπονεί τη διπλωματική του ~. ΣΥΝ. πτυχιακή εργασία, διπλωματικό επεισόδιο: προσωρινή όξυνση των σχέσεων δύο χωρών εξαιτίας έκτακτου περιστατικού., Διπλωματικό Σώμα (ακρ. ΔΣ) & Διπλωματική Υπηρεσία: το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους. [< γαλλ. Corps Diplomatique (CD)] , διπλωματική ασθένεια βλ. ασθένεια, διπλωματική ασυλία βλ. ασυλία, διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: μέσω/διά της διπλωματικής οδού (λόγ.): με κατάλληλες διπλωματικές ενέργειες: Ενεργώ/ρυθμίζω κάτι ~ ~. Η λύση θα βρεθεί ~ ~. Ο χρόνος της επίσκεψης θα καθοριστεί ~ ~. [< γαλλ. diplomatique, αγγλ. diplomatic] | |
| 13413 | διπλωματικότητα | δι-πλω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα ελιγμού, λεπτοί χειρισμοί δύσκολων καταστάσεων: Κατάφερε με ευελιξία και ~ να ξεπεράσει την κρίση. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. διπλωματία (2) | |
| 13414 | διπλωματούχος | [διπλωματοῦχος] δι-πλω-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που έχει δίπλωμα από αναγνωρισμένη σχολή: ~ Αρχιτεκτονικής. (ως επίθ.) ~ ξεναγός/πολιτικός μηχανικός. Πβ. πτυχιούχος. Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. diplômé] | |
| 13415 | διπλώνω | δι-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δίπλω-σα, διπλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διπλών-οντας} 1. ενώνω τις πλευρές αντικειμένου, τοποθετώντας τη μία πάνω στην άλλη: ~ το σεντόνι στα τέσσερα. ~σε το ψηφοδέλτιο και το έβαλε στον φάκελο (πβ. τσακίζω). Πάγκος γυμναστικής που ~ει/~εται για οικονομία χώρου (πβ. πτυσσόμενος). Είχε τα μανίκια ~μένα (: σηκωμένα). Τα ρούχα σου είναι ~μένα στην ντουλάπα. Βλ. ανα~, εκ~. ΑΝΤ. ξεδιπλώνω (1) 2. μαζεύω κοντά στο σώμα μου, λυγίζω: ~ τα πόδια μου. Στεκόταν με τα χέρια ~μένα στο στήθος (: σταυρωμένα). ΑΝΤ. τεντώνω. ● διπλώνει (για μεγάλου μήκους όχημα): κάμπτεται ο κεντρικός άξονας, συνήθ. σε ατύχημα: Η νταλίκα ~σε στη μέση. ● Παθ.: διπλώνομαι: μαζεύω το σώμα μου, κουλουριάζομαι: ~θηκε στα δύο απ' τον πόνο. Πβ. ζαρώνω. [< μεσν. διπλώνω] | |
| 13416 | διπλωπία | δι-πλω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης κατά την οποία ένα αντικείμενο φαίνεται διπλό. Βλ. διόφθαλμη όραση. ΣΥΝ. διπλή όραση [< γαλλ. diplopie, αγγλ. diplopia] | |
| 13417 | δίπλωση | δί-πλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. ΤΥΠΟΓΡ.) τσάκισμα: μηχάνημα για ~ φύλλων έως Α3.|| (σπανιότ., δίπλωμα:) ~ καθίσματος. Πβ. μάζεμα, τύλιγμα. Βλ. ανα~, εκ~. 2. ΓΥΜΝ. κάμψη του κορμού προς τα γόνατα: ~ από εδραία θέση. ~ προς τα εμπρός/πίσω. Βλ. συσπείρωση. 3. (σπάν.) διπλασιασμός. [< 3: αρχ. δίπλωσις] | |
| 13418 | διπλωτικός | , ή, ό δι-πλω-τι-κός επίθ.: (συνήθ. για μηχάνημα τυπογραφείου) που χρησιμοποιείται στη δίπλωση: κοπτικές και ~ές μηχανές.|| (ως ουσ.) ~ό σχεδίων. | |
| 13419 | διποδία | δι-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡ. διπλός πους με αξία ενός μέτρου: τροχαϊκή ~. [< αρχ. διποδία] | |
| 13420 | δίποδος | , η, ο δί-πο-δος επίθ.: που έχει δύο πόδια ή σπανιότ. δύο στηρίγματα: (συνήθ. υβριστ., για απολίτιστο, βάναυσο άνθρωπο:) ~ο: γαϊδούρι/ζώο/κτήνος (: ανθρωπόμορφο). Πβ. τέρας.|| ~η: βάση.|| (που γίνεται με τα δύο πόδια:) ~η: βάδιση/στάση (= όρθια). Βλ. -ποδος. ● Ουσ.: δίποδο (το) (μειωτ.): ο άνθρωπος. Βλ. τετράποδο. [< αρχ. δίπους, μτγν. δίποδα (τά), γαλλ. bipède] | |
| 13424 | δίπολικός | , η, ο δί-πο-λος επίθ. : ΦΥΣ. που έχει δύο διαφορετικούς ή αντίθετους πόλους: ~ος: μαγνήτης. ~η: κεραία. ΣΥΝ. διπολικός. ● Ουσ.: δίπολο (το) {-ου (λόγ.) -όλου} 1. (μτφ.) ζεύγος αντίθετων εννοιών: Το ~ «ιδιωτικό»-«δημόσιο». 2. ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα δύο πόλων με ίσα και αντίθετα ηλεκτρικά ή μαγνητικά φορτία: ενεργό ~. Βλ. τετράπολο. [< γαλλ. dipôle, 1948] [< αρχ. δίπολος 'διπλός', γαλλ. bipolaire] | |
| 13422 | διπολικότητα | δι-πο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) διπολική αντίθεση: η ~ των εννοιών/του σχήματος «καλό»-«κακό». Βλ. δυϊσμός, μανιχαϊσμός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. διπολική διαταραχή. [< γαλλ. bipolarité] | |
| 13423 | διπολισμός | δι-πο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) : (κυρ. ΠΟΛΙΤ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ύπαρξη δύο αντιτιθέμενων και εξίσου ισχυρών δυνάμεων ή θέσεων: κοινωνικός/κομματικός ~ (πβ. δικομματισμός). Η ενίσχυση/η κρίση/το τέλος του ~oύ. Ο ~ «Ανατολής»-«Δύσης». Πβ. πόλωση. Βλ. -ισμός.[< γαλλ. bipolarisation, περ. 1966] | |
| 13425 | δίποντο | δί-πο-ντο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) καλάθι που μετρά για δύο πόντους: άστοχο ~ (: σουτ που δεν κατέληξε στο καλάθι). | |
| 13426 | δίπορτος | , η, ο δί-πορ-τος επίθ.: που έχει δύο πόρτες: ~ο: αυτοκίνητο/ψυγείο. Βλ. -πορτος. ● ΦΡ.: το έχει/το 'χει δίπορτο (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. επιλέγει ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες, ανάλογα με το τι είναι πιο βολικό κάθε φορά. 2. έχει δύο παράλληλες ερωτικές σχέσεις: Τους κοροϊδεύει και τους δύο, θέλει να ~ ~. | |
| 13427 | δίπρακτος | , η, ο δί-πρα-κτος επίθ.: ΘΕΑΤΡ. (για σκηνικό έργο) που αποτελείται από δύο πράξεις: ~η: κωμωδία. Βλ. μονό-, τρί-, πολύ-πρακτος.|| (συνήθ. ως ουσ.) Το ~ο. [< γερμ. zweiaktig] | |
| 13428 | διπροσωπία | δι-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): υποκρισία: πολιτική ~ (βλ. διγλωσσία). Κρυψίνοια/πονηριά και ~. Πβ. ανειλικρίνεια, διπλοπροσωπία. [< μεσν. διπροσωπία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ