Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14280-14300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13412διπλωματικός, ή, ό δι-πλω-μα-τι-κός επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τους διπλωμάτες ή τη διπλωματία: ~ός: αγώνας/ακόλουθος/μαραθώνιος/σάκος/σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: αποτυχία/εκστρατεία/κινητικότητα/σταδιοδρομία/στρατηγική. ~ό: θρίλερ/παρασκήνιο. ~ές: σχέσεις (βλ. διεθνής). Εξομάλυνση/ομαλοποίηση των ~ών σχέσεων. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διπλωματία: ~ός: ελιγμός. ~ή: απάντηση.|| ~ό: κόλπο/τέχνασμα. Πβ. πανούργος, πονηρός. 3. που σχετίζεται με τη διαδικασία απόκτησης διπλώματος: (σπάν.) ~ός: φοιτητής (: που βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της ~ής εργασίας). 4. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη διπλωματική. ● Ουσ.: διπλωματική (η): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της ηλικίας, της γνησιότητας και της αξίας επίσημων εγγράφων, συνήθ. αυτών που έχουν σωθεί σε παπύρους και χειρόγραφα. Βλ. παλαιογραφία. ● επίρρ.: διπλωματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία: σύνολο εκπροσώπων ενός κράτους σε ξένη χώρα με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή προώθηση θέματος: άτυπη/διεθνής/έκτακτη/επίσημη ~ ~. Αναλαμβάνω/εκπληρώνω/εκτελώ (μία) ~ αποστολή. Βρίσκομαι/λαμβάνω μέρος σε ~ αποστολή.|| Εθνική ~ αντιπροσωπεία. Πβ. πρεσβεία., διπλωματική εργασία & (προφ.) διπλωματική (η): επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται για την απόκτηση διπλώματος: Εκπονεί τη διπλωματική του ~. ΣΥΝ. πτυχιακή εργασία, διπλωματικό επεισόδιο: προσωρινή όξυνση των σχέσεων δύο χωρών εξαιτίας έκτακτου περιστατικού., Διπλωματικό Σώμα (ακρ. ΔΣ) & Διπλωματική Υπηρεσία: το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους. [< γαλλ. Corps Diplomatique (CD)] , διπλωματική ασθένεια βλ. ασθένεια, διπλωματική ασυλία βλ. ασυλία, διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: μέσω/διά της διπλωματικής οδού (λόγ.): με κατάλληλες διπλωματικές ενέργειες: Ενεργώ/ρυθμίζω κάτι ~ ~. Η λύση θα βρεθεί ~ ~. Ο χρόνος της επίσκεψης θα καθοριστεί ~ ~. [< γαλλ. diplomatique, αγγλ. diplomatic]
13413διπλωματικότηταδι-πλω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα ελιγμού, λεπτοί χειρισμοί δύσκολων καταστάσεων: Κατάφερε με ευελιξία και ~ να ξεπεράσει την κρίση. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. διπλωματία (2)
13414διπλωματούχος[διπλωματοῦχος] δι-πλω-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που έχει δίπλωμα από αναγνωρισμένη σχολή: ~ Αρχιτεκτονικής. (ως επίθ.) ~ ξεναγός/πολιτικός μηχανικός. Πβ. πτυχιούχος. Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. diplômé]
13415διπλώνωδι-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δίπλω-σα, διπλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διπλών-οντας} 1. ενώνω τις πλευρές αντικειμένου, τοποθετώντας τη μία πάνω στην άλλη: ~ το σεντόνι στα τέσσερα. ~σε το ψηφοδέλτιο και το έβαλε στον φάκελο (πβ. τσακίζω). Πάγκος γυμναστικής που ~ει/~εται για οικονομία χώρου (πβ. πτυσσόμενος). Είχε τα μανίκια ~μένα (: σηκωμένα). Τα ρούχα σου είναι ~μένα στην ντουλάπα. Βλ. ανα~, εκ~. ΑΝΤ. ξεδιπλώνω (1) 2. μαζεύω κοντά στο σώμα μου, λυγίζω: ~ τα πόδια μου. Στεκόταν με τα χέρια ~μένα στο στήθος (: σταυρωμένα). ΑΝΤ. τεντώνω. διπλώνει (για μεγάλου μήκους όχημα): κάμπτεται ο κεντρικός άξονας, συνήθ. σε ατύχημα: Η νταλίκα ~σε στη μέση. ● Παθ.: διπλώνομαι: μαζεύω το σώμα μου, κουλουριάζομαι: ~θηκε στα δύο απ' τον πόνο. Πβ. ζαρώνω. [< μεσν. διπλώνω]
13416διπλωπίαδι-πλω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης κατά την οποία ένα αντικείμενο φαίνεται διπλό. Βλ. διόφθαλμη όραση. ΣΥΝ. διπλή όραση [< γαλλ. diplopie, αγγλ. diplopia]
13417δίπλωσηδί-πλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. ΤΥΠΟΓΡ.) τσάκισμα: μηχάνημα για ~ φύλλων έως Α3.|| (σπανιότ., δίπλωμα:) ~ καθίσματος. Πβ. μάζεμα, τύλιγμα. Βλ. ανα~, εκ~. 2. ΓΥΜΝ. κάμψη του κορμού προς τα γόνατα: ~ από εδραία θέση. ~ προς τα εμπρός/πίσω. Βλ. συσπείρωση. 3. (σπάν.) διπλασιασμός. [< 3: αρχ. δίπλωσις]
13418διπλωτικός, ή, ό δι-πλω-τι-κός επίθ.: (συνήθ. για μηχάνημα τυπογραφείου) που χρησιμοποιείται στη δίπλωση: κοπτικές και ~ές μηχανές.|| (ως ουσ.) ~ό σχεδίων.
13419διποδίαδι-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡ. διπλός πους με αξία ενός μέτρου: τροχαϊκή ~. [< αρχ. διποδία]
13420δίποδος, η, ο δί-πο-δος επίθ.: που έχει δύο πόδια ή σπανιότ. δύο στηρίγματα: (συνήθ. υβριστ., για απολίτιστο, βάναυσο άνθρωπο:) ~ο: γαϊδούρι/ζώο/κτήνος (: ανθρωπόμορφο). Πβ. τέρας.|| ~η: βάση.|| (που γίνεται με τα δύο πόδια:) ~η: βάδιση/στάση (= όρθια). Βλ. -ποδος. ● Ουσ.: δίποδο (το) (μειωτ.): ο άνθρωπος. Βλ. τετράποδο. [< αρχ. δίπους, μτγν. δίποδα (τά), γαλλ. bipède]
13424δίπολικός

, η, ο δί-πο-λος επίθ. : ΦΥΣ. που έχει δύο διαφορετικούς ή αντίθετους πόλους: ~ος: μαγνήτης. ~η: κεραία. ΣΥΝ. διπολικός. ● Ουσ.: δίπολο (το) {-ου (λόγ.) -όλου} 1. (μτφ.) ζεύγος αντίθετων εννοιών: Το ~ «ιδιωτικό»-«δημόσιο». 2. ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα δύο πόλων με ίσα και αντίθετα ηλεκτρικά ή μαγνητικά φορτία: ενεργό ~. Βλ. τετράπολο. [< γαλλ. dipôle, 1948] [< αρχ. δίπολος 'διπλός', γαλλ. bipolaire]

13422διπολικότηταδι-πο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) διπολική αντίθεση: η ~ των εννοιών/του σχήματος «καλό»-«κακό». Βλ. δυϊσμός, μανιχαϊσμός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. διπολική διαταραχή. [< γαλλ. bipolarité]
13423διπολισμόςδι-πο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) : (κυρ. ΠΟΛΙΤ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ύπαρξη δύο αντιτιθέμενων και εξίσου ισχυρών δυνάμεων ή θέσεων: κοινωνικός/κομματικός ~ (πβ. δικομματισμός). Η ενίσχυση/η κρίση/το τέλος του ~oύ‎‎‎. Ο ~ «Ανατολής»-«Δύσης». Πβ. πόλωση. Βλ. -ισμός.[< γαλλ. bipolarisation, περ. 1966]
13425δίποντοδί-πο-ντο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) καλάθι που μετρά για δύο πόντους: άστοχο ~ (: σουτ που δεν κατέληξε στο καλάθι).
13426δίπορτος, η, ο δί-πορ-τος επίθ.: που έχει δύο πόρτες: ~ο: αυτοκίνητο/ψυγείο. Βλ. -πορτος. ● ΦΡ.: το έχει/το 'χει δίπορτο (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. επιλέγει ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες, ανάλογα με το τι είναι πιο βολικό κάθε φορά. 2. έχει δύο παράλληλες ερωτικές σχέσεις: Τους κοροϊδεύει και τους δύο, θέλει να ~ ~.
13427δίπρακτος, η, ο δί-πρα-κτος επίθ.: ΘΕΑΤΡ. (για σκηνικό έργο) που αποτελείται από δύο πράξεις: ~η: κωμωδία. Βλ. μονό-, τρί-, πολύ-πρακτος.|| (συνήθ. ως ουσ.) Το ~ο. [< γερμ. zweiaktig]
13428διπροσωπίαδι-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): υποκρισία: πολιτική ~ (βλ. διγλωσσία). Κρυψίνοια/πονηριά και ~. Πβ. ανειλικρίνεια, διπλοπροσωπία. [< μεσν. διπροσωπία]
13429διπρόσωπος, η, ο δι-πρό-σω-πος επίθ.: (μτφ.) που εμφανίζει δύο διαφορετικές όψεις, υποκριτικός: ~η: πολιτική/στάση/συμπεριφορά. (για πρόσ.) Λέει πάντα αυτό που πιστεύει, δεν είναι ~. Πβ. ανειλικρινής, διπλοπρόσωπος, υποκριτής. Βλ. ειλικρινής, ευθύς.|| (στον αθλητικό Τύπο) ~η η ομάδα (: με καλές και κακές στιγμές). Βλ. -πρόσωπος. ● επίρρ.: διπρόσωπα: ΑΝΤ. ανυπόκριτα [< μτγν. διπρόσωπος ‘που έχει δύο όωεις ή σημασίες’]
13430δίπτερος, η, ο δί-πτε-ρος επίθ. 1. που διαθέτει δύο φτερά ή δύο πτερύγια: (ΖΩΟΛ.) ~ο: έντομο. Βλ. άπτερος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: προπέλα. ~ο: αεροσκάφος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που περιβάλλεται από διπλή κιονοστοιχία στις τέσσερις πλευρές του. ● Ουσ.: δίπτερα (τα): ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων με δύο φτερά (μύγες, κουνούπια, σκνίπες). [< 1: αρχ. δίπτερος 2: μτγν. ~, αγγλ. dipteral, γαλλ. diptère]
13431δίπτυχος, η, ο δί-πτυ-χος επίθ. 1. που αποτελείται από δύο πτυχές: (μτφ.) ~ος: στόχος. ~η: προσέγγιση. ~ο: αφιέρωμα (στον μεγάλο ζωγράφο/ποιητή). Πβ. διμερής.|| (ΙΑΤΡ.) ~η αορτική βαλβίδα (= με δύο αντί τρεις πτυχές). 2. που περιλαμβάνει δύο πτυσσόμενα τμήματα: ~η: κάρτα. ~ο: έντυπο. Βλ. -πτυχος. ● Ουσ.: δίπτυχο (το) 1. (μτφ.) δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες: ευελιξία και δυναμισμός, το ~ της επιτυχίας. 2. έργο (ζωγραφικό ή γλυπτό) ή φυλλάδιο αποτελούμενο από δύο πλευρές που διπλώνονται η μία πάνω στην άλλη: (ΕΚΚΛΗΣ.) ξύλινο ~ με παραστάσεις Αγίων (βλ. εικόνα).|| Ενημερωτικό ~. [< γαλλ. diptyque, αγγλ. diptych] [< αρχ. δίπτυχος ‘διπλωμένος στα δύο’]
13432δίπτωτος, η, ο δί-πτω-τος επίθ. ΓΡΑΜΜ. 1. (για ρήμα) που συντάσσεται με δύο αντικείμενα, ένα άμεσο (σε αιτιατική) και ένα έμμεσο (εκφερόμενο με γενική ή με εμπρόθετο προσδιορισμό): π.χ. Στερέωσέ μου την καρφίτσα. Έδωσε στη μητέρα της τα κλειδιά. Βλ. μεταβατικό ρήμα, -πτωτος. ΑΝΤ. μονόπτωτος 2. (για ουσιαστικό) που έχει δύο διαφορετικές πτωτικές καταλήξεις: Το «φως» είναι ~ο και ανισοσύλλαβο. [< μτγν. δίπτωτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.