Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14300-14320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13429διπρόσωπος, η, ο δι-πρό-σω-πος επίθ.: (μτφ.) που εμφανίζει δύο διαφορετικές όψεις, υποκριτικός: ~η: πολιτική/στάση/συμπεριφορά. (για πρόσ.) Λέει πάντα αυτό που πιστεύει, δεν είναι ~. Πβ. ανειλικρινής, διπλοπρόσωπος, υποκριτής. Βλ. ειλικρινής, ευθύς.|| (στον αθλητικό Τύπο) ~η η ομάδα (: με καλές και κακές στιγμές). Βλ. -πρόσωπος. ● επίρρ.: διπρόσωπα: ΑΝΤ. ανυπόκριτα [< μτγν. διπρόσωπος ‘που έχει δύο όωεις ή σημασίες’]
13430δίπτερος, η, ο δί-πτε-ρος επίθ. 1. που διαθέτει δύο φτερά ή δύο πτερύγια: (ΖΩΟΛ.) ~ο: έντομο. Βλ. άπτερος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: προπέλα. ~ο: αεροσκάφος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που περιβάλλεται από διπλή κιονοστοιχία στις τέσσερις πλευρές του. ● Ουσ.: δίπτερα (τα): ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων με δύο φτερά (μύγες, κουνούπια, σκνίπες). [< 1: αρχ. δίπτερος 2: μτγν. ~, αγγλ. dipteral, γαλλ. diptère]
13431δίπτυχος, η, ο δί-πτυ-χος επίθ. 1. που αποτελείται από δύο πτυχές: (μτφ.) ~ος: στόχος. ~η: προσέγγιση. ~ο: αφιέρωμα (στον μεγάλο ζωγράφο/ποιητή). Πβ. διμερής.|| (ΙΑΤΡ.) ~η αορτική βαλβίδα (= με δύο αντί τρεις πτυχές). 2. που περιλαμβάνει δύο πτυσσόμενα τμήματα: ~η: κάρτα. ~ο: έντυπο. Βλ. -πτυχος. ● Ουσ.: δίπτυχο (το) 1. (μτφ.) δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες: ευελιξία και δυναμισμός, το ~ της επιτυχίας. 2. έργο (ζωγραφικό ή γλυπτό) ή φυλλάδιο αποτελούμενο από δύο πλευρές που διπλώνονται η μία πάνω στην άλλη: (ΕΚΚΛΗΣ.) ξύλινο ~ με παραστάσεις Αγίων (βλ. εικόνα).|| Ενημερωτικό ~. [< γαλλ. diptyque, αγγλ. diptych] [< αρχ. δίπτυχος ‘διπλωμένος στα δύο’]
13432δίπτωτος, η, ο δί-πτω-τος επίθ. ΓΡΑΜΜ. 1. (για ρήμα) που συντάσσεται με δύο αντικείμενα, ένα άμεσο (σε αιτιατική) και ένα έμμεσο (εκφερόμενο με γενική ή με εμπρόθετο προσδιορισμό): π.χ. Στερέωσέ μου την καρφίτσα. Έδωσε στη μητέρα της τα κλειδιά. Βλ. μεταβατικό ρήμα, -πτωτος. ΑΝΤ. μονόπτωτος 2. (για ουσιαστικό) που έχει δύο διαφορετικές πτωτικές καταλήξεις: Το «φως» είναι ~ο και ανισοσύλλαβο. [< μτγν. δίπτωτος]
13433διπύθμενος, η, ο δι-πύθ-με-νος επίθ.: ΝΑΥΤ. που έχει δύο πυθμένες: ~α: δεξαμενόπλοια. Πβ. δίπατος. Βλ. μονοπύθμενος. ● Ουσ.: διπύθμενα (τα): τα στεγανά διαμερίσματα μεταξύ του εσωτερικού και εξωτερικού πυθμένα του πλοίου και συνεκδ. τα πλοία που τα φέρουν. Βλ. έρμα. [< μεσν. διπύθμενος]
13434διπύρηνος, η, ο δι-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): που έχει δύο πυρήνες: (ΒΙΟΛ.) ~α: κύτταρα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: κινητό. Λάπτοπ με ~ο (= διπλό) επεξεργαστή (: με δύο κεντρικές μονάδες για μεγαλύτερη ταχύτητα).|| (ΒΟΤ.) ~ος: καρπός (: με δύο κουκούτσια). Βλ. μονο-, πολυ-πύρηνος. [< μτγν. διπύρηνος ‘που έχει δύο προεξοχές’, αγγλ. dual core]
13435δίριχτος, η, ο δί-ρι-χτος επίθ. & δίρριχτος: ΑΡΧΙΤ. (για στέγη) που αποτελείται από δύο κεκλιμένα επίπεδα. Βλ. τετράριχτος.
13436διροφιλαρίωσηδι-ρο-φι-λα-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. σοβαρή παρασιτική ασθένεια του σκύλου και άλλων σαρκοφάγων, η οποία μεταδίδεται από μολυσμένα κουνούπια (ενδιάμεσοι ξενιστές) και παρατηρείται ιδιαίτερα στις θερμές και εύκρατες χώρες. Βλ. λεϊσμανίαση. [< αγγλ. dirofilariasis]
13438ΔΙΣ(η): Διαρκής Ιερά Σύνοδος.
13437δισ-βλ. δι-
13439δις1ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) & δισ.: δισεκατομμύριο: δεκάδες ~. Ένα ~ ευρώ. [< σύντμηση του δισ(εκατομμύριο)]
13440δις2επίρρ. (λόγ.): δύο φορές: Καταδικάστηκε σε ~ ισόβια. Βλ. τρις2. ● ΦΡ.: το δις εξαμαρτείν (ουκ ανδρός σοφού) βλ. εξαμαρτείν ● βλ. διπλός [< αρχ. δίς]
13441δις3ουσ. (θηλ.) {δίδος, δίδα}: (συνήθ. στον γραπτό λόγο) δεσποινίδα. [< σύντμηση του δ(εσποιν)ίς]
13442δισάκιδι-σά-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): δύο μικροί υφασμάτινοι ή δερμάτινοι σάκοι ενωμένοι μεταξύ τους στο πάνω μέρος, που κρεμιούνται από διαφορετική πλευρά ο καθένας για να μοιράζεται το βάρος. ● ΦΡ.: παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) {συνηθέστ. στον αόρ.} (μτφ.-προφ.): τα μαζεύω: Δεν άντεχε άλλο, πήρε ~ του και έφυγε. Πβ. παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου). [< μεσν. δισάκκι(ν)]
13443δισακχαρίτηςδι-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} : ΒΙΟΧ. υδατάνθρακας που αποτελείται από δύο μόρια γλυκόζης. Βλ. μονο-, τρι-, ολιγο-, πολυ-σακχαρίτης, λακτόζη, μαλτόζη, σακχαρόζη. [< γαλλ. disaccharide, 1949, αγγλ. ~]
13444δισδιάστατος, η, ο δισ-δι-ά-στα-τος επίθ (επιστ.): που έχει δύο διαστάσεις (μήκος και πλάτος), επίπεδος: ~ος: πίνακας/χώρος. ~η: απεικόνιση. ~α: γραφικά. Βλ. -διάστατος. [< αγγλ. two–dimensional, γερμ. zweidimensional]
13445δισέγγονοδι-σέγ-γο-νο ουσ. (ουδ.): το παιδί του εγγονού ή της εγγονής. [< μεσν. δισέγγονο(ν)]
13446δισέγγονος, δισέγγονηδι-σέγ-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & δισεγγονός, δισεγγονή (προφ.) δισεγγόνα: ο γιος ή η κόρη του εγγονού ή της εγγονής. [< μτγν. δισέγγονος, δισεγγόνη]
13447δισεκατομμύριοδι-σε-κα-τομ-μύ-ρι-ο αριθμητ. απόλ. {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} 1. σύνολο χιλίων εκατομμυρίων: ένα ~ δολάρια/ευρώ. 2. {στον πληθ.} για αμέτρητο αριθμό: ~α: άνθρωποι (= άπειροι)/φορές (= μυριάδες). ● Ουσ.: δισεκατομμύριο (το) (συντομ. δις): ο αριθμός 1.000.000.000. [< γαλλ. billion]
13448δισεκατομμυριοστός, ή, ό δι-σε-κα-τομ-μυ-ρι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια αριθμητική σειρά κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000). Βλ. -οστός. ● Ουσ.: δισεκατομμυριοστό (το): καθένα από τα ίσα μέρη ενός δισεκατομμυρίου: ένα ~ του γραμμαρίου (= νανογραμμάριο)/μέτρου (= νανόμετρο).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.