| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13453 | δίσημος | , η, ο δί-ση-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που έχει διπλή σημασία ή επιδέχεται δύο ερμηνείες: ~η: λέξη/φράση. Πβ. αμφί-, πολύ-σημος.|| ~η: απάντηση. Πβ. διφορούμενος. ΑΝΤ. μονοσήμαντος (1) [< πβ. μτγν. δίσημος ‘που έχει δύο μουσικούς χρόνους’, γαλλ. ambivalent, 1924] | |
| 13454 | δισθενής | , ής, ές δι-σθε-νής επίθ.: ΧΗΜ. με σθένος +2 ή -2 : ~ές: στοιχείο (: που το άτομό του προσλαμβάνει ή αποβάλλει δύο ηλεκτρόνια για να σχηματίσει χημικές ενώσεις· βλ. σίδηρος, χαλκός). ~ή: ιόντα. Βλ. -σθενής. [< γαλλ. bivalent] | |
| 13455 | δισθενής | δι-σθε-νής ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. κυανίτης. [< γαλλ. disthène, αγγλ. disthene] | |
| 13456 | δισκάδικο | δι-σκά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): δισκοπωλείο. Βλ. -άδικο. | |
| 13457 | δισκάνδαλος | , η, ο δι-σκάν-δα-λος επίθ.: (για όπλο) που έχει δύο σκανδάλες: ~α: δίκαννα. Βλ. μονοσκάνδαλος. | |
| 13458 | δισκάριο | δι-σκά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δισκαρί-ου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερό σκεύος στο οποίο τοποθετείται ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας: Άγιο ~. Βλ. αρτοφόριο, δισκοπότηρο, ποτήριο, προσκομιδή. 2. (επιστ.) μικρός δίσκος ή οτιδήποτε έχει ανάλογη μορφή: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) χάλκινα/χρυσά ~α.|| (στην οδοντιατρική:) Ατομικά/πλαστικά ~α αποτύπωσης (: για τη λήψη αποτυπωμάτων στη στοματική κοιλότητα)/λεύκανσης (πβ. νάρθηκας). [< μεσν. δισκάρι(ον)] | |
| 13459 | δισκέτα | δι-σκέ-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. (κυρ. παλαιότ.) μικρός μαγνητικός δίσκος με πλαστικό κάλυμμα που έχει περιορισμένη χωρητικότητα και χρησιμοποιείται για την αποθήκευση και μεταφορά δεδομένων: ~ εκκίνησης. Αντιγραφή αρχείου από τη ~ στον σκληρό δίσκο. Κάνω φορμάτ στη ~. Πβ. εύκαμπτος δίσκος. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. φλόπι [< αγγλ. diskette, 1973] | |
| 13460 | δισκίο | δι-σκί-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο μικροσκοπικού, στρογγυλού, αμφίκυρτου σχήματος, που έχει στερεή μορφή, είναι συνήθ. επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο και λαμβάνεται από το στόμα: αναβράζοντα/αντιδιαβητικά/αντισυλληπτικά/υπογλώσσια ~α. ~α ασπιρίνης. Μασώμενα ~α βιταμίνης. ~α βραδείας αποδέσμευσης. Πβ. ταμπλέτα, χάπι.|| (γενικότ.) Γλυκαντικές ουσίες σε σκόνη και ~α. [< γερμ. Tablette] | |
| 13461 | δισκοβολία | δι-σκο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής ρίχνει τον δίσκο όσο μπορεί πιο μακριά από το σημείο βολής (βαλβίδα): ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. -βολία, κλασικός αθλητισμός. [< μτγν. δισκοβολία] | |
| 13462 | δισκοβόλος | δι-σκο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της δισκοβολίας. Βλ. ακοντιστής, δρομέας, σφαιροβόλος. [< μτγν. δισκοβόλος] | |
| 13463 | δισκογραφία | δι-σκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συνολική παραγωγή μουσικών δίσκων: διεθνής/ελληνική/επιλεγμένη/ξένη ~. Μπήκε από νωρίς στον χώρο της ~ας.|| Συνθέτης με πλούσια ~. Βλ. -γραφία, ρεπερτόριο. [< γαλλ. discographie, 1962, αγγλ. discography, 1933] | |
| 13464 | δισκογραφικός | , ή, ό δι-σκο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δισκογραφία: ~ή: βιομηχανία/παραγωγή/συνεργασία. ~ό: ντεμπούτο/συμβόλαιο.|| (ως ουσ. ) Η ~ή (ενν. εταιρεία). ● επίρρ.: δισκογραφικά [< γαλλ. discographique, 1957, αγγλ. discographical, 1946] | |
| 13465 | δισκοειδής | , ής, ές δι-σκο-ει-δής επίθ. (κυρ. επιστ.): που μοιάζει με δίσκο: ~ή: αντικείμενα (βλ. ΑΤΙΑ).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ές: σκεύος. Αγγείο με ~ή βάση. Βλ. -ειδής. [< μτγν. δισκοειδής] | |
| 13466 | δισκοθήκη | δι-σκο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. συλλογή μουσικών δίσκων: ~ βινυλίου. 2. έπιπλο για δίσκους. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. discothèque, 1928] | |
| 13467 | δισκοκήλη | δι-σκο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου. Πβ. δισκοπάθεια. Βλ. -κήλη. | |
| 13468 | δισκοκριτική | δι-σκο-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): κριτική της τρέχουσας συνήθ. δισκογραφικής παραγωγής: στήλη ~ής. Βλ. βιβλιοκριτική. | |
| 13469 | δισκοπάθεια | δι-σκο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλλοίωση ή ρήξη μεσοσπονδύλιου δίσκου που εκδηλώνεται με έντονο πόνο: αυχενική/οσφυϊκή ~. Πβ. δισκοκήλη. Bλ. οσφυαλγία, -πάθεια. [< αγγλ. discopathy, γαλλ. discopathie, 1959] | |
| 13470 | δισκόπλακα | δι-σκό-πλα-κα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. (στο σύστημα πέδησης) μεταλλικός, ατσάλινος συνήθ. δίσκος με εγκοπές που προσαρμόζεται στον τροχό και χρησιμεύει ως υλικό τριβής για το φρενάρισμα οχήματος: ~ες εμπρός (: για μπροστινούς τροχούς). Αεριζόμενες ~ες. Βλ. δισκόφρενο, τακάκια. | |
| 13471 | δισκοπότηρο | δι-σκο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. (στην ορθόδοξη λειτουργική παράδοση) το ιερό ποτήριο και το δισκάριο της Θείας Ευχαριστίας: Άγιο ~. [< μεσν. δισκοποτήρι(ο)ν] | |
| 13472 | δισκοπρίονο | δι-σκο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό πριόνι με ατσάλινο, οδοντωτό και περιστρεφόμενο δίσκο για την κοπή ξύλου ή μετάλλου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ