| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13449 | δισεκατομμυριούχος | [δισεκατομμυριοῦχος] δι-σε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. σπάν. θηλ. δισεκατομμυριούχα}: κάτοχος περιουσίας που ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα δισεκατομμύριο· κυρ. πάμπλουτος: αυτοδημιούργητοι ~οι. (ως επίθ.) ~ επιχειρηματίας.|| Ζει σαν ~ (: με μεγάλη πολυτέλεια). Πβ. βαθύπλουτος, (πολυ)εκατομμυριούχος, μεγιστάνας. Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. milliardaire] | |
| 13450 | δίσεκτος | , η, ο δί-σε-κτος επίθ. & (προφ.) δίσεχτος: (για χρόνο) που έχει 366 ημέρες με εμβόλιμη την 29η Φεβρουαρίου και, σύμφωνα με λαϊκές προλήψεις, θεωρείται κακότυχος· κατ' επέκτ. οποιαδήποτε αντίξοη περίοδος: Κάθε τέσσερα χρόνια έχουμε ~ο έτος (: όταν διαιρείται ακριβώς διά του τέσσερα).|| Ζούμε σε ~ους καιρούς (= δύσκολους, χαλεπούς). Πβ. δυσοίωνος. [< μεσν. δίσεκτος] | |
| 13451 | δισέλιδος | , η, ο δι-σέ-λι-δος επίθ.: (κυρ. για κείμενο) που αποτελείται από ή εκτείνεται σε δύο σελίδες: ~η: εγκύκλιος/επιστολή. ~ο: άρθρο. Βλ. -σέλιδος.|| (ως ουσ.) Ενημερωτικό ~ο (ενν. φυλλάδιο). Βλ. ένθετο. [< γερμ. zweiseitig] | |
| 13452 | δισημία | δι-ση-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διπλή σημασία ή κατ' επέκτ. ερμηνεία: συντακτική ~ (= αμφισημία). Η ~ των λέξεων (βλ. πολυσημία).|| Η ~ του τραγικού λόγου. ΑΝΤ. μονοσημία. Βλ. -σημία. [< γαλλ. ambivalence, 1936] | |
| 13454 | δισθενής | , ής, ές δι-σθε-νής επίθ.: ΧΗΜ. με σθένος +2 ή -2 : ~ές: στοιχείο (: που το άτομό του προσλαμβάνει ή αποβάλλει δύο ηλεκτρόνια για να σχηματίσει χημικές ενώσεις· βλ. σίδηρος, χαλκός). ~ή: ιόντα. Βλ. -σθενής. [< γαλλ. bivalent] | |
| 13455 | δισθενής | δι-σθε-νής ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. κυανίτης. [< γαλλ. disthène, αγγλ. disthene] | |
| 13456 | δισκάδικο | δι-σκά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): δισκοπωλείο. Βλ. -άδικο. | |
| 13457 | δισκάνδαλος | , η, ο δι-σκάν-δα-λος επίθ.: (για όπλο) που έχει δύο σκανδάλες: ~α: δίκαννα. Βλ. μονοσκάνδαλος. | |
| 13458 | δισκάριο | δι-σκά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δισκαρί-ου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερό σκεύος στο οποίο τοποθετείται ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας: Άγιο ~. Βλ. αρτοφόριο, δισκοπότηρο, ποτήριο, προσκομιδή. 2. (επιστ.) μικρός δίσκος ή οτιδήποτε έχει ανάλογη μορφή: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) χάλκινα/χρυσά ~α.|| (στην οδοντιατρική:) Ατομικά/πλαστικά ~α αποτύπωσης (: για τη λήψη αποτυπωμάτων στη στοματική κοιλότητα)/λεύκανσης (πβ. νάρθηκας). [< μεσν. δισκάρι(ον)] | |
| 13459 | δισκέτα | δι-σκέ-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. (κυρ. παλαιότ.) μικρός μαγνητικός δίσκος με πλαστικό κάλυμμα που έχει περιορισμένη χωρητικότητα και χρησιμοποιείται για την αποθήκευση και μεταφορά δεδομένων: ~ εκκίνησης. Αντιγραφή αρχείου από τη ~ στον σκληρό δίσκο. Κάνω φορμάτ στη ~. Πβ. εύκαμπτος δίσκος. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. φλόπι [< αγγλ. diskette, 1973] | |
| 13460 | δισκίο | δι-σκί-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο μικροσκοπικού, στρογγυλού, αμφίκυρτου σχήματος, που έχει στερεή μορφή, είναι συνήθ. επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο και λαμβάνεται από το στόμα: αναβράζοντα/αντιδιαβητικά/αντισυλληπτικά/υπογλώσσια ~α. ~α ασπιρίνης. Μασώμενα ~α βιταμίνης. ~α βραδείας αποδέσμευσης. Πβ. ταμπλέτα, χάπι.|| (γενικότ.) Γλυκαντικές ουσίες σε σκόνη και ~α. [< γερμ. Tablette] | |
| 13461 | δισκοβολία | δι-σκο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής ρίχνει τον δίσκο όσο μπορεί πιο μακριά από το σημείο βολής (βαλβίδα): ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. -βολία, κλασικός αθλητισμός. [< μτγν. δισκοβολία] | |
| 13462 | δισκοβόλος | δι-σκο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της δισκοβολίας. Βλ. ακοντιστής, δρομέας, σφαιροβόλος. [< μτγν. δισκοβόλος] | |
| 13463 | δισκογραφία | δι-σκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συνολική παραγωγή μουσικών δίσκων: διεθνής/ελληνική/επιλεγμένη/ξένη ~. Μπήκε από νωρίς στον χώρο της ~ας.|| Συνθέτης με πλούσια ~. Βλ. -γραφία, ρεπερτόριο. [< γαλλ. discographie, 1962, αγγλ. discography, 1933] | |
| 13464 | δισκογραφικός | , ή, ό δι-σκο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δισκογραφία: ~ή: βιομηχανία/παραγωγή/συνεργασία. ~ό: ντεμπούτο/συμβόλαιο.|| (ως ουσ. ) Η ~ή (ενν. εταιρεία). ● επίρρ.: δισκογραφικά [< γαλλ. discographique, 1957, αγγλ. discographical, 1946] | |
| 13465 | δισκοειδής | , ής, ές δι-σκο-ει-δής επίθ. (κυρ. επιστ.): που μοιάζει με δίσκο: ~ή: αντικείμενα (βλ. ΑΤΙΑ).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ές: σκεύος. Αγγείο με ~ή βάση. Βλ. -ειδής. [< μτγν. δισκοειδής] | |
| 13466 | δισκοθήκη | δι-σκο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. συλλογή μουσικών δίσκων: ~ βινυλίου. 2. έπιπλο για δίσκους. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. discothèque, 1928] | |
| 13467 | δισκοκήλη | δι-σκο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου. Πβ. δισκοπάθεια. Βλ. -κήλη. | |
| 13468 | δισκοκριτική | δι-σκο-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): κριτική της τρέχουσας συνήθ. δισκογραφικής παραγωγής: στήλη ~ής. Βλ. βιβλιοκριτική. | |
| 13469 | δισκοπάθεια | δι-σκο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλλοίωση ή ρήξη μεσοσπονδύλιου δίσκου που εκδηλώνεται με έντονο πόνο: αυχενική/οσφυϊκή ~. Πβ. δισκοκήλη. Bλ. οσφυαλγία, -πάθεια. [< αγγλ. discopathy, γαλλ. discopathie, 1959] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ