| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13473 | δισκοπωλείο | [δισκοπωλεῖο] δι-σκο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται κυρ. σιντί, μουσικά ντιβιντί αλλά και δίσκοι βινυλίου: ηλεκτρονικό/κεντρικό ~. Αλυσίδα ~ων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. δισκάδικο | |
| 13474 | δίσκος | δί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΟΥΣ. κυκλικό, επίπεδο και με μικρές αυλακώσεις αντικείμενο από βινύλιο, το οποίο, περιστρεφόμενο σε πικάπ ή γραμμόφωνο, επιτρέπει την αναπαραγωγή των ήχων που έχουν εγγραφεί σε αυτό· κατ΄επέκτ. τα τραγούδια ή οι συνθέσεις που περιέχονται σε αυτό· καταχρ. μουσικό σιντί: συλλεκτικός ~. Ελληνικοί/λαϊκοί/ξένοι ~οι. ~οι 33/45/78 στροφών. Βλ. EP2, LP. Έβγαλε/κυκλοφόρησε/παρουσίασε τον νέο του/τον πρώτο του προσωπικό ~ο (: δισκογραφική δουλειά). Πβ. άλμπουμ. 2. σκεύος σερβιρίσματος, συνήθ. κυκλικό και επίπεδο: ασημένιος/ξύλινος ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Άγιος ~ (= δισκάριο). Η περιφορά του ~ου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. στρογγυλό, επίπεδο, μεταλλικό ή πλαστικό μέσο αποθήκευσης δεδομένων: μαγνητικός ~ (: επιστρωμένος με μαγνητικό υλικό για την εγγραφή των πληροφοριών). Ψηφιακός (ευέλικτος/πολυμορφικός) ~ (: στον οποίο η πληροφορία είναι εγγεγραμμένη σε ψηφιακή μορφή· βλ. ντιβιντί, σιντί). Μνήμη/μονάδα ~ου. Αφαιρούμενοι ~οι. 4. ΑΘΛ. το όργανο της δισκοβολίας, το οποίο, στη σύγχρονη μορφή του, είναι μια στρογγυλή, ξύλινη ή πλαστική πλάκα με στεφάνη και κέντρο από μέταλλο· συνεκδ. η δισκοβολία: σφαίρα, ~, ακόντιο. Ρίψη ~ου. Έριξε/πέταξε τον ~ο στα 62 μ. και 37 εκ.|| ~ ανδρών/γυναικών. Χρυσό μετάλλιο στον ~ο. 5. (γενικότ.) αντικείμενο ή σχηματισμός στρογγυλής και σχετικά επίπεδης μορφής: (μεταλλικός) ~ κοπής σιδήρου. Πβ. τροχός.|| (ΑΘΛ.) Πήλινος ~ (: χρησιμοποιείται ως στόχος σε αγώνες σκοποβολής. Βλ. σκιτ).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ο ~ της Φαιστού.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Οι ~οι του αυτοκινήτου (= δισκόφρενα).|| (λογοτ.) Ο πύρινος/φωτεινός/χρυσός ~ του ήλιου (= ηλιακός ~). Ο ασημένιος ~ της σελήνης (= σεληνιακός ~).|| (ΒΙΟΛ.) Εμβρυϊκός ~ (: περιοχή του γονιμοποιημένου ωαρίου).|| ~οι ντεμακιγιάζ. ● Υποκ.: δισκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: οπτικός δίσκος: ΠΛΗΡΟΦ. στρογγυλή επίπεδη πλάκα, με ειδική επικάλυψη, για την αποθήκευση ψηφιακού υλικού (κειμένου, μουσικής ή οπτικών εικόνων), το οποίο μπορεί να ανακληθεί με τη χρήση ακτίνων λέιζερ. Βλ. μπλου ρέι, ντιβιντί, σιντί. [< αγγλ. optical disk, 1977] , σκληρός δίσκος & (προφ.) σκληρός: ΠΛΗΡΟΦ. άκαμπτος μαγνητικός δίσκος τοποθετημένος μόνιμα στην κεντρική μονάδα ή φορητός, ο οποίος αποτελεί το κύριο αποθηκευτικό μέσο των Η/Υ: χωρητικότητα ~ού ~ου: ... γιγαμπάιτ. Ελεύθερος χώρος στον ~ό ~ο. Βλ. δισκέτα, φλασάκι. [< αγγλ. hard disk, 1978] , εύκαμπτος δίσκος βλ. εύκαμπτος, ιπτάμενος δίσκος βλ. ιπτάμενος, μεσοσπονδύλιος δίσκος βλ. μεσοσπονδύλιος, πλατινένιος δίσκος βλ. πλατινένιος, πλευστός δίσκος βλ. πλευστός, χρυσός δίσκος βλ. χρυσός ● ΦΡ.: περιφέρει/βγάζει δίσκο/τον δίσκο της επαιτείας (ειρων.): για κάποιον που ζητά χρήματα, οικονομική βοήθεια. [< 1: γαλλ. disque, περ. 1900, 2,5: μτγν. δίσκος 3: αγγλ. disc, 1947, 4: αρχ. δίσκος] | |
| 13475 | δισκοσβάρνα | δι-σκο-σβάρ-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. δισκοφόρο γεωργικό μηχάνημα κατεργασίας εδάφους, που χρησιμοποιείται κυρ. για την προετοιμασία της σποράς ή της φύτευσης. Πβ. φρέζα. Βλ. άροτρο, τρακτέρ. [< αγγλ. disc harrow] | |
| 13476 | δισκοφορία | δι-σκο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφορά του δίσκου για έρανο. Βλ. -φορία. | |
| 13477 | δισκοφόρος | , α/ος, ο δι-σκο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): (για εργαλείο, μηχάνημα, συσκευή) που φέρει δίσκους: ~ος: τροχός. ~α: άροτρα. Βλ. -φόρος. [< μτγν. δισκοφόρος] | |
| 13478 | δισκόφρενο | δι-σκό-φρε-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. περιστρεφόμενος δίσκος, προσαρμοσμένος στον τροχό ή τον άξονά του, ο οποίος επιβραδύνει ή σταματά την κίνηση με την τριβή που προκαλούν δύο τακάκια που πιέζουν και τις δύο πλευρές του. Βλ. δισκόπλακα, σερβόφρενο, ταμπούρο. [< αγγλ. disc brake, 1904] | |
| 13479 | δισταγμός | δι-σταγ-μός ουσ. (αρσ.): επιφύλαξη, συνήθ. λόγω φόβου ή αμφιβολίας: Θα το έκανα/έλεγα χωρίς ~ό. Δεν έχω κανέναν ~ό. Στο βλέμμα σου διακρίνω έναν/κάποιον ~ό. Ξεπέρασε/παραμέρισε τους ~ούς του και πήρε τα ρίσκα του. Πβ. ενδοιασμός. Βλ. αμφιταλάντευση, αναβλητικ-, αναποφασιστικ-ότητα, ατολμία. [< μτγν. δισταγμός] | |
| 13480 | διστάζω | δι-στά-ζω ρ. (αμτβ.) {δίστα-σα, διστάζ-οντας}: δεν παίρνω απόφαση από φόβο ή αμφιβολία: Είναι πολύ αργά και ~ να του τηλεφωνήσω. Πες μου τι σκέφτεσαι, μη ~εις. Δεν ~ει μπροστά στους κινδύνους (: δειλιάζει). Ήθελα να πάω, αλλά την τελευταία στιγμή ~σα. Πβ. (αμφι)ταλαντεύομαι, επιφυλάσσομαι, παλαντζάρω. [< αρχ. διστάζω] | |
| 13481 | διστακτικός | , ή, ό δι-στα-κτι-κός επίθ. & δισταχτικός: που διστάζει ή φανερώνει δισταγμό: Στη συνέλευση εμφανίστηκε ~ και απέφυγε να πάρει θέση (βλ. μαζεμένος). Στην αρχή ήμουν ~ απέναντί/μαζί του (: επιφυλακτικός, κουμπωμένος, σκεπτικός), αλλά στη συνέχεια πείστηκα. Βλ. αβέβαιος.|| ~ή: φωνή. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο (βλ. συγκρατημένος, συνεσταλμένος, σφιγμένος). ~ές: κινήσεις. Με αργά και ~ά βήματα (: άτολμα, δειλά). Πβ. αναποφάσιστος. ΑΝΤ. αποφασιστικός, σίγουρος, σταθερός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: σύνδεσμοι (: μην, μήπως). ~ά: επιρρήματα (: άραγε, δήθεν, ίσως, πιθανόν, τάχα). ΣΥΝ. ενδοιαστικός. ● επίρρ.: διστακτικά [< μτγν. διστακτικός] | |
| 13482 | διστακτικότητα | δι-στα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη τόλμης ή βεβαιότητας, αναποφασιστικότητα: αμφιβολία/αναβλητικότητα και ~. Ατολμία και ~ στη λήψη αποφάσεων. Απάντησε με μεγάλη ~. Πβ. επιφυλακτικότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αμφιταλάντευση ΑΝΤ. αποφασιστικότητα | |
| 13483 | δισταυρία | δι-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα του ψηφοφόρου να σημειώσει μέχρι δύο σταυρούς προτίμησης σε ψηφοδέλτιο. Βλ. -σταυρία. | |
| 13484 | δισταχτικός | , ή, ό βλ. διστακτικός | |
| 13485 | δίστηλος | , η, ο : βλ. δι-, -στηλος | |
| 13486 | δίστιχος | , η, ο δί-στι-χος επίθ. : που αποτελείται από δύο στίχους ή εκτείνεται σε δύο σειρές: ~ο: ποίημα.|| ~η: επιγραφή. Βλ. -στιχος. ● Ουσ.: δίστιχο (το): ΛΟΓΟΤ. ενότητα από δύο ισοσύλλαβους ομοιοκατάληκτους, συνήθ. δεκαπεντασύλλαβους στίχους: αυτοσχέδιο/δημοτικό/ελεγειακό/ιαμβικό/λαϊκό (βλ. κοτσάκι, λιανοτράγουδο, μαντινάδα, ρίμα)/σκωπτικό ~. [< μτγν. δίστιχος, δίστιχον] | |
| 13487 | διστομίαση | δι-στο-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. -ΙΑΤΡ. ηπατική ασθένεια ανθρώπων και ζώων, κυρ. των μηρυκαστικών. ΣΥΝ. κλαπάτσα [< γαλλ. distomiase, αγγλ. distomiasis] | |
| 13488 | δίστομος | , η, ο δί-στο-μος επίθ. (λόγ.): δίκοπος: ~η: ρομφαία. ~ο: μαχαίρι. [< αρχ. δίστομος] | |
| 13489 | δισύλλαβος | , η, ο δι-σύλ-λα-βος επίθ.: που έχει δύο συλλαβές: (ΓΡΑΜΜ.) ~η: λέξη. ~ο: θέμα. Βλ. -σύλλαβος, υπερ~.|| (ΜΕΤΡ.) ~ο: μέτρο (βλ. ίαμβος). [< μτγν. δισύλλαβος] | |
| 13490 | δισυπόστατος | , η, ο δι-συ-πό-στα-τος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που έχει διπλή υπόσταση: η ~η φύση του ανθρώπου (: σώμα και ψυχή).|| ~ος: ρόλος (= διττός, βλ. αντιφατικός, διφορούμενος).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: ναός (: που έχει δύο Άγιες Τράπεζες). ΣΥΝ. διφυής ● Ουσ.: δισυπόστατο (το) (λόγ.): τo ~ των πραγμάτων/του χαρακτήρα του. [< μεσν. δισυπόστατος] | |
| 13491 | δισχιδής | , ής, ές δι-σχι-δής επίθ. {δισχιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που είναι χωρισμένος στα δύο, διχαλωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: δισχιδής ράχη : ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ατελής ανάπτυξη (δυσπλασία) της σπονδυλικής στήλης οφειλόμενη σε γενετικά αίτια. [< αρχ. δισχιδής] | |
| 13492 | δισωλήνιος | , α, ο δι-σω-λή-νι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για σύστημα θέρμανσης) που οι κεντρικές του σωληνώσεις συνδέονται με κάθε σώμα μέσω δύο σωλήνων αντί ενός: ~α: εγκατάσταση.|| (ως ουσ.) Διακόπτης/δίκτυο ~ίου. Βλ. μονοσωλήνιος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ