Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14360-14380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13491δισχιδής, ής, ές δι-σχι-δής επίθ. {δισχιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που είναι χωρισμένος στα δύο, διχαλωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: δισχιδής ράχη : ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ατελής ανάπτυξη (δυσπλασία) της σπονδυλικής στήλης οφειλόμενη σε γενετικά αίτια. [< αρχ. δισχιδής]
13492δισωλήνιος, α, ο δι-σω-λή-νι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για σύστημα θέρμανσης) που οι κεντρικές του σωληνώσεις συνδέονται με κάθε σώμα μέσω δύο σωλήνων αντί ενός: ~α: εγκατάσταση.|| (ως ουσ.) Διακόπτης/δίκτυο ~ίου. Βλ. μονοσωλήνιος.
13493διτάξιος, α, ο δι-τά-ξι-ος επίθ. (σπάν.): για σχολείο που έχει δύο τάξεις: ~ο: δημοτικό. Πβ. διθέσιος. Βλ. μονο-, τρι-τάξιος.
13494δίτερμαδί-τερ-μα ουσ. (ουδ.): (στο ποδόσφαιρο) προπονητικό ή ψυχαγωγικό παιχνίδι, συνήθ. χωρίς πλήρεις ομάδες: εκπαιδευτικό/φιλικό ~. ΑΝΤ. μονότερμα
13495δίτομος, η, ο βλ. δι-, -τομος
13496δίτροχος, η, ο δί-τρο-χος επίθ.: (για όχημα) που διαθέτει δύο τροχούς: (ΑΡΧ.) ~ο: άρμα (πβ. τέθριππο). Βλ. -τροχος. ● Ουσ.: δίτροχο (το) {-ου (λόγ.) -όχου}: δίκυκλο: άδεια οδήγησης ~όχου. Βλ. μηχανάκι, μοτοσικλέτα, παπάκι, (μοτο)ποδήλατο, σκούτερ. [< μτγν. δίτροχος]
13497διττανθρακικός, ή, ό διτ-ταν-θρα-κι-κός επίθ. & δισανθρακικός: ΧΗΜ. (για άλας) όξινο ανθρακικό: ~ό: κάλιο/νάτριο (= σόδα ζαχαροπλαστικής). [< γαλλ. bicarbonaté]
13498διττογραφίαδιτ-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΓΡ. εσφαλμένη επανάληψη λέξης, τμήματός της ή φράσης από αντιγραφέα κειμένου. Βλ. απλογραφία, -γραφία. [< μτγν. δισσογραφία, γερμ. Dittographie, αγγλ. dittography]
13490διττός

, η, ο δι-συ-πό-στα-τος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που έχει διπλή υπόσταση: η ~η φύση του ανθρώπου (: σώμα και ψυχή).|| ~ος: ρόλος (= διττός, βλ. αντιφατικός, διφορούμενος).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: ναός (: που έχει δύο Άγιες Τράπεζες). ΣΥΝ. διφυής ● Ουσ.: δισυπόστατο (το) (λόγ.): τo ~ των πραγμάτων/του χαρακτήρα του. [< μεσν. δισυπόστατος]

13499διττός, ή, ό διτ-τός επίθ. (λόγ.): που εμφανίζει δύο όψεις, διπλός: ~ός: ρόλος/στόχος. ~ή: έννοια/μορφή/προσέγγιση/σημασία. ~ό: όφελος. Η ~ή υπόσταση/φύση του ανθρώπου (πβ. διφυής). ● επίρρ.: διττά & (λογιότ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. διττός]
13500διτυπίαδι-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ύπαρξη δύο τύπων για μία λέξη (π.χ. ενός λόγιου και ενός κοινού, παλαιός-παλιός). Βλ. διμορφία. ΣΥΝ. διπλοτυπία
13501διυλίζωδι-υ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {διύλι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, διυλίζ-οντας} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κάνω διύλιση: ~σμένο: νερό (= φιλτραρισμένο, ΑΝΤ. αδιύλιστο). Πβ. διηθώ, ραφινάρω.|| ~σμένα: καύσιμα/προϊόντα πετρελαίου. Πβ. αποστάζω. 2. (μτφ.-λόγ.) εξετάζω κάτι λεπτομερώς, υπεραναλύω: Είναι σε θέση να ~ει τις πληροφορίες και να τις αξιολογεί. Πβ. φιλτράρω.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ει την κάθε λέξη (πβ. κοσκινίζω). ● ΦΡ.: διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) (ΚΔ) : εξαντλείται σε λεπτομέρειες και παραβλέπει την ουσία. [< μτγν. διυλίζω, γαλλ. raffiner]
13502διύλισηδι-ύ-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. καθαρισμός υγρού από ξένες προσμίξεις με διήθηση ή απόσταξη: ~ νερού (: από στερεά αιωρούμενα σωματίδια και μικρόβια). Πβ. διαύγαση, ραφινάρ-, φιλτράρ-ισμα. 2. (μτφ.-λόγ.) αναλυτική εξέταση: ~ της πραγματικότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: διύλιση πετρελαίου βλ. πετρέλαιο [< μεσν. διύλισις, γαλλ. raffinage]
13503διυλιστήριοδι-υ-λι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μονάδα επεξεργασίας αργού πετρελαίου ή νερού: πετροχημικό εργοστάσιο και ~.|| ~ και σταθμός αφαλάτωσης. Βλ. -τήριο. [< πβ. μτγν. διυλιστήριον ‘φίλτρο’, γαλλ. raffinerie
13504διυποκειμενικός, ή, ό δι-υ-πο-κει-με-νι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που είναι κοινός μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων ή τα αφορά: ~ή: αλήθεια/γνώση/εμπειρία. Υποκειμενική και ~ή αντίληψη της πραγματικότητας. Βλ. αντικειμενικός.|| ~ή: επικοινωνία/συμφωνία. ~ές: σχέσεις (= διαπροσωπικές). ● επίρρ.: διυποκειμενικά [< γαλλ. intersubjectif, 1931]
13505διυποκειμενικότηταδι-υ-πο-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. κοινή αντίληψη που διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση των υποκειμένων. Βλ. αντικειμενικ-, υποκειμενικ-ότητα. [< γαλλ. intersubjectivité, 1931]
13506διυπουργικός, ή, ό δι-υ-πουρ-γι-κός επίθ.: που αποτελείται ή γίνεται από υπουργούς ή στελέχη υπουργείων: ~ός: συντονισμός/φορέας. ~ή: απόφαση/επιτροπή/σύνοδος/σύσκεψη. ~ό: όργανο/πρόγραμμα (δράσης)/συμβούλιο. Συνεργασία σε ~ό επίπεδο. [< γαλλ. interministériel, 1906]
13507διφαινύλιοδι-φαι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} : ΧΗΜ. αρωματικός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C6H5·C6H5) υψηλής τοξικότητας. Βλ. ανθρακένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυχλωριωμένα διφαινύλια: κατηγορία χλωριωμένων οργανικών ενώσεων (συντομ. PCB), που χρησιμοποιούνται ως ψυκτικά και μονωτικά μετασχηματιστών και πυκνωτών ή ως βερνίκια, και θεωρούνται επικίνδυνες για το περιβάλλον και την υγεία. Βλ. κλοφέν. [< αγγλ. polychlorinated biphenyl, 1959] [< αγγλ. biphenyl, γαλλ. diphényle]
13508διφασικός, ή, ό δι-φα-σι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. (για εναλλασσόμενο ρεύμα) που έχει δύο φάσεις. Βλ. μονο-, τρι-, πολυ-φασικός. 2. (συνήθ. ΙΑΤΡ.) που παρουσιάζει δύο στάδια: ~ή: σύσπαση (βλ. διπλός). Η πορεία της νόσου είναι ~ή.|| (ΦΑΡΜΑΚ., που δρα σε δύο φάσεις:) ~ή: ινσουλίνη. [< γαλλ. diphasé, αγγλ. biphasic]
13509δίφατσος, η, ο δί-φα-τσος επίθ. (λαϊκό): (για ακίνητο, κυρ. οικόπεδο) που έχει δύο προσόψεις. Βλ. τρίφατσος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.